- Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών - http://www.opengov.gr/minfin -

Άρθρο 5 Δικηγόροι

ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
Άρθρο 44 του Κώδικα Δικηγόρων:

«   Άρθρο 44.

Ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα ν` ασκή το λειτούργημα αυτού  εν  τη περιφερεία  του  Συλλόγου  ούτινος  είναι  μέλος,  μη  υποκείμενος  εις ουδεμίαν και  καθ`  οιονδήποτε  τρόπον  προηγούμενην  άδειαν  ασκήσεως οιασδήποτε  αρχής  απαγορεύεται  όμως  αυτώ να δικηγορή εις δικαστήρια εκτός της περιφερείας  του  Συλλόγου  εδρευόντα,  πλην  των  ρητών  εν άρθροις 56 και 57 εξαιρέσεων.»

1.Το άρθρο 44 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων (Α΄235) αντικαθίσταται ως εξής:

« Άρθρο 44

«Ο δικηγόρος, τόσο όταν ασκεί ατομικά την δικηγορία όσο και όταν είναι μέλος δικηγορικής εταιρείας, έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του  δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι  μέλος καθώς και σε περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων.»

Άρθρο 54, παρ 2,3,4 και 7 του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρο 54.

« 2.  Ο  παρά  Πρωτοδικείω  Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και  ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον του παρ` ω  διατελεί  Πρωτοδικείου και των εν τη περιφερεία αυτού Ειρηνοδικείων εκτός εάν εν τω  αυτώ  Ειρηνοδικείω έχουν διορισθή ειδικώς τουλάχιστον 4 Δικηγόροι.

Κατ` εξαίρεσιν Δικηγόρος παρά τω Πρωτοδικείω εις την έδραν του  οποίου  εδρεύει   Εφετείον,   δικαιούται  να  συμπαρίσταται  και  ενώπιον  του Εφετείου, μετά Δικηγόρου παρ` αυτώ  διωρισμένου  κατά  την  συζήτητσιν εφέσεως  κατ`  αποφάσεως εις ην Πρωτοδίκως έλαβε μέρος. Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω εις την έδραν του οποίου εδρεύει Εφετείον,  δικαιούται  να

παρίσταται  ενώπιον  του  Εφετείου  κατά  την  συζήτησιν  εφέσεως κατ` αποφάσεως  εις  ην  πρωτοδίκως  έλαβε  μέρος  εφ`  όσον  έχει  δεκαετή δικηγορικήν υπηρεσίαν.

3.  Ο  παρ`  Εφετείω  Δικηγόρος  δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον του παρ` ω  διατελεί Εφετείου, ενώπιον του εν τη έδρα αυτού Πρωτοδικείου και ενώπιον των εν  τη   περιφερεία   του   πρωτοδικείου  τούτου  Ειρηνοδικείων,  υπό  την επιφύλαξιν της παραγρ. 2  του  παρόντος  άρθρου.  Εξαιρετικώς  ο  παρ` Εφετείω  Αθηνών  Δικηγόρος  δικαιούται  να  παρίσταται  και ενεργή τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον  των  Πρωτοδικείων  Αθηνών  και

Πειραιώς  και  ενώπιον  των εν τη περιφερεία τούτων Ειρηνοδικείων, υπό την επιφύλαξιν της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, άπαντες δε οι Δικηγόροι παρ`   Εφετείω   δικαιούνται   να   παρίστανται   ενώπιον   οιουδήποτε Πρωτοδικείου  ή  Ειρηνοδικείου, της περιφερείας του παρ` ω διατελούσιν Εφετείου, ως και ενώπιον οιουδήποτε Εφετείου του Κράτους, εν συμπράξει όμως  πάντοτε  μετά  Δικηγόρου  διατελούντος  παρά  τοις  Δικαστηρίοις τούτοις .

«Ο παρ` Εφετείω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή διαδικαστικάς πράξεις και ενώπιον του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου».

***Το εντός «»εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 54 προστέθηκε με το  άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

4.   Ο  παρ` Αρείω Πάγω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργή τας σχετικάς  διαδικαστικάς  πράξεις  ενώπιον  του  Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, Πρωτοδικείου Αθηνών και Πειραιώς, ως   και   ενώπιον  των  εν  τη  περιφερεία  των  Πρωτοδικείων  τούτων Ειρηνοδικείων,  δικαιούται  δε  προσέτι  να  παρίσταται  ενώπιον   των Δικαστηρίων  του  Κράτους  εν  συμπράξει  όμως  πάντοτε μετά Δικηγόρου διατελούντος παρά τους Δικαστηρίοις τούτοις.

7. Δικηγόρος παρ`εφέταις πλην των παρά τοις εφετείοις Αθηνών και Πειραιώς, δύναται μετά δεκαετή άσκησιν του λειτουργήματος εξ ης εξαετή παρ`εφέταις, να συμπαρίσταται ενώπιον του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά δικηγόρου Αθηνών ή Πειραιώς, διατελούντος παρ`αυτοίς επι αναιρέσεων  κατά αποφάσεων εκδοθεισών επί υποθέσεων τας οποίας ούτος εχειρίσθη πρωτοδίκως ή κατ`έφεσιν».

***Οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 54 προστέθηκαν με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

2.Οι παράγραφοι 2 έως και 4, καθώς και 7 του άρθρου 54 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίστανται ως εξής :

«2. Ο παρά Πρωτοδικείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας. Κατ` εξαίρεση, Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω δικαιούται να συμπαρίσταται και ενώπιον Εφετείου με Δικηγόρο παρ` Εφετείω, κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ’ αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος. Επίσης, Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω, εφ` όσον έχει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία, δικαιούται να παρίσταται ενώπιον Εφετείου κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ’ αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος.

3. Ο παρ` Εφετείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και ενώπιον όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας.

4. Ο παρ` Αρείω Πάγω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές  διαδικαστικές  πράξεις  ενώπιον  του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας.»

«7. Δικηγόρος παρ` Εφετείω, δικαιούται, εφόσον ασκεί το λειτούργημα για δέκα έτη από τα οποία έξη παρ` Εφετείω, να συμπαρίσταται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, με δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, επί αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση, την οποία χειρίσθηκε πρωτοδίκως ή κατ` έφεση.»

Άρθρο 54, παρ. 5,6, και 8 του Κώδικα Δικηγόρων

«5. Δικηγόροι διωρισμένοι εις την  περιφερείαν του Πρωτοδικείου Πειραιώς   δικαιούνται να παρίστανται και ενεργώσι τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των εν Αθήναις Δικαστηρίων εφ` όσον έχουσι τα κατά το άρθρον 36 παρ. 2 νόμιμα προσόντα, οι δε Δικηγόροι οι διωρισμένοι παρά τη περιφερεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαιούνται επίσης να παρίστανται και να ενεργώσι τας αυτάς διαδικαστικάς  πράξεις ενώπιον των Δικαστηρίων Πειραιώς.

«6. Δικηγόρος διωρισμένος παρά Πρωτοδικείω το οποίον δεν εδρεύει εις την έδραν Εφετείου, προαχθείς εις δικηγόρον παρ` εφέταις δύναται να παρίσταται ενώπιον του Εφετείου, παρ` ω προήχθη και διά πάσαν ανατιθεμένην εις τούτον πολιτικήν υπόθεσιν.

«8. Δικηγόροι μη έχοντες την ιδιότητα μέλους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και  Πειραιώς, προαγόμενο παρ` Αρείω Πάγω, παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας πάντοτε μετά δικηγόρου μέλους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιώς και μόνον επί αναιρέσεων κατ` αποφάσεων  εκδοθεισών επί υποθέσεων τας οποίας ούτοι εχειρίσθησαν πρωτοδίκως ή κατ` έφεσιν».

*** Η παρ.8 προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 950/1979(Α 165). Με τις αποφάσεις  όμως 418/1992 ΕΣ (Ολομ) 196/1984 ΣτΕ (Ολομ) η ανωτέρω διάταξη κρίθηκε ως αντισυνταγματική

3. Οι παράγραφοι 5, 6 και 8 του άρθρου 54 του Κώδικα Δικηγόρων καταργούνται.

Άρθρο 56 του Κώδικα Δικηγόρων

Αρθρον 56.

Εις ποινικάς υποθέσεις και ενώπιον παντός ποινικού δικαστηρίου πλην του Αρείου Πάγου δικάζοντος ως ακυρωτικού δύναται  να  παρίσταται και ενεργή τας σχετικάς  διαδικαστικάς πράξεις, πας δικηγόρος οιασδήποτε δικαστικής περιφερείας πλην των κατά το άρθρον 54 ειδικώς παρ`  Ειρηνοδικείω τοποθετημένων Δικηγόρων, της τοιαύτης ασκήσεως, μη δυναμένης να  προσλάβη την μορφήν επαγγελματικής  εγκαταστάσεως. Ο παραβάτης της διατάξεως τιμωρείται διά προσωρινής και εν υποτροπή δι` οριστικής παύσεως

4. Το άρθρο 56 του Κώδικα Δικηγόρων , αντικαθίσταται ως εξής:

« Άρθρο 56

«Σε ποινικές υποθέσεις και ενώπιον κάθε ποινικού δικαστηρίου, πλην του Αρείου Πάγου δικάζοντος ως ακυρωτικού, δύναται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις κάθε δικηγόρος. Ο παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρος δύναται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των ποινικών δικαστηρίων.»

Άρθρο 57, παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρον 57.

« 1. Ο Δικηγόρος υποχρεούται να διατηρή γραφείον εν τη έδρα του Συλλόγου εις ον ανήκει.»

5. Το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 57 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται ως εξής:

«1.Ο δικηγόρος υποχρεούται να διατηρεί γραφείο στην έδρα του συλλόγου στον οποίο ανήκει.»

Άρθρο 92, παρ.1, του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρο 92.

« 1. Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του,  περιλαμβάνουσαν  είτε  την όλην  διεξαγωγήν  της δίκης, είτε μέρος, ή κατ` ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλης πάσης  φύσεως  νομικάς  εργασίας,  εν  ουδεμία  όμως  περιπτώσει επιτρέπεται  η  αμοιβή  να  υπολείπηται  των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.

«Πάσα  συμφωνία  περί λήψεως μικροτέρας   αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της».

***  Το  δεύτερο  εδάφιο της παρ. 1 το οποίο είχε προστεθεί  με την παρ.3 άρθρου 5 Ν.Δ. 4272/1962  αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 8 του Ν.1093/1980 (Α 270).»

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου  92 του Κώδικα Δικηγόρων  αντικαθίσταται ως   εξής:

« 1. Τα της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ` ιδίαν πράξεις αυτής, ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν.

Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα Δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ.1. Επίσης βάσει αυτών προσδιορίζεται η αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου υπηρεσίας επί παροχής νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν.3226/2004 (Α’24) ή επί διορισμού δικηγόρου κατά το άρθρο 200 του Κ.Πολ.Δ. σε περίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας ή επί αυτεπαγγέλτου διορισμού δικηγόρου σε ποινικές υποθέσεις.

Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα καθώς

και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε «ελάχιστα όρια αμοιβών», ή «ελάχιστες αμοιβές» ή «αμοιβές», νοούνται εφεξής  οι «νόμιμες αμοιβές» κατά την έννοια των προηγουμένων εδαφίων.

Από τις οριζόμενες στην Κ.Υ.Α υπ’ αριθ. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 (Β΄2422) ως υποχρεωτικές «ελάχιστες αμοιβές», εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως «νόμιμες αμοιβές» κατά την ρύθμιση των προηγουμένων εδαφίων, μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου Ι «Παραστάσεις σε Δικαστήρια»),  οι οποίες  αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας  εκούσιας δικαιοδοσίας.

Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Ολομελείας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, είναι δυνατή επαναρρύθμιση  των νόμιμων αμοιβών για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, με την τροποποίηση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση των διατάξεων που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια. Το Προεδρικό Διάταγμα μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την προβλεπόμενη στο προηγούμενο εδάφιο γνώμη, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης,. Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Όπου στον παρόντα Κώδικα ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμο προβλέπονται νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με τη ρύθμιση της παρούσης παραγράφου, που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, με το πρώτο Προεδρικό Διάταγμα  που εκδίδεται  δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως των δύο προηγουμένων εδαφίων, αυτές καθορίζονται σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της, εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα,  αξίας επί της οποίας αυτά υπολογίζονται.

Το κατά το προηγούμενο εδάφιο  πρώτο Προεδρικό Διάταγμα εκδίδεται εντός έξι μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 95 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων:

«2. Η συμφωνία περί αμοιβής, ανεξαρτήτως εάν το αντικείμενον  της δίκης  ή  της αμοιβής  είναι  κινητόν  ή ακίνητον, αποδεικνύεται κατ` εξαίρεσιν των άρθρων 166 και 1033  του  Αστικού  Κώδικος,  διά  παντός  είδους  εγγράφων  και  δι’ επιστολών  απλών  ως  και  δι`  όρκου και ομολογίας, εφ` ων το ανάλογον τέλος επιβάλλεται κατά την καταβολήν της αμοιβής.»

7. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 95 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται ως εξής:

«Η συμφωνία περί αμοιβής αποδεικνύεται σε κάθε περίπτωση με την προσκόμιση του περί αυτής εγγράφου».

Άρθρο 96 του Κώδικα Δικηγόρων:

Άρθρο 96.

« 1. Οι διάδικοι  στις  ποινικές  υποθέσεις  ενώπιον  των δικαστηρίων  και των δικαστικών συμβουλίων κάθε βαθμού δικαιοδοσίας, ο δε κατηγορούμενος και κατά  την  απολογία  του  ενώπιον  του  τακτικού

ανακριτή,   είναι   υποχρεωμένοι,   όταν  παρίστανται  με  δικηγόρο  ή εκπροσωπούνται  από  δικηγόρο,  να  προκαταβάλλουν  στο   Ταμείο   του Δικηγορικού  Συλλόγου  το οριζόμενο στο νόμο αντίστοιχο ποσό ελάχιστης αμοιβής για την παράσταση δικηγόρου ή και για την σύνταξη υπομνήματος.

2.  Οι  διάδικοι  στις  πολιτικές  υποθέσεις  και  ενώπιον  τακτικών διοικητικών  δικαστηρίων  και  του  Συμβουλίου  της  Επικρατείας είναι υποχρεωμένοι σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και ενώπιον του  εισηγητή  και του  εντεταλμένου  δικαστή  να  προκαταβάλλουν  κατά  τη  συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταμείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόμενο  στο  νόμο αυτόν αντίστοιχο ποσό αμοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.

Ειδικά  για  τις αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωμής,  η  αμοιβή που προκαταβάλλεται υπολογίζεται κατά το άρθρο 100 παρ. 4.

3.  Η  υποχρεωτική  προείσπραξη  που  προβλέπεται  στις προηγούμενες  παραγράφους ισχύει για κάθε νέα συζήτηση σε  κάθε  βαθμό  δικαιοδοσίας και για τις ενδιάμεσες διαδικαστικές πράξεις που ασκούν οι διάδικοι.

4.  Η προείσπραξη της αμοιβής που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 δεν είναι υποχρεωτική σε αιτήσεις παράτασης προθεσμιών, σε υποθέσεις που εκδικάζονται με τη διαδικασία ειρηνοδικείου και  σε  αιτήσεις  για έκδοση διαταγής πληρωμής αρμοδιότητας ειρηνοδίκου.

5.  Από   την   υποχρέωση   προκατάβολής  της  δικηγορικής  αμοιβής απαλλάσσονται:

α) εκείνοι που αναγνωρίζονται ως «πένητες» σύμφωνα με τα άρθρα  194 έως 204 του Κ. Πολ. Δ.,

β) όσοι εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 175 παρ. 2 και 201 παρ. 6 αυτού του νόμου,

γ) το ελληνικό Δημόσιο και

δ)  οι  διάδικοι που αμείβουν το δικηγόρο τους με πάγια αντιμισθία.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση  προκαταβάλλεται  από  το  διάδικο  στον οικείο  Δικηγορικό  Σύλλογο  το  κατά  την  παρ. 8 ποσοστό δικηγορικής αμοιβής. Η συνδρομή των περιπτώσεων β`. γ`  και  δ`  αποδεικνύεται  με υπεύθυνη  δήλωση  του  πληρεξούσιου  δικηγόρου, η οποία περιλαμβάνεται είτε στο έγγραφο που καταθέτει είτε σε χωριστό έγγραφο.

«6. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων που επιβάλλουν την προκαταβολή της δικηγορικής αμοιβής, ο δικηγόρος που παρίσταται υποχρεούται να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής της.

Δικηγόρος που παραβιάζει το προηγούμενο εδάφιο υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους εκατό έως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από του δικηγορικού λειτουργήματος από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας  των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται.

Συνυπόχρεος σε ολόκληρο για την καταβολή του ποσού που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί είναι και ο εντολέας του δικηγόρου, εφόσον είναι νομικό πρόσωπο και δεν αποδείξει την καταβολή της αμοιβής στον εντολοδόχο του.  Το ποσό του προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί, καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εισπράττονται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων.  » Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται στο τέλος κάθε μηνός να αποστέλλουν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προείσπραξης, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας».

*** Το άνω εντός » » εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 13 β άρθρ.3 Ν.2479/1997 (ΦΕΚ Α 67/5-6-1997) Μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος όσοι δικηγόροι έχουν παραλείψει την κατάθεση των γραμματίων προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής υποχρεούνται να προβούν στην κατάθεση των ποσών στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, διαφορετικά τα ποσά αυτά εισπράττονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων».  *** Η παρ.6 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.11 άρθρ.5 Ν.2408/1996 (Α 104). 7.   Ο   Δικηγορικός   Σύλλογος   παρακρατεί   από  την  αμοιβή  που προεισπράττεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%), από  το  οποίο  ποσοστό δύο   τοις   εκατό   (2%)  προορίζεται  για  την  κάλυψη  των  δαπανών προείσπραξης, ποσοστό τρία τοις  εκατό  (3%)  αποδίδεται  στον  «Κλάδο

Επικουρικής  Ασφαλίσεως»  του  Ταμείου  Νομικών και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων».»Ειδικώς οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης παρακρατούν από την αμοιβή που προεισπράπεται ποσοστό δώδεκα τοις εκατό  (12%), από το οποίο ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) προορίζεται για τον «ειδικό διανεμητικό λογαριασμό νέων δικηγόρων» του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στον «Κλάδο Επικουρικής Ασφαλίσεως» του Ταμείου Νομικών και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων.

*** Το δεύτερο εδάφιο της παρ.7 προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.18 Ν.3226/2004,ΦΕΚ Α 24/4.2.2004.

***Το άρθρο 96 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 του άρθρου 2 του Ν.1649/1986 (ΦΕΚ Α 149)

8. Το άρθρο 96 του Κώδικα Δικηγόρων,  αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 96

1. Ο δικηγόρος για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, καθώς και ενώπιον δικαστών υπό την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών, και εν γένει  για την παροχή υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και την διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων και των διαδικασιών παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή εκδόσεως δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί «ποσού αναφοράς». Από το ποσοστό αυτό, ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στον «Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (Τ.Ε.Α.Δ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ) και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων του ΕΤΑΑ. Ειδικώς στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης προκαταβάλλεται ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) επί «ποσού αναφοράς», από το οποίο ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) προορίζεται για τον «ειδικό διανεμητικό λογαριασμό νέων δικηγόρων» του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 2915/2001 (Α΄109), ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στο ΤΕΑΔ του ΕΤΑΑ και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων του ΕΤΑΑ.

Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ή ματαίωσης της δίκης, η προκαταβολή αναζητείται από το Δικηγόρο που προέβη σε αυτήν. Άλλως, η προκαταβολή ισχύει για την νέα συζήτηση.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη  της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, καθορίζεται το προβλεπόμενο στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής «ποσό αναφοράς» για κάθε διαδικαστική ενέργεια ή παράσταση του δικηγόρου, και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Η απόφαση μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ως «ποσό αναφοράς», κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διάταξης, νοείται το ποσό που ορίζεται στην Κ.Υ.Α. υπ’ αριθ. 1117864/2297/Α0012/7.12.2007 (Β’ 2422) για την αντίστοιχη διαδικαστική  πράξη ή παράσταση δικηγόρου.

2. Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσοστά, τα οποία είναι εφαρμοστέα επί των «ποσών αναφοράς», που ορίζονται στα τρία πρώτα εδάφια της προηγούμενης παραγράφου. Το διάταγμα αυτό μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

3. Από την υποχρέωση της προκαταβολής,  που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι, όταν εκπροσωπούν:

α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ως «πένητες» σύμφωνα με τα άρθρα  194 έως 204 του Κ. Πολ. Δ., ή ως δικαιούχοι νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν.3326/2004.

β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 175 παρ. 2 και 201 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα,

γ)  το Ελληνικό Δημόσιο και

δ) διαδίκους που αμείβουν το δικηγόρο τους με πάγια αντιμισθία.  Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1,  βαρύνει τον διάδικο, για την καταβολή όμως του ποσού αυτής ευθύνεται εις ολόκληρον και ο δικηγόρος.

Η συνδρομή των περιπτώσεων β`, γ` και  δ`  αποδεικνύεται  με υπεύθυνη       δήλωση  του  πληρεξούσιου  δικηγόρου.

4. Αναφορικά με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως προκαταβολής της παραγράφου 1, ο δικηγόρος που  παρίσταται υποχρεούται να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής του ποσού αυτής.

Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1, υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται.

Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί, καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εισπράττονται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται στο τέλος κάθε μηνός να αποστέλλουν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση,  την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας».

Άρθρο 96Α του Κώδικα Δικηγόρων:

« Άρθρο 96Α.

1. Από τις αμοιβές που προεισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις  του  προηγούμενου  άρθρου,  κάθε  Δικηγορικός Σύλλογος έχει δικαίωμα να παρακρατεί, πέρα από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 8  του προηγούμενου   άρθρου,   ποσοστό,  που  θα  περιέρχεται,  μαζί  με  τα παρακρατούμενα ποσοστά αμοιβών που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 161 του νόμου αυτού και στα άρθρα  9  και  10  του  ν.  1093/1980,  σε ιδιαίτερο  λογαριασμό  για να διανέμονται μεταξύ μελών του Δικηγορικού Συλλόγου.»

9. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 96Α του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Επί υπάρξεως σε Δικηγορικό Σύλλογο ιδιαίτερου διανεμητικού λογαριασμού, το κατά το επόμενο εδάφιο της παραγράφου αυτής οριζόμενο ποσοστό, ως πόρος του λογαριασμού τούτου, υπολογίζεται επί «ποσού αναφοράς», κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, που εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλόγως, προκαταβάλλεται δε μαζί με το προκαταβαλλόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου ποσοστό.»

Άρθρα 160 και 161 του Κώδικα Δικηγόρων

«Άρθρο 160.

«Δια την εξέλεγξιν τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και την περί ταύτης σύνταξιν σχετικής εκθέσεως, εάν μεν επακολουθήση η κατά το άρθρον 161 σύνταξις υπό του δικηγόρου εγγράφου ή σχεδίου ή οφειλομένη εις τούτον αμοιβή ορίζεται εις 1 1/2% επί του ποσού της αξίας του ακινήτου. Εις την αμοιβήν ταύτην περιλαμβάνεται και η υπό του άρθρου 161 προβλεπομένη αμοιβή. Εάν δεν επακολουθήση σύνταξις εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλομένη εις τον δικηγόρον αμοιβή ορίζεται εις το 1/3 της κατά τα άνω οριζομένης».

***Το άρθρο 160 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 24 του

Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

Άρθρο 161.

«1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημόσιων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους ορίζεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της: α) για το ποσό μέχρι δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δρχ. ή 44.020,5429 ευρώ σε ποσοστό 1% β) για το ποσό από δεκαπέντε εκατομμύρια και μία (15.000..001) δρχ. ή 44.020,5458 ευρώ και μέχρι πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δρχ. ή 1.467.351,4306 ευρώ σε ποσοστό 0,5%, γ) για το ποσό από πεντακόσια εκατομμύρια και μία (500.000.001) δρχ. ή 1.467.351,4336 ευρώ μέχρι ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) δρχ. ή 2.934.702.,8613 ευρώ σε ποσοστό 0,4 %, δ) για το ποσό από 1 δισεκατομμύριο και μία (1.000.000.001) δρχ. ή 2.934.702, 8642 ευρώ μέχρι δύο δισεκατομμύρια (2.000.000.000) δρχ. ή 5.869.405,7226 ευρώ σε ποσοστό 0,3%,  ε) για το ποσό από δύο δισεκατομμύρια και μία (2.000.000.001) δρχ. ή 5.869.405,7256 ευρώ μέχρι πέντε δισεκατομμύρια (5.000.000.000) δρχ. ή 14.673.514,3066 ευρώ σε ποσοστό 0,2 %,

στ) για το ποσό από πέντε δισεκατομμύρια και μία (5.000.000.001) δρχ. ή 14.673.514,3096 ευρώ μέχρι δέκα δισεκατομμύρια (10.000.000.000) δρχ. ή 29.347.028,6133 ευρώ σε ποσοστό 0,1 %,

ζ) για το ποσό από δέκα δισεκατομμύρια και μία (10.000.000.001) δρχ. ή 29.347.028,6162 ευρώ μέχρι είκοσι δισεκατομμύρια (20.000.000.000) δρχ. ή 58.694.057,2267 ευρώ σε ποσοστό 0,05% κα η) για το ποσό πέραν των είκοσι δισεκατομμυρίων και μιας (20.000.000.001) δρχ. ή 58.694.057,2296 ευρώ σε ποσοστό 0,01%.»

*** Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.2 άρθρ.37 Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 109/29.5.2001. Με την παρ.3 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι:

» 3. Τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 και τα ποσοστά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Η επόμενη αναπροσαρμογή δεν μπορεί να γίνει πριν από την 1.1.2003″.

2. Επί δικαιοπραξίας, ης το αντικείμενον είναι περιοδικαί παροχαί   ή πρόσοδοι απροσδιορίστου  χρόνου,  το  ελάχιστον  όριον  της  αμοιβής κανονίζεται  κατά  τα ανωτέρω επί τη βάσει του διπλασίου της ενιαυσίας  παροχής ή προσόδου.

3. Επί δικαιοπραξίας,  ης  το  αντικείμενον  δεν  συνιστάται  εις ωρισμένην   χρηματικήν   ποσότητα,  το  ελάχιστον  όριον  της  αμοιβής κανονίζεται κατά τα ανωτέρω επί τη βάσει  της  πραγματικής  αξίας  του αντικειμένου τούτου.

4.   Επί   δικαιοπραξίας   ης   το   αντικείμενον   είναι   φύσει  απροσδιορίστου αξίας, το κατώτατον  όριον ορίζεται εις δραχ. 150.

5. Επί δικαιοπραξίας επί πλειόνων  αντικειμένων  το  όριον  τούτο κανονίζεται  κατά  τα  ανωτέρω  επί  τη  βάσει της αξίας, ην εν συνόλω  έχουσι τα αντικείμενα ταύτα.

«6. Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον, ο οποίος εκδίδει τριπλότυπον απόδειξιν. Εν των αντιτύπων της αποδείξεως προσαρτάται υπο του συμβολαιογράφου εις το συμβόλαιον επί πειθαρχική ποινή τούτου. Η υπό του Δικηγορικού Συλλόγου προεισπραττομένη αμοιβή αποδίδεται εις τον δικαιούχον δικηγόρον μετά παρέλευσιν 15 τουλάχιστον ημερών.

7. Εκ της κατά της προηγουμένης παράγραφον προκαταβαλλομένης αμοιβής,

δύναται ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήση ποσοστόν ταύτης, οριζόμενον δι`αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκδιδομένης μετ`απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, λαμβανομένης δια πλειοψηφίας των 2/3  των μελών αυτού και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Δια της αυτής ή ετέρας Υπουργικής Αποφάσεως κατά τον αυτόν τρόπον εκδιδομένης, καθορίζονται τα της συστάσεως ιδίου Λογαριασμού δια την συγκέντρωσιν των παρακρατουμένων ποσοστών, τα της διανομής αυτών εις τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια».

***Οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 161 προστέθηκαν με το άρθρο 25  παρ. 2 του άρθρου 25 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Κατά το άρθρο 9 του Ν.1093/1980,όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 22 του Ν.1868/1989 η διατάξη της παρ.7 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται  και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδος και αναγνωρίσεως δικαιούχων.Βλ  και λοιπές διατάξεις του αυτού άρθρου  9 Ν.1093/1980 ως προς τον καθορισμό της αμοιβής ,παρακράτησης κλπ.

«8. Της κατά την παράγραφον 6  υποχρεώσεως  προκαταβολής  εις  τον οικείον  Δικηγορικόν  Σύλλογον της δικηγορικής αμοιβής απαλλάσσονται :

α) οι συμβαλλόμενοι οι εμπίπτοντες εις τας διατάξεις  των  άρθρων  175 παράγρ.  2  και 201 παράγρ. 6 του παρόντος νόμου, β) συμβαλλόμενου των οποίων αι υποθέσεις διεξάγονται δια δικηγόρων αμειβομένων  διά  παγίας αντιμισθίας, εφ` όσον ούτοι έχουν προσληφθή εξ μήνας προ της υπογραφής του  οικείου  συμβολαιογραφικού  εγγράφου.  Η συνδρομή  των  ως  άνω περιπτώσεων  αποδεικνύεται  δι`  εγγράφου   υπευθύνου   δηλώσεως   του παρισταμένου  δικηγόρου, θεωρουμένης της υπογραφής του υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και επισυναπτομένης εις το πρωτότυπον του  συμβολαιογραφικού εγγράφου».

«Στην πιο πάνω όμως περίπτωση με στοιχείο β` προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το κατά την παράγραφο 7 ποσοστό δικηγορικής αμοιβής.»

** Η παρ.8 προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 950/1979 (Α 165).

*** Το τελευταίο εδάφιο της παρ.8 προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.18

Ν.3226/2004,ΦΕΚ Α 24/4.2.2004.

10.Τα άρθρα 160 και 161 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίστανται ως εξής:

«     Άρθρο 160

Για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και την σύνταξη της σχετικής έκθεσης,                   η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία, όπως ορίζει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 92.

Άρθρο 161

1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία, όπως ορίζει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 92.
2. Με κοινή απόφαση των  Υπουργών Οικονομικών και  Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται  μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου,  η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να  συστήνεται ιδιαίτερος λογαριασμός για την συγκέντρωση καταβαλλομένων ποσών  (υποχρεωτικών εισφορών) από δικηγόρους επί διενεργείας οριζομένων εξώδικων ή δικαστικών εργασιών και να ρυθμίζονται τα αναγκαία ζητήματα για τη συγκέντρωση των καταβαλλομένων ποσών, τη διανομή τους στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την λειτουργία του λογαριασμού. Με όμοια απόφαση, εκδιδόμενη κατά την ίδια διαδικασία,  οι δικηγόροι που προβαίνουν  στις νομικές εργασίες της προηγούμενης παραγράφου ή σε άλλες οριζόμενες νομικές εργασίες, μπορεί να υποχρεούνται σε προκαταβολή εισφοράς προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο συγκεκριμένου ποσοστού, επί «ποσού αναφοράς» ή επί «ποσοστού αναφοράς» το οποίο υπολογίζεται επί  της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας.

    Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη, ένα από τα αντίτυπα της οποίας προσαρτάται από τον συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο. Η παράλειψη προσαρτήσεως συνιστά πειθαρχικό αδίκημα του συμβολαιογράφου.

    3. Τα «ποσά» ή τα «ποσοστά αναφοράς»,  με βάση τα οποία υπολογίζονται ποσοστιαίως οι προκαταβολές των δικηγόρων προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Με όμοια απόφαση τα ποσά και τα ποσοστά αυτά αναπροσαρμόζονται. Η απόφαση, κατά τα δύο προηγούμενα εδάφια, μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
    4. Μέχρι την έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως κατά το πρώτο εδάφιο της προηγουμένης παραγράφου, το «ποσοστό αναφοράς» επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστιαίως το ποσό που ο δικηγόρος  υποχρεούται να προκαταβάλλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο σύμφωνα με την  παράγραφο 2, ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας ως εξής:

      α) για το ποσό μέχρι 44.000 ευρώ, «ποσοστό αναφορά»ς 1%,

      β) για το ποσό από 44.001 ευρώ και μέχρι 1.467.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,5%,

      γ) για το ποσό από 1.467.001 ευρώ μέχρι 2.935.000 ευρώ, ποσοστό αναφοράς 0,4%,

      δ) για το ποσό από 2.935.001 ευρώ μέχρι 5.810.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,3%,

      ε) για το ποσό από 5.810.001 ευρώ, μέχρι 14.673.500 «ποσοστό αναφοράς» 0,2%.

      στ) για το ποσό από 14.673.501 ευρώ μέχρι 29.347.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,1%

      ζ) για το ποσό από 29.347.001 μέχρι 58.694.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,05% και

      η) για το ποσό πέραν των 58.694.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,01%

      θ) Για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο είναι περιοδικές παροχές ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου, το «ποσοστό αναφοράς» προσδιορίζεται σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, βάσει του διπλασίου της ετήσιας παροχής ή προσόδου.

      5. Για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4, βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της.

        Για δικαιοπραξία επί περισσοτέρων αντικειμένων, η αξία προσδιορίζεται       σύμφωνα με την παράγραφο 4, βάσει της αξίας την οποία έχουν συνολικά τα αντικείμενά της.

        Για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο είναι από τη φύση του   απροσδιόριστης αξίας, ληπτέο υπόψη ως «ποσό αναφοράς», είναι  το ποσό των 100 ευρώ.

        6. Από την υποχρέωση προκαταβολής εισφοράς προς τον  Δικηγορικό Σύλλογο κατά την παράγραφο 2,  απαλλάσσονται οι δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούν  συμβαλλόμενους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 175 παράγραφος 2 και 201 παράγραφος 6 του παρόντος κώδικα.»

          11. Οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’  εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την προηγούμενη παράγραφο, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 161, όπως τούτο αντικαθίσταται με την προηγούμενη παράγραφο.
          Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 175 του Κώδικα Δικηγόρων:

          « Άρθρο 175.

          1.  Ο Δικηγόρος δεν δύναται να παράσχη τας υπηρεσίας αυτού δωρεάν ή επί αμοιβή ελάσσονι της υπό του παρόντος νόμου κεκανονισμένης.

          «2. Εξαιρετικώς, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τους περιορισμούς της παραγράφου 1, προς σύζυγο ή προς συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και προς δικηγόρο ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον

          πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση, οι οποίοι όμως προκαταβάλλουν τα δικαστικά έξοδα.»

          *** Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 16 παρ.8  Ν.3472/2006,ΦΕΚ Α 135/4.7.2006.

          12. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 175, του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίστανται ως εξής:

          «1. Ο Δικηγόρος δεν δύναται να παρέχει τις υπηρεσίες του δωρεάν.

          2. Εξαιρετικώς, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τον περιορισμό της παραγράφου 1, προς σύζυγο ή προς συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και προς δικηγόρο ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση, οι οποίοι όμως προκαταβάλλουν τα δικαστικά έξοδα.»

          Το άρθρο 176 του Κώδικα Δικηγόρων:

          “ Άρθρο 176.

          Δι`  εργασίας ή πράξεις ή απασχολήσεις του Δικηγόρου δικαστικάς ή εξωδίκους, περί της αμοιβής  των  οποίων  δεν  προνοούσιν  ειδικώς  τα προηγούμενα  άρθρα,  η αμοιβή αυτού, εν ελλείψει συμφωνίας κανονίζεται

          κατ` ανάλογον εφαρμογήν των διατάξεων του Κώδικος.

          13. Στο άρθρο 176 του Κώδικα Δικηγόρων οι λέξεις «ή εξωδίκους» διαγράφονται.
          Η παρ. 1 του άρθρου 178 του Κώδικα Δικηγόρων:

          « Άρθρο 178.

          1. Οι Πρόεδροι και τα Δικαστήρια εν  τη  επιδικάσει  δικηγορικών αμοιβών, δικαστικών εξόδων και τελών, ως και εν τη εκκαθαρίσει πινάκων Δικηγορικών αμοιβών, υποχρεούνται να εφαρμόζωσι τας περί ορίων αμοιβών διατάξεις  του  Κώδικος  τούτου, μη δικαιουμένοι να περιορίζωσι ταύτας κάτω των ελαχίστων ορίων αμοιβών, έτι δε  υποχρεούνται  να  λαμβάνωσιν υπ`  όψει  και  τον υπό των διαδίκων υποχρεωτικώς παρατιθέμενον κάτωθι των προτάσεων πίνακα των γενομένων εξόδων και των καταβλητέων αμοιβών.

          14. Το πρώτο εδάφιο της  παραγράφου 1 του άρθρου 178 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται με δύο εδάφια, ως εξής:

          « 1. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, τα Δικαστήρια κατά την επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση κατά την οποία δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας  περί αμοιβής μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του ή αντιπροσώπου αυτού, εφαρμόζουν τις περί νομίμων αμοιβών διατάξεις του Κώδικα τούτου. Προς τούτο λαμβάνουν υπόψη τον πίνακα των γενομένων εξόδων και των καταβλητέων αμοιβών που παρατίθεται υποχρεωτικά από τους διαδίκους κάτω από τις προτάσεις τους.»

          Οι παράγραφοι 2 έως και 7 του άρθρου 7 του ν. 2753/1999 έχουν ως εξής:

          «2. Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη συμπραξή τους σε  εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για  κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα του καθορίζεται το μήνα  Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Oικονομικών και  Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Kυβερνήσεως ύστερα από γνώμη της  Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας

          ελάχιστη αμοιβή,  ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας. H απόφαση αυτή μπορεί να  εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων  της χώρας, αν

          παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Yπουργείου Δικαιοσύνης.

          3. H ελάχιστη αμοιβή που προβλέπεται από την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου,  προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπο γραμμάτιο. Oι  δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με  συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που  αναγράφονται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο.

          Εξαιρούνται από αυτήν την υποχρέωση παρακράτηση φόρου:

          α) Oι αμοιβές για παραστάσεις καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν  δικηγόροι οι οποίοι συνδέονται με τον εντολέα τους με σύμβαση έμμισθης εντολής και  αμείβονται με πάγια αντιμισθία.

          β) Oι αμοιβές στις περιπτώσεις των εργατικών και αυτοκινητικών υποθέσεων, όπου ο  δικηγόρος αμείβεται με εργολαβικό συμβόλαιο, εφόσον υποβάλλει αντίγραφο του  συμβολαίου αυτού στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία. Το Δημόσιο, τα νομικά  πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας, οι  οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υποχρεούνται  να παρακρατούν φόρο εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της  αμοιβής του δικηγόρου.

          4. Ομοίως, παρακρατείται φόρος εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%)  επί οποιουδήποτε ποσού εισπράττει ως μέρισμα ο δικηγόρος από το δικηγορικό σύλλογο ή από ταμείο συνεργασίας ή διανεμητικό λογαριασμό οποιουδήποτε ποσού νομικής μορφής.

          5. Αν ο εντολέας για υποθέσεις που αναθέτει σε δικηγόρο υποχρεούται κατά νόμο να προβεί  σε παρακράτηση φόρου, οι διατάξεις του άρθρου 58 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται μετά  την αφαίρεση της ελάχιστης αμοιβής που αναγράφεται στο οικείο γραμμάτιο είσπραξης από  το ακαθάριστο ποσό που δικαιούται ο δικηγόρος.

          6. Για την απόδοση του φόρου που παρακρατήθηκε από τους δικηγορικούς συλλόγους  εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 59 του ν.2238/1994 και την ευθύνη για την  απόδοση αυτή φέρει ο πρόεδρος του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Για την απόδοση του  φόρου που παρακρατήθηκε από τους υπόχρεους της περίπτωσης β της παραγράφου 3 του

          παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 2238/1994. Μαζί  με την οικεία δήλωση απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου του προηγούμενου εδαφίου  γνωστοποιείται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία και αντίγραφο της απόφασης  του δικαστηρίου.

          7. Με αποφάσεις των Υπουργών Oικονομικών και Δικαιοσύνης, κοινές κατά περίπτωση,  ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των

          διατάξεων των προηγούμενων  παραγράφων 2 έως και 6.»

          15. Οι παράγραφοι 2 έως και 7 του άρθρου 7 του ν. 2753/1999 (Α’ 249) καταργούνται.
          16. Με Π.Δ. που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, διενεργείται κάθε αναγκαία προσαρμογή στις διατάξεις  του παρόντος νόμου των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων καθώς και οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που αφορά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.