- Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων - http://www.opengov.gr/minlab -

2.6 – Συμπεράσματα από την ανάλυση – Προτεραιότητες

Η ύφεση που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσε μείωση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και αύξηση της ανεργίας στην Ελλάδα όπως και σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Ωστόσο, από την ανάλυση των στοιχείων της αγοράς εργασίας διαπιστώνεται σταδιακή αποκλιμάκωση της ανεργίας. Κατά τον σχεδιασμό των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης λαμβάνονται υπόψη μια σειρά από παράγοντες και ιδίως:
 το τρέχον μακροοικονομικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από υποτονική ζήτηση εργατικού δυναμικού. Το πάγωμα ή η μείωση των νέων προσλήψεων είναι το μέτρο που χρησιμοποιείται πιο εντατικά από τις περισσότερες επιχειρήσεις για την προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα.
 οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες κυριαρχούν στην Ελλάδα (εκ των οποίων το 92,1% αντιστοιχεί σε επιχειρήσεις με προσωπικό έως 9 άτομα) έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση και πολλές αδυνατούν να παραμείνουν βιώσιμες πόσο δε μάλλον να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας.
 τα χαμηλά ποσοστά απασχόλησης (ηλικίες 20-64 ετών) το 2017 παρατηρούνται στα άτομα που δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (23,1%) και στα άτομα με πρωτοβάθμια εκπαίδευση (44,7%). Για τα άτομα με απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης το ποσοστό απασχόλησης ήταν 52,6%, ενώ για τα άτομα με ανώτερο τίτλο σπουδών το πτυχίο ΑΕΙ ή ΤΕΙ το ποσοστό απασχόλησης ήταν 69,3% και για τους κατόχους μεταπτυχιακού ή διδακτορικού 82,5%.
 τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας παρατηρούνται μεταξύ των ατόμων με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο (το υψηλότερο ποσοστό παρατηρείται σε όσους έχουν ολοκληρώσει μόνο μερικές τάξεις δημοτικού, 42,0%, ΕΛΣΤΑΤ για το 2017).
 σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στις γυναίκες (26,1% έναντι 17,8% των ανδρών/ΕΛΣΤΑΤ 2017).
 το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στους νέους ηλικίας 15-24 ετών (43,6%), οι οποίοι ωστόσο αποτελούν λίγο παραπάνω από το 10% του συνολικού αριθμού των ανέργων.
 η ηλικιακή ομάδα με το μεγαλύτερο ποσοστό αντιπροσώπευσης στους εγγεγραμμένους ανέργους είναι αυτή των ανέργων 30-44 ετών.
 η μακροχρόνια ανεργία είναι ανησυχητική, καθώς το μερίδιο της μακροχρόνιας ανεργίας ανήλθε σε 72,8% το 2017 (ηλικίες 15+) και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση ώστε να μην καταστεί η ανεργία δομική.
 το επίπεδο των μισθών και η επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης σε βάρος της πλήρους απασχόλησης περιορίζουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων.
 η ψηφιακή απόκλιση της χώρας σε σχέση με τα κράτη μέλη της ΕΕ.
Η σύνθεση της ανεργίας και η έρπουσα αποκλιμάκωση της καταδεικνύουν τις δυνατότητες για την ταχύτερη μείωσή της μέσω και της ακριβέστερης και περισσότερο αξιόπιστης διάγνωσης της ζήτησης συγκεκριμένων δεξιοτήτων και επαγγελμάτων. Επιπρόσθετα, καταδεικνύουν τις θετικές προοπτικές για την μείωση της ανεργίας ειδικών κατηγοριών ανέργων μέσω της καλύτερης αντιστοίχισης των προσφερόμενων δεξιοτήτων με αυτές που ζητά η αγορά εργασίας, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που παρέχει η δια βίου μάθηση.
Όμως, σε ένα περιβάλλον όπως το ελληνικό, όπου το πρόβλημα δεν είναι η ποιότητα του εργατικού δυναμικού, αλλά κυρίως η έλλειψη ζήτησής του, το πραγματικό ζητούμενο είναι η δημιουργία εγγυημένων θέσεων απασχόλησης, ικανών να υποστηρίζουν οικονομικά τον άνεργο, να τον ενσωματώνουν στην αγορά εργασίας, να διασφαλίσουν την κοινωνική συνοχή και να αποτελέσουν μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας.
Είναι σημαντικό λοιπόν το στρατηγικό πλαίσιο των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης (ΕΠΑ) να ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη κατάσταση της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω απαιτείται ολοκληρωμένος σχεδιασμός με άμεσες και μακροπρόθεσμες δράσεις για την απασχόληση και την κατάρτιση, σε συνάρτηση με την παραγωγική βάση της οικονομίας, τη δυναμικότητα των κλάδων και τις πραγματικές ανάγκες του επιχειρηματικού κόσμου και του κόσμου της εργασίας σε συνδυασμό με μέτρα θεσμικού χαρακτήρα που αναβαθμίζουν και ολοκληρώνουν το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης, της εργασιακής εμπειρίας και της μαθητείας.
Για να τονωθεί η ζήτηση εργασίας και από τη στιγμή που ο ιδιωτικός τομέας δεν δύναται να δημιουργήσει ικανό αριθμό θέσεων εργασίας προκειμένου να περιοριστεί ουσιαστικά το ποσοστό ανεργίας, η παροχή εγγυημένης απασχόλησης στα προγράμματα υποστήριξης των ανέργων αποτελεί τμήμα του μίγματος πολιτικής που ακολουθείται. Στόχος είναι να συνδεθεί με την αύξηση της παραγωγικότητας του δημοσίου τομέα, στο μέγιστο βαθμό που θα διευκολύνει τους πολίτες και τον ιδιωτικό τομέα.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται η παροχή εγγυημένης απασχόλησης στους ανέργους σε θέσεις στον δημόσιο (μέσω κοινωφελούς εργασίας) αλλά και στον ιδιωτικό τομέα μέσω επιχορήγησης ιδιωτικών επιχειρήσεων (για την ενίσχυση της απασχόλησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις).Η υποστήριξη των ανέργων μέσω προγραμμάτων κατάρτισης τα οποία αναβαθμίζουν τις δεξιότητες και τα προσόντα τους, ώστε να μπορούν να εισέλθουν/επανεισέλθουν στην αγορά εργασίας, είναι ιδιαιτέρως σημαντική για το σύνολο των ανέργων και ιδίως για άτομα χαμηλών προσόντων αλλά και για άτομα που χρειάζονται εκ νέου απόκτηση δεξιοτήτων (re-skilling) όταν οι κλάδοι στους οποίους απασχολούνται δεν έχουν δυναμισμό και η απασχόληση τους δεν είναι δυνατή.
Στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων απασχόλησης και κατάρτισης συμβάλλει καθοριστικά η λειτουργία του Μηχανισμού Διάγνωσης των Αναγκών της Αγοράς Εργασίας, τροφοδοτώντας τους φορείς σχεδιασμού των πολιτικών απασχόλησης και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με την απαιτούμενη πληροφορία και τα στοιχεία για τους δυναμικούς κλάδους και επαγγέλματα.
Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρίζονται τα όρια του ρόλου των ΕΠΑ στο πλαίσιο της διαρκούς έλλειψης ζήτησης εργασίας και δεδομένης, δεδομένης της υψηλής ζήτησης για ΕΠΑ από τους ανέργους.
Ενώ από τη μία πλευρά, υπάρχει μια φαινομενικά απεριόριστη ζήτηση για ΕΠΑ, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικός κίνδυνος ότι η ανταπόκριση στο αίτημα αυτό θα έχει περιορισμένες επιπτώσεις στην μετάβαση των ανέργων στην αγορά εργασίας, λόγω της έλλειψης ζήτησης.
Όλα τα ανωτέρω καθιστούν δύσκολο τον σχεδιασμό μιας στρατηγικής και απαιτείται μια προσέγγιση που αναγνωρίζει τα όρια του εφικτού, επικεντρώνοντας σε τομείς και παρεμβάσεις που παρέχουν το μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο εντός ενός πλαισίου με περιορισμούς τόσο στην πλευρά της ζήτησης της εργασίας όσο και των περιορισμένων διαθέσιμων πόρων.
Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση στην αγορά εργασίας, το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σχεδιάζει και υλοποιεί μέτρα για την άμεση υποστήριξη όσο το δυνατόν περισσότερων ανέργων και την ένταξή τους στην αγορά εργασίας. Προτεραιότητα δίνεται επομένως καταρχάς στην καταπολέμηση της ανεργίας και στη συνέχεια στην ανάληψη δράσεων για τη αύξηση της απασχόλησης.
Ο μεγάλος αριθμός των ανέργων μας «υποχρεώνει» να δίνουμε προτεραιότητα κατά την εφαρμογή των προγραμμάτων απασχόλησης στις πλέον ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι μακροχρόνια άνεργοι χαμηλών προσόντων και μεγάλοι σε ηλικία, οι νέοι και οι δικαιούχοι του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης. Επίσης, προτεραιότητα θα δοθεί στους άνεργους που βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση από την αγορά εργασίας καθώς κινδυνεύουν περισσότερο να τεθούν σε μόνιμη απομάκρυνση από την αγορά εργασίας και σε κοινωνικό αποκλεισμό .
Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης απευθύνονται στους ανέργους που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΟΑΕΔ, καθώς και το γεγονός ότι δίνεται προτεραιότητα σε κατηγορίες όπως οι νέοι που είναι εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, θα πραγματοποιηθούν δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης προς τους δυνητικά ωφελούμενους των ΕΠΑ ώστε να διασφαλισθεί ότι οι πολίτες είναι ενήμεροι για τις υλοποιούμενες δράσεις και τις δυνατότητες που τους παρέχονται.
Με την επιλογή αυτών των προτεραιοτήτων, ανταποκρινόμαστε και στις προκλήσεις που έχουν επισημανθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ελλάδα για την καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας και της ανεργίας των νέων καθώς και στις σχετικές Συστάσεις του Συμβουλίου των Εγγυήσεων για τη Νεολαία και για τους μακροχρόνια άνεργους .