- Υπουργείο Ανάπτυξης - http://www.opengov.gr/ypoian -

Άρθρο 7 – Άσκηση αντιπροσωπευτικών αγωγών, μέτρα για την παύση και την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς προμηθευτών, μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης – Προσθήκη Κεφαλαίου Δ’ στο Μέρος Όγδοο του ν. 2251/1994

Στο Μέρος Όγδοο του ν. 2251/1994 (Α’ 191) προστίθεται Κεφάλαιο Δ’ ως εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΩΝ ΑΓΩΓΩΝ, ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩΝ, ΜΕΤΡΑ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Άρθρο 10η
Άσκηση διασυνοριακών αντιπροσωπευτικών αγωγών
(άρθρο 6 Οδηγίας 2020/1828/ΕΕ)
1. Νομιμοποιούμενοι φορείς που έχουν οριστεί εκ των προτέρων σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον σκοπό της άσκησης διασυνοριακών αντιπροσωπευτικών αγωγών μπορούν να ασκούν διασυνοριακές αγωγές ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων.
2. Αν η παράβαση του Παραρτήματος ΙΙ λαμβάνει χώρα στην ελληνική Επικράτεια και επηρεάζει ή ενδέχεται να επηρεάσει καταναλωτές και σε άλλα κράτη μέλη, η αντιπροσωπευτική αγωγή μπορεί να ασκηθεί ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, από διάφορους νομιμοποιούμενους φορείς και άλλων κρατών μελών, προκειμένου να προστατευθούν τα συλλογικά συμφέροντα καταναλωτών και σε άλλα κράτη μέλη.
3. Για την απόδειξη του νομικού καθεστώτος του νομιμοποιούμενου φορέα να ασκήσει διασυνοριακή αντιπροσωπευτική αγωγή, λαμβάνεται υπόψη η εγγραφή στο ΜΗ.Ν.Φ.Α.Α. της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 10δ ή ο κατάλογος που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828. Κατά την εφαρμογή του παρόντος τα δικαστήρια δύναται να ελέγχουν αν ο καταστατικός σκοπός του νομιμοποιούμενου φορέα, δικαιολογεί την άσκηση αγωγής σε συγκεκριμένη υπόθεση.

Άρθρο 10θ
Αντιπροσωπευτικές αγωγές
(άρθρο 7 Οδηγίας 2020/1828/ΕΕ)
1. Αντιπροσωπευτικές αγωγές ενώπιον δικαστηρίων ασκούν αποκλειστικά οι ενώσεις καταναλωτών που έχουν εγγραφεί στο ΜΗ.Ν.Φ.Α.Α. της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 10δ ή οι νομιμοποιούμενοι φορείς άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν εγγραφεί στον κατάλογο που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828.
2. Κατά την άσκηση αντιπροσωπευτικής αγωγής, οι φορείς της παρ. 1 παρέχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους καταναλωτές, στους οποίους αφορά η αντιπροσωπευτική αγωγή.
3. Οι φορείς της παρ. 1 ζητούν ιδίως:
α) την παύση ή την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς των προμηθευτών, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί, όταν συνίσταται σε παράβαση του Παραρτήματος IΙ, από την οποία προκύπτει ή ενδέχεται να προκύψει ζημία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών,
β) την κατά περίπτωση επανόρθωση και/ή αποκατάσταση, ιδίως μέσω αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, επισκευής, αντικατάστασης, μείωσης του τιμήματος και καταγγελίας της σύμβασης ή επιστροφής του καταβληθέντος τιμήματος.

Άρθρο 10ι
Μέτρα για την παύση ή την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς των προμηθευτών
(άρθρο 8 Οδηγίας 2020/1828/ΕΕ)
1. Τα μέτρα της περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 10θ μπορούν να λαμβάνουν τη μορφή προσωρινού ή οριστικού μέτρου για την παύση ή την απαγόρευση πρακτικής, όταν η ως άνω πρακτική θεωρείται ή διαπιστώνεται, αντίστοιχα, ότι συνιστά παράβαση του Παραρτήματος ΙΙ.
2. Τα οριστικά μέτρα για την παύση ή την απαγόρευση πρακτικής της παρ. 1, μπορεί να περιλαμβάνουν:
α) απόφαση ότι η πρακτική συνιστά παράβαση του Παραρτήματος ΙΙ, και
β) υποχρέωση δημοσίευσης της απόφασης εν όλω ή εν μέρει, με τη μορφή την οποία κρίνει κατάλληλη το δικαστήριο ή υποχρέωση δημοσίευσης διορθωτικής δήλωσης από τον προμηθευτή.
3. Προκειμένου να ζητήσει ένας νομιμοποιούμενος φορέας μέτρα για την παύση ή την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς προμηθευτών, δεν είναι απαραίτητη η έκφραση της βούλησης των μεμονωμένων καταναλωτών για εκπροσώπηση από τον νομιμοποιούμενο φορέα. Ο νομιμοποιούμενος φορέας δεν υποχρεούται να αποδείξει:
α) την πραγματική ζημία ή βλάβη των μεμονωμένων καταναλωτών που θίγονται από την παράβαση ή
β) τον δόλο ή την αμέλεια του προμηθευτή.
4. Με την ίδια αίτηση για λήψη μέτρου για την παύση ή την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς ενός προμηθευτή, ο νομιμοποιούμενος φορέας δύναται να αιτηθεί επιπρόσθετα, ως κύρωση, την καταβολή σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του συνόλου των καταναλωτών. Για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η ένταση της προσβολής, το μέγεθος της εναγόμενης επιχείρησης του προμηθευτή και κυρίως, ο ετήσιος κύκλος εργασιών της, καθώς και οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του συνόλου των καταναλωτών για την αυτή παράβαση παρέχεται μια μόνο φορά. Αν αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης απορριφθεί αμετάκλητα ως προφανώς αβάσιμη, ο εναγόμενος προμηθευτής μπορεί να ζητήσει για τον ίδιο λόγο με αγωγή του, η οποία ασκείται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η απορριπτική απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την ενάγουσα ένωση καταναλωτών και προσωπικά από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία ευθύνονται εις ολόκληρον.

Άρθρο 10ια
Μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης
(άρθρο 9 Οδηγίας 2020/1828/ΕΕ)
1. Με την αγωγή για επανόρθωση και/ή αποκατάσταση ο νομιμοποιούμενος φορέας αιτείται να υποχρεωθεί ο προμηθευτής να παράσχει στους ενδιαφερόμενους καταναλωτές μέσα έννομης προστασίας, όπως αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, επισκευή, αντικατάσταση, μείωση του τιμήματος, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος.
2. Στην αγωγή για επανόρθωση και/ή αποκατάσταση δεν είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των μεμονωμένων καταναλωτών που δικαιούνται να επωφεληθούν από τα μέσα έννομης προστασίας, αλλά αρκεί η περιγραφή της ομάδας των καταναλωτών που δικαιούνται να επωφεληθούν από αυτά.
3. Οι μεμονωμένοι καταναλωτές δύνανται να εκφράσουν τη ρητή βούλησή τους να εκπροσωπηθούν από τον νομιμοποιούμενο φορέα στο πλαίσιο αγωγής για επανόρθωση και/ή αποκατάσταση, και να δεσμευθούν από το αποτέλεσμά της, μέχρι την υποβολή των προτάσεων επί της αγωγής, με την επιφύλαξη της παρ. 6. Ο νομιμοποιούμενος φορέας συνυποβάλλει με τις προτάσεις του τις βεβαιώσεις των μεμονωμένων καταναλωτών που έχει παραλάβει.
4. Οι καταναλωτές που έχουν εκφράσει ρητά τη βούλησή τους να εκπροσωπηθούν στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής αγωγής δεν μπορούν να εκπροσωπούνται ούτε σε άλλες αντιπροσωπευτικές αγωγές, ούτε να ασκούν μεμονωμένα αγωγή για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά του ίδιου προμηθευτή.
5. Οι καταναλωτές δεν λαμβάνουν αποζημίωση πέραν της μιας φοράς για τα ίδια πραγματικά περιστατικά κατά του ίδιου προμηθευτή.
6. Αν η απόφαση που κάνει δεκτή την αγωγή για επανόρθωση και/ή αποκατάσταση καταστεί τελεσίδικη, μεμονωμένος καταναλωτής μπορεί να επωφελείται από μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:
Εντός της ταχθείσας με τη δικαστική απόφαση προθεσμίας γνωστοποιεί εγγράφως στον προμηθευτή, κατά του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, την απαίτησή του, αναφέροντας τα στοιχεία που την προσδιορίζουν. Μετά την άπρακτη παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την έγγραφη γνωστοποίηση, ο καταναλωτής, εφόσον δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να υποβάλει αίτηση στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου στην οποία επισυνάπτει:
α) τη δικαστική απόφαση,
β) τα αποδεικτικά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα αποδεικνύουν την πλήρωση ενδεχόμενων όρων που έχουν τεθεί με την απόφαση,
γ) έγγραφο από το οποίο προκύπτει η υποβολή αιτήματος στον προμηθευτή, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες, πριν από την υποβολή της αίτησης στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και εντός της ταχθείσας, από το δικαστήριο, προθεσμίας.
Εφόσον από τα υποβληθέντα έγγραφα προκύπτει ότι ο μεμονωμένος καταναλωτής δικαιούται να επωφεληθεί από μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων εκδίδει απόφαση, με την οποία καλεί τον προμηθευτή να προβεί στο μέτρο επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της εν λόγω προθεσμίας, το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων εκδίδει απόφαση για την επιβολή κυρώσεων, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 13α.
7. Τα υπόλοιπα κεφαλαίων επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, που δεν ανακτώνται εντός της προθεσμίας που ορίζει το δικαστήριο από τους καταναλωτές, οι οποίοι εξέφρασαν τη βούληση να εκπροσωπηθούν από νομιμοποιούμενο φορέα, μέχρι την υποβολή των προτάσεων, περιέρχονται στον νομιμοποιούμενο φορέα.
8. Τα μέσα έννομης προστασίας που παρέχονται μέσω των μέτρων επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης στο πλαίσιο μιας αντιπροσωπευτικής αγωγής δεν θίγουν επιπρόσθετα μέσα έννομης προστασίας, τα οποία ευρίσκονται στη διάθεση των καταναλωτών, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της εν λόγω αντιπροσωπευτικής αγωγής.

Άρθρο 10ιβ
Δικονομικά ζητήματα σχετικά με την άσκηση αντιπροσωπευτικής αγωγής
(άρθρα 15, 16, 17, 18 και παρ. 1 και 2 άρθρου 20 Οδηγίας 2020/1828/ΕΕ)
1. Αρμόδιο για την εκδίκαση αντιπροσωπευτικής αγωγής είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της κατοικίας ή της έδρας του εναγόμενου προμηθευτή. Αν αντικείμενο της αντιπροσωπευτικής αγωγής αποτελεί ραδιοτηλεοπτική διαφήμιση, αρμόδιο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της έδρας του ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού.
2. Αντιπροσωπευτική αγωγή με αίτημα την παύση ή την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς ασκείται σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) έτους από την τελευταία εκδήλωση της παράνομης συμπεριφοράς που αποτελεί τη βάση της.
3. Η άσκηση της αντιπροσωπευτικής αγωγής με αίτημα την παύση ή την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς διακόπτει τις προθεσμίες παραγραφής ως προς τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η ανωτέρω αντιπροσωπευτική αγωγή.
4. Αντιπροσωπευτική αγωγή με αίτημα την παύση ή την απαγόρευση παράνομης συμπεριφοράς δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης. Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι όλων, ακόμα και αν αυτοί δεν ήταν διάδικοι.
5. Η άσκηση αντιπροσωπευτικής αγωγής με την οποία ζητείται μέτρο επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης διακόπτει τις ισχύουσες προθεσμίες παραγραφής ως προς τους καταναλωτές στους οποίους αφορά.
6. Αντιπροσωπευτική αγωγή με αίτημα τη λήψη μέτρου επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Για την ως άνω αντιπροσωπευτική αγωγή δεν καταβάλλεται δικαστικό ένσημο.
7. Η απόφαση που κάνει δεκτή αγωγή για επανόρθωση και/ή αποκατάσταση προσδιορίζει τους όρους, τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την προθεσμία, εντός της οποίας μεμονωμένος καταναλωτής, ο οποίος δεν είχε εκφράσει τη βούλησή του να εκπροσωπηθεί από νομιμοποιούμενο φορέα στο πλαίσιο της αγωγής, δύναται να επωφεληθεί από τα μέσα έννομης προστασίας που χορηγήθηκαν με την απόφαση.
8. Η τελεσίδικη απόφαση των ελληνικών δικαστηρίων, ή του δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής άλλου κράτους μέλους, σχετικά με την ύπαρξη παράβασης που θίγει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάθε ενάγοντα ως απόδειξη, βάσει της αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων του άρθρου 340 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) στο πλαίσιο κάθε άλλης αγωγής ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, με την οποία ζητούνται μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης κατά του ίδιου προμηθευτή σε σχέση με την ίδια πρακτική.

Άρθρο 10ιγ
Συμβιβασμός για τη λήψη μέτρων επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης
(άρθρο 11 Οδηγίας 2020/1828/ΕΕ)
1. Για την έγκριση συμβιβασμού σε αντιπροσωπευτική αγωγή για μέτρα επανόρθωσης και/ή αποκατάστασης, ο νομιμοποιούμενος φορέας και ο προμηθευτής μπορούν από κοινού να προτείνουν στο δικαστήριο συμβιβασμό αναφορικά με την επανόρθωση και/ή αποκατάσταση υπέρ των ενδιαφερόμενων καταναλωτών.
2. Ο συμβιβασμός της παρ. 1 υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου, το οποίο εξετάζει αν παραβιάζει τα άρθρα 214Α έως 214Γ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) ή περιλαμβάνει όρους που δεν μπορούν να εφαρμοστούν, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα όλων των μερών, ιδίως των καταναλωτών.
3. Οι εγκεκριμένοι συμβιβασμοί είναι δεσμευτικοί για τον νομιμοποιούμενο φορέα, τον προμηθευτή και τους ενδιαφερόμενους μεμονωμένους καταναλωτές. Μεμονωμένοι καταναλωτές, τους οποίους αφορούν η αντιπροσωπευτική αγωγή και ο επακόλουθος συμβιβασμός, δύνανται να αποδεχθούν ή να αρνηθούν να δεσμευτούν από τον συμβιβασμό που αναφέρεται στην παρ. 1 με τη διαδικασία και εντός της προθεσμίας της απόφασης της παρ. 4θ του άρθρου 14.
4. Η επανόρθωση και/ή η αποκατάσταση που επιτυγχάνονται μέσω εγκεκριμένου συμβιβασμού της παρ. 2 δεν θίγουν οιαδήποτε επιπρόσθετα μέσα έννομης προστασίας που διατίθενται στους καταναλωτές, τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο του εν λόγω διακανονισμού.».