- Υπουργείο Οικονομικών - http://www.opengov.gr/minfin -

Άρθρο 23 – Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών – Τροποποίηση του άρθρου 34 του ν. 4557/2018

(παρ. 20, 33, 34, 35 και 36 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

Στο άρθρο 34 του ν. 4557/2018 τροποποιούνται οι παρ. 2, 4 και 7, προστίθεται παρ. 8 και το άρθρο 34 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 34
Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών (άρθρο 32 παράγραφοι 4, 5, 6 και άρθρα 53, 54, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 34 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843, 55 και 57 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849)

1. Η Αρχή διαβιβάζει και ανταλλάσσει πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των αναλύσεών της, με τις αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και με τις εποπτικές αρχές, εφόσον οι πληροφορίες αυτές κρίνονται αναγκαίες για το έργο τους και για την εκπλήρωση των νόμιμων καθηκόντων τους. Επίσης, μπορεί να ζητεί ενημέρωση για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν διεξαχθεί από τις εν λόγω αρχές, καθώς και κάθε πληροφορία που προβλέπεται από το άρθρο 49.
Η Αρχή μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών, αν αυτή μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στις διεξαγόμενες έρευνες ή αναλύσεις ή αν η γνωστοποίηση των πληροφοριών είναι σαφώς δυσανάλογη προς τα έννομα συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή δεν εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίον ζητείται.
Η Αρχή ενημερώνει μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες την Α.Α.Δ.Ε. για τις περιπτώσεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων, που προέρχονται από φορολογικά αδικήματα, τελωνειακά αδικήματα ή αδικήματα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Μέσα στην ίδια προθεσμία, ενημερώνει το Σ.Δ.Ο.Ε. για τις δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων που αφορούν εν γένει αδικήματα, που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του, καθώς και για περιπτώσεις αποκάλυψης εστιών οικονομικού εγκλήματος, απάτης, διαφθοράς και ύποπτης κίνησης κεφαλαίων που έχουν περιέλθει σε γνώση της, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24.
2. Η Αρχή ανταλλάσσει, με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από αίτημα, με ΜΧΠ άλλων κρατών μελών της Ε.Ε. πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης, που μπορεί να είναι χρήσιμες για τις επιχειρησιακές τους αναλύσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όσες αφορούν το εμπλεκόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το είδος των συναφών βασικών αδικημάτων και ακόμη και αν το είδος των συναφών βασικών αδικημάτων δεν ταυτοποιείται κατά την ανταλλαγή. Η Αρχή, όταν λαμβάνει αιτήματα παροχής πληροφοριών, διαβιβάζει αμελλητί τις σχετικές απαντήσεις, αξιοποιώντας όλες τις εξουσίες και τα μέσα που διαθέτει. Για τη λήψη αιτήματος παροχής πληροφοριών από ΜΧΠ άλλων κρατών μελών, η Αρχή ορίζει τουλάχιστον έναν υπεύθυνο ή σημείο επικοινωνίας. Αν λαμβάνει αναφορές ύποπτων ή ασυνήθων συναλλαγών που αφορούν άλλο κράτος μέλος, τις διαβιβάζει αμελλητί στην αντίστοιχη ΜΧΠ.
3. Τα εκατέρωθεν αιτήματα ανταλλαγής πληροφοριών πρέπει να περιλαμβάνουν τα πραγματικά περιστατικά και το πλαίσιο διενέργειας της έρευνας, τους λόγους υποβολής του αιτήματος και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι ζητούμενες πληροφορίες. Η Αρχή εκτελεί μόνο αιτήματα που πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Επιπλέον η Αρχή μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών για λόγους εθνικής ασφάλειας και στις περιπτώσεις που η παροχή των πληροφοριών παραβιάζει το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
4. Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Αρχής με ΜΧΠ άλλων κρατών μελών της Ε.Ε. μπορεί να επιβάλλονται περιορισμοί και προϋποθέσεις ως προς τη χρήση τους. Οι πληροφορίες που προέρχονται από ΜΧΠ άλλων κρατών μελών μπορεί να χρησιμοποιούνται από την Αρχή μόνο για τον σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν και με σεβασμό των επιβληθέντων περιορισμών ή προϋποθέσεων. Οποιαδήποτε διαβίβαση των πληροφοριών αυτών σε άλλη αρχή ή φορέα ή χρήση του για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων υπόκειται σε προηγούμενη συγκατάθεση της ΜΧΠ που παρέχει τις πληροφορίες.
Σε περίπτωση που ζητείται η συγκατάθεση της Αρχής για τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών σε άλλη αρμόδια αρχή ή φορέα ή χρήση τους για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων, η συγκατάθεση αυτή παρέχεται αμελλητί και στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ανεξαρτήτως του βασικού αδικήματος. Η Αρχή παρέχει τη συγκατάθεσή της για τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών, εκτός αν η διαβίβαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή αν η διαβίβαση θα μπορούσε να παρακωλύσει τη διενέργεια εγχώριας ποινικής έρευνας ή αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου. Τυχόν άρνηση συγκατάθεσης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
5. Οι αρμόδιες αρχές μπορεί ομοίως να ανταλλάσσουν εμπιστευτικής φύσης πληροφορίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από τον παρόντα και να αλληλοενημερώνονται για τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών. Με διμερή ή πολυμερή μνημόνια συνεργασίας μπορεί να εξειδικεύονται οι διαδικασίες και οι τεχνικές λεπτομέρειες της ανωτέρω ανταλλαγής πληροφοριών.
6. Οι αρχές της παρ. 1 μπορεί να διενεργούν κοινούς ελέγχους σε υποθέσεις κοινής αρμοδιότητας και ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από τον παρόντα νόμο.
7. Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος, ως πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης νοούνται εκείνες που αφορούν την επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική συμπεριφορά προσώπων, τα στοιχεία των συναλλαγών και δραστηριοτήτων τους, τα φορολογικά στοιχεία τους, καθώς και πληροφορίες που σχετίζονται με ποινικά αδικήματα και φορολογικές, τελωνειακές ή άλλες διοικητικές παραβάσεις. Οι διαφορές μεταξύ των ορισμών των βασικών αδικημάτων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο δεν εμποδίζουν την Αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες ή να παρέχει συνδρομή σε ΜΧΠ άλλων κρατών μελών.
8. Οι αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες που επιτρέπουν την έγκαιρη εξακρίβωση οποιωνδήποτε προσώπων κατέχουν ακίνητη περιουσία, μεταξύ άλλων μέσω μητρώων ή ηλεκτρονικών συστημάτων ανάκτησης δεδομένων, όπου αυτά είναι διαθέσιμα. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών μπορεί να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τα εν λόγω μητρώα ή συστήματα.».