Άρθρο 14: Διεύθυνση Πληροφοριών

1. Η Διεύθυνση Πληροφοριών εδρεύει στην Αττική, υπάγεται απευθείας στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και έχει ως αποστολή τη συγκέντρωση, ιδίως μέσω των περιφερειακών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, την αξιολόγηση, ταξινόμηση, ανάλυση και διάθεση επεξεργασμένων ή μη πληροφοριών, προς το σκοπό αντιμετώπισης κάθε μορφής εγκληματικότητας και ιδίως της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και την τήρηση, ενημέρωση και διασφάλιση των ειδικών βάσεων δεδομένων, στις οποίες καταχωρείται και αποθηκεύεται πληροφοριακό υλικό, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
2. Πληροφορίες και στοιχεία τα οποία συλλέγονται από τη Διεύθυνση Πληροφοριών κατ’ εφαρμογήν της προηγούμενης παραγράφου χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, εφαρμοζόμενων, σε κάθε περίπτωση, των διατάξεων του ν. 2472/1997 (Α΄ 50).

  • 5 Αυγούστου 2013, 13:47 | Dr. IOANNIS M. NOMIKOS

    Η ραγδαία αύξηση της τεχνολογίας απαιτεί ριζικές αλλαγές στην αναδιόργανωση των ελληνικών υπηρεσιών ασφαλείας. Η Διεύθυνση Πληροφοριών στην Ελληνική Αστυνομία είναι άκρως αναγκαία και πρέπει να υποστηριχθεί απο την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Σήμερα στην χωρα μας με τις νέες προτεραιότητες που εμφανίζονται είναι επιτακτική η διαμόρφωση ουσιαστικού περιβάλλοντος ασφάλειας, με εμπέδωση του αισθήματος στους επισκέπτες και πολίτες της χώρας, ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση στην επιδιωκόμενη οικονομική της ανάπτυξη (ασφαλές επενδυτικό περιβάλλον), επιβάλλεται η αναμόρφωση του υφιστάμενου μοντέλου αυτού, με την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών εφαρμογής νόμου (ασφαλείας), την καθιέρωση νέων πρακτικών συνεργασίας και την τροποποίηση του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών (Law Enforcement evaluation and intelligence sharing) με την προσαρμογή στα Ελληνικά δεδομένα, εφαρμοσμένων Εθνικών συστημάτων διαχείρισης πληροφοριών.

  • 5 Αυγούστου 2013, 12:59 | Δ.Σ.

    Θα πρέπει οι αρμόδιοι για το σχεδιασμό των Υπηρεσιών Πληροφοριών (εθνικών, στρατιωτικών και αστυνομικών) στην Ελλάδα να «εξισορροπήσουν οργανικά» το ρόλο (υποχρεώσεις & καθήκοντα) ένστολου και πολιτικού προσωπικού.
    Στις ανεπτυγμενες χώρες, σε αυτή τη διάκριση δεν προσδίδεται αξία. Αξία έχει η παιδεία (ακεραιότητα χαρακτήρα), η εκπαίδευση (επιστημονική ειδίκευση), η κατάρτιση (σχολεία πληροφοριών) κι η εμπειρία (επαγγελματική προϋπηρεσία)του -ενός τύπου, ανεξαρτήτου προελεύσεως- Προσωπικού Πληροφοριών.

  • 30 Ιουλίου 2013, 10:27 | Π.Ο.Α.Σ.Υ.

    Αθήνα 30 Ιουλίου 2013
    Αρ. Πρωτ.: 400/1/18β

    ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
    «ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

    Η νομοθετική πρωτοβουλία που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση (από 24 Ιουλίου έως 5 Αυγούστου 2013) για την «Αναδιάρθρωση της Ελληνικής Αστυνομίας», απέχει παρασάγγας από την εμπεριστατωμένη Μελέτη – πρόταση για διάλογο (Μελετητή: Δρ. Πολιτικών Ασφάλειας Παντείου Πανεπιστημίου Γ. Β. Παπακωνσταντή: Προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της Ελληνικής Αστυνομίας, http://www.poasy.gr/web/index.php?option=com_rokdownloads&view=file&Itemid=28&id=88:—– που είχε υποβάλλει στην Πολιτική και Φυσική Ηγεσία η Ομοσπονδία μας το 2011, με στόχο την ψήφιση ενός βασικού νόμου πλαισίου, που θα καθορίζει τη λειτουργία της Αστυνομίας του 21ου αιώνα στη χώρα μας, μέσω ουσιαστικών μεταρρυθμιστικών αποφάσεων και πρωτοβουλιών και με γνώμονα τόσο την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, όσο και τη διασφάλιση του δοκιμαζόμενου, ανελέητα σήμερα, Έλληνα Αστυνομικού.
    Πρέπει να τονιστεί εξαρχής, ότι από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, δόθηκε προς δημόσια διαβούλευση ένα «νομοθέτημα», που συντάχθηκε χωρίς να προηγηθεί διάλογος και εκατέρωθεν ανταλλαγή απόψεων με τους συντάκτες του, ώστε ένα τέτοιο προϊόν αμοιβαίου προβληματισμού να τεθεί στην κρίση της αστυνομικής οικογένειας και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Μάλιστα οι συντάκτες του, παραδόξως, μας είναι άγνωστοι.
    Οφείλουμε επίσης να υπενθυμίσουμε σε όσους τυχόν το λησμονούν, ότι το 2011, το ίδιο το Αρχηγείο, με τη σύμφωνη γνώμη της τότε πολιτικής ηγεσίας, είχε συνηγορήσει υπέρ της εκπόνησης μιας επιστημονικής μελέτης, διαθέτοντας ένα σημαντικό χρηματικό ποσό (μέσω ΕΣΠΑ), λαμβάνοντας τότε ακόμα υπόψη του, ότι ένα τόσο σοβαρό εγχείρημα για το σχεδιασμό και την προετοιμασία των αναγκαίων τομών, απαιτεί κυρίως χρόνο και σε κάθε περίπτωση όχι βεβιασμένες ενέργειες εκ μέρους εκείνων που ενώ είναι μέρος του υπό επίλυση προβλήματος, διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία στην επιβολή των όποιων αποφάσεών τους. Στη συνέχεια, βεβαίως, με την αλλαγή της πολιτικής Ηγεσίας, σημειώνεται αμέσως «αλλαγή πλεύσης», ακύρωση της προηγούμενης τακτικής του Αρχηγείου, και μάλιστα χωρίς να αιτιολογηθεί η νέα αυτή στάση, παρά τις δικές μας ενστάσεις, επιφυλάξεις και επισημάνσεις για την έκβαση της επιζητούμενης μεταρρύθμισης.
    Εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, σήμερα, με απόντες –όχι με δική τους ευθύνη- την επιστημονική κοινότητα, τους κοινωνικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, προφανώς κάποιοι υπηρεσιακοί παράγοντες ανέλαβαν την παρουσίαση ενός δήθεν καινοτόμου νομοσχεδίου, τη στιγμή που αυτό αποτελεί εξόφθαλμη συρραφή -με τη μέθοδο της αποκοπής και επικόλλησης- άρθρων και παραγράφων, διατάξεων και υποπαραγράφων, των ισχυόντων νομοθετημάτων, όπως ο ιδρυτικός Νόμος του Αρχηγείου της αστυνομίας 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις», το Π.Δ. 14/2001 «Οργάνωση Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας», ο ιδρυτικός Νόμος της Ελληνικής Αστυνομίας 1481/1984 και ορισμένα άλλα διατάγματα.
    Με αυτήν την μέθοδο, στους μη γνωρίζοντες, η αναδιάρθρωση παρουσιάζεται ως μεγάλη καινοτομία, ενώ πρόκειται είτε για ανακύκλωση αυτού που ήδη υφίσταται, ως παραπαίον οικοδόμημα, είτε αλλού, ως μετάλλαξη, μετονομασία και εξ ανάγκης προσαρμογή σε επιμέρους ζητήματα. Επισημαίνουμε ότι το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης μετονομάστηκε σε Υπουργείο Εσωτερικών, εντασσόμενο στο Υπουργείο Εσωτερικών, κατόπιν μετονομάστηκε σε Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και κατόπιν σε «Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη». Αυτές, όμως, οι εύηχες παλινδρομήσεις δεν κατοχύρωσαν ως δια μαγείας και τον επιζητούμενο στόχο.
    Η αναφερόμενη στην εισηγητική έκθεση του σ.ν. επιδίωξη, ότι δηλαδή αποσκοπεί στο να καταστεί η Ελληνική Αστυνομία πιο σύγχρονη, ευέλικτη και αποτελεσματική, τόσο σε επιτελικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο και να βελτιώσει τις δυνατότητες και την ποιότητα ανταπόκρισής της στις υφιστάμενες, αλλά και σε μελλοντικές εθνικές και κοινωνικές ανάγκες και απαιτήσεις, είναι παντελώς αστήρικτη και μη τεκμηριωμένη, με οικονομικοτεχνικούς και επιστημονικούς όρους, όπως επιβάλλει η σοβαρότητα του όλου εγχειρήματος.
    Μια τεκμηριωμένη μελέτη, όπως είχαμε υποστηρίξει, θα κατέγραφε κατά βάση το εύρος των προβλημάτων και των δυσλειτουργιών του σημερινού αστυνομικού οικοδομήματος και με βάση αυτά θα κατέληγε σε συγκεκριμένες προτάσεις, εναλλακτικά σενάρια, πιθανά θετικά ή αρνητικά αποτελέσματά τους.
    Επομένως, ποια είναι τα προβλήματα, πλήρως καταγεγραμμένα και στοιχειοθετημένα, που επιλύονται κατά τους συντάκτες του νομοσχεδίου;
    Υπάρχει κάποια έκθεση π.χ. για την γραφειοκρατία και γιατί δεν την παρουσιάζουν;
    Υπάρχει κάποια έκθεση για τις αρμοδιότητες μη αστυνομικής αμιγώς δράσης (επιδόσεις δικογράφων, γνήσια υπογραφής, εφαρμογή υγειονομικών-πολεοδομικών και λοιπών διατάξεων κλπ) ή για τις επιπτώσεις που επιφέρουν αυτές στο κύριο έργο της αστυνομίας;
    Υπάρχει κάποια έκθεση αν οι αστυνομικοί, αλλά και οι πολίτες είναι ικανοποιημένοι και σε ποιούς τομείς, από τη λειτουργία της αστυνομίας;
    Αν δεν υπάρχουν αυτά και άλλα πολλά, τότε σε ποια βάση και με τι κριτήρια θα γίνει η αναδιάρθρωση, ώστε να μην παραπέμπει η προσπάθεια του Αρχηγείου σε ανάλωση για διευθέτηση ενδοαστυνομικών προβλημάτων;
    Εξάλλου, ποια σοβαρή μελέτη, δεν θα κοστολογούσε το «πρόβλημα» και δεν θα υπολόγιζε επακριβώς το όφελος των προτεινόμενων αλλαγών, (όπως επιβάλλει άλλωστε και η κοινοβουλευτική διαδικασία της συνοδείας των προτεινόμενων διατάξεων από λεπτομερή Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), ώστε το όποιο νομοσχέδιο να έπειθε και τον πιο δύσπιστο αστυνομικό, πολίτη κλπ, για τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητά του. Κυρίως, δε, θα αναφερόταν λεπτομερώς στο ανθρώπινο δυναμικό και στις θέσεις εργασίας του υπό αναδιοργάνωση οργανισμού, ώστε να γίνεται κατανοητή η διάθεση αξιοποίησής του, σύμφωνα με τις επιταγές του σήμερα και βεβαίως του μέλλοντος, εφόσον ο ανθρώπινος παράγοντας είναι το άλφα και το ωμέγα όταν συζητάμε για αναδιαρθρώσεις οργανισμών, πόσω μάλλον ενός ευαίσθητου οργανισμού, επιφορτισμένου με εξουσιαστικές αρμοδιότητες και καταναγκασμούς σε μια κοινωνία έτοιμη να «εκραγεί».
    Γι’ αυτό γεννάται το ερώτημα, άλλωστε, πώς οι συντάκτες του εν λόγω σ.ν., έχουν καταλήξει σε συγκεκριμένο αριθμό καταργούμενων οργανικών θέσεων (6.700) αστυφυλάκων γενικών καθηκόντων από τις περίπου 10.000 κενές θέσεις που υπάρχουν. Προφανώς, το υπόλοιπο, σχεδιάζουν να το καλύψουν με την απορρόφηση δημοτικών αστυνομικών(;), ενώ την ίδια ώρα βλέπουν το φως της δημοσιότητας αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες, άλλες περί απομάκρυνσης 2.000 πολιτικών υπαλλήλων και άλλες περί μετατάξεων εκατοντάδων υπαλλήλων από υπό κατάργηση οργανισμούς του δημοσίου. Προξενεί δε κατάπληξη η εξέλιξη αυτή, καθόσον μόλις η προηγούμενη αστυνομική ηγεσία είχε εναντιωθεί σε οποιαδήποτε συρρίκνωση της αστυνομικής δύναμης, υποστηρίζοντας ότι είναι ανόμοια τα συγκριτικά στατιστικά στοιχεία της Eurostat, περί αναλογίας αστυνομικών –πολιτών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι στην Ελλάδα η αστυνομία είναι επιφορτισμένη με πρόσθετες αρμοδιότητες και άλλων δημοσίων υπηρεσιών. Πρόκειται, επομένως, για μια επιχειρούμενη, πρόχειρη επαναδιάταξη-ανακατανομή των αστυνομικών δυνάμεων, και τούτο χωρίς να αποκαλύπτεται σε όλο του το εύρος το μέγεθος των επιπτώσεών τους, τόσο σε υπηρεσιακό όσο και σε προσωπικό επίπεδο.
    Πώς είναι δε δυνατόν π.χ. να μη γίνεται ουδεμία αναφορά στο Αστυνομικό Τμήμα που αποτελεί το κύτταρο της αστυνομικής λειτουργίας, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, ή να μη γίνεται καμία αναφορά στην αστυνομική περιπολία και στο χρόνο ανταπόκρισης στις κλήσεις των πολιτών, ή να μην υπάρχει καμία έκθεση εγκληματολογικών δεδομένων και χωροθέτησης των αστυνομικών υπηρεσιών-οικημάτων-περιπολικών;
    Πώς είναι δυνατόν να παρουσιάζονται δημοσίως τέτοια μεθοδικά εργαλεία από φορείς και πολίτες και να αγνοούνται προκλητικά, από την επίσημη και αρμόδια για την αρμονική λειτουργία της αστυνομίας, πολιτεία;
    Είναι σαφές, εξάλλου, ότι το προτεινόμενο σχέδιο νόμου δημιουργεί ανασφάλεια και αβεβαιότητα σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, σε όλους τους Αστυνομικούς Υπαλλήλους, επειδή πουθενά σ’ αυτό δεν αποτυπώνονται οι όποιες άλλες επιπτώσεις και παρενέργειες επέλθουν από διοικητικές – υπηρεσιακές μεταβολές, π.χ. μεταθέσεις, υπηρεσιακή εξέλιξη κ.λ.π.
    Το «μαστίγιο» για τον χαμηλόβαθμο συνάδελφο, φαίνεται πως αποκρύπτεται μεθοδικά, επιφυλάσσοντάς του οδυνηρές εκπλήξεις με τη μορφή προεδρικών διαταγμάτων και ενδοϋπηρεσιακών εγκυκλίων, καθόσον, σύμφωνα και με το τελευταίο προτεινόμενο άρθρο 35 «Έναρξη ισχύος» του σ.ν., «οι προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο κανονιστικές πράξεις εκδίδονται εντός δυο ετών από την έναρξη ισχύος του»!
    Μιλάμε, εν τέλει, για ουσιαστικό νομοθέτημα και σοβαρή προσπάθεια αναδιάρθρωσης ή για πολιτική σκοπιμότητα και επικοινωνιακή αντιμετώπιση των οξυμένων προβλημάτων του Σώματος, που απαξιώνουν ένα καθ΄ όλα ώριμο αίτημά μας και που βάζουν σε πρωτοφανείς περιπέτειες και ανεξήγητη αναστάτωση τους πάντες; Και πώς είναι δυνατόν στο πρόσφατο Γενικό μας Συμβούλιο (10 & 11 Ιουλίου 2013), όταν ζητήθηκαν διευκρινίσεις για φλέγοντα ζητήματα, να λέγεται από πλευράς εκπροσώπου της πολιτικής ηγεσίας ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του σχεδίου νόμου ανά γεωγραφική περιοχή, δεν μπορεί ο ίδιος ούτε η πολιτική ηγεσία να έχουν άποψη διότι αυτά είναι ζητήματα του Αρχηγείου; Δηλαδή, άλλα δίνουμε στη δημοσιότητα ως Υπουργείο και άλλα θα προωθηθούν αργότερα από το Αρχηγείο, μετά και την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση που εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να ανατρέπει τα πάντα στη λειτουργία δημοσίων οργανισμών και υπηρεσιών όχι με τη μορφή νόμων, αλλά με προεδρικά διατάγματα, ως άλλες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου;
    Αλλά, το κυριότερο, μέσα σε όλα αυτά λησμονείται η κοινωνία και ο πολίτης, για τον οποίο υποτίθεται θα κληθεί το Ελληνικό Κοινοβούλιο να θεσμοθετήσει νέους κανόνες και σχήματα λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας.
    Από τη μελέτη του σχεδίου νόμου καθίσταται ολοφάνερο ότι κύρια στόχευση των συντακτών του, στο όνομα της βελτίωσης των λειτουργιών του Αρχηγείου, είναι η αύξηση των θέσεων των ανώτατων βαθμίδων της ιεραρχίας. Με επιτήδειο σχεδιασμό οι 14 ανώτατοι αξιωματικοί, Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές Περιφέρειας Γενικών Καθηκόντων σήμερα, διπλασιάζονται σε 28 και μάλιστα υπό την επίκληση της εξειδικευμένης αποστολής της Ασφάλειας και την κάλυψη μιας συνακόλουθης επικοινωνιακής διαχείρισης, ότι οι υπό ίδρυση νέες δομές, μετατρέπονται σε FBI! Εάν π.χ. οι Γενικοί Βορείου και Νοτίου Ελλάδος μετονομαστούν σε Γενικούς Ασφαλείας, θα αποκτήσει η αστυνομία κύρος και τα μέσα για τη δίωξη του εγκλήματος τη στιγμή των συντριπτικών περικοπών στις λειτουργικές δαπάνες των υπηρεσιών, όταν γίνεται αγωνιώδης προσπάθεια για να εξοικονομηθούν καύσιμα για τα οχήματα και κονδύλια για την επισκευή-συντήρηση του πεπαλαιωμένου στην πλειοψηφία του στόλου των περιπολικών; Όταν η πλειοψηφία των αστυνομικών, οικονομικά δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα και να συντηρήσουν το σπίτι και την οικογένειά τους;
    Στο συγκεκριμένο Σχέδιο Νόμου ουδεμία αναφορά γίνεται στη συντριπτική μείωση των λειτουργικών δαπανών της Αστυνομίας που ως γνωστόν έχει τρομερή επίπτωση στα μεταφορικά μέσα της Αστυνομίας, στα καύσιμα, στις κτιριακές εγκαταστάσεις, σε ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας κ.λ.π., ενώ ουδεμία πρόταση κατατίθεται με στόχο τη βελτίωση αυτής της ζοφερής κατάστασης. Είναι γνωστό, επίσης, ότι άνευ οικονομικών πόρων και σχετικών εγγυήσεων, καμία Αστυνομία δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, πόσω μάλλον όταν επιδιώκεται η εκσυγχρονιστική της μετάλλαξη.

    Επιπλέον, και στον τομέα της εκπαίδευσης, όπου το σ.ν. υποτίθεται ότι επιχειρεί να «καινοτομήσει», το επίπεδο και η ποιότητα των εκπαιδευτικών διαδικασιών δεν φαίνεται να αναβαθμίζεται, αντίθετα επιχειρείται και η υποβάθμιση της Σχολής Αστυφυλάκων, παρά την ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση με την οποία χαρακτηρίστηκε ως Σχολή Ανωτέρας Εκπαίδευσης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου αποφεύγει να τη χαρακτηρίσει ισότιμη με τα ΤΕΙ, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η Σχολή Αστυφυλάκων «χορηγεί ισότιμα πτυχία, προς εκείνα που χορηγούνται από τα αντίστοιχου επιπέδου εκπαιδευτικά ιδρύματα», χωρίς να τα κατονομάζει, αλλά ούτε και διασφαλίζεται η απογραφή των ευδοκίμως αποφοιτησάντων στην κατηγορία Τ.Ε.
    Επίσης, η όποια επίκληση εξειδίκευσης, έχει μόνο θεωρητική προσέγγιση και δεν αποτυπώνεται πώς ποιοτικά (και όχι ποσοτικά) θα αποκτηθεί αυτή.
    Ιδίως, δε, αποκρύπτεται επιμελώς ότι οι δόκιμοι από τα πέντε εξάμηνα που διαρκεί η φοίτησή τους, στα τέσσερα από αυτά χρησιμοποιούνται για την κάλυψη πάγιων αστυνομικών αναγκών ανά την Ελλάδα, με 250 ευρώ αντιμίσθιο μηνιαίως. Αυτό θα απασχολήσει την ηγεσία;
    Στο άρθρο 28 προβλέπεται η ύπαρξη και λειτουργία της Αστυνομικής Ακαδημίας με ελάχιστες διαφοροποιήσεις από το υπάρχον καθεστώς. Δεν αναφέρονται πουθενά οι στόχοι, πώς πρέπει να εκπαιδεύεται ο σύγχρονος αστυνομικός. Δεν κατοχυρώνεται η ισοβαθμία με τα ΑΤΕΙ της Σχολής Αστυφυλάκων και δεν λαμβάνεται υπόψη καθόλου η εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση με βάση προγράμματα και όχι σχολές. Στην ουσία διατηρείται η υπάρχουσα δομή (Διεύθυνση Εκπαίδευσης, Αστυνομική Ακαδημία, Σχολές,) χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος να διατηρούνται τόσες δομές και χωρίς να αναφέρεται τίποτα για την ουσία, παρά μόνο για τον τρόπο επιλογής διδακτικού προσωπικού.
    Η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, μπορεί να γράφεται στην παραγρ. 1 του άρθρου 28, αλλά στην ουσία δεν υπάρχει. Η προσθήκη του Υπουργείου Παιδείας δε γίνεται σε ουσιαστική βάση, αφού ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής της Ακαδημίας καθίστανται οι κύριοι εισηγητές εκπαίδευσης. Στην ουσία προστίθεται άλλη μια γραφειοκρατική δομή.
    Η πραγματική αυτοτέλεια, η ακαδημαϊκή ελευθερία, η έρευνα, η επιστημονική τεκμηρίωση της εκπαίδευσης, ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και η αποκέντρωση ειδικά στις μετεκπαιδεύσεις, είναι ζητούμενα. Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστεί η ριζική αλλαγή της διαδικασίας πρόσληψης και αυτή να γίνεται για όλα τα στελέχη μόνο μέσω των Πανελλαδικών εξετάσεων.
    Σε ό,τι αφορά τις κρίσεις, θα περιμέναμε η πολιτική ηγεσία να κάνει την υπέρβαση και να υιοθετήσει την πρόταση της Ομοσπονδίας μας για την επιλογή του Αρχηγού του Σώματος από διακομματική επιτροπή της Βουλής.
    Εύλογη ανησυχία προκαλεί και η σύσταση π.χ. της Διεύθυνσης Εξυπηρέτησης Πολιτών και Δημοτικής Αστυνόμευσης δημιουργείται σύγχυση αρμοδιοτήτων μεταξύ Ελληνικής Αστυνομίας και Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και περιπλέκονται τα πράγματα ιδίως με την υπαγωγή στην αστυνομία των δημοτικών αστυνομικών, η οποία ήρθε να υπερφαλαγγίσει τους συντάκτες του, μετά τις τελευταίες κυβερνητικές αποφάσεις, καθώς αναμένεται να φορέσουν κι αυτοί τελικά την αστυνομική στολή (;).
    Η σύσταση, επίσης, Κλάδου Αλλοδαπών και Μετανάστευσης έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την μόλις προ έτους προωθηθείσα πολιτική για την αποαστυνομικοποίηση των διαδικασιών ασύλου. Η αστυνομία πρέπει να περιοριστεί στα θέματα αστυνόμευσης αλλοδαπών και μόνον, καθόσον η Μετανάστευση είναι ζήτημα γενικότερης εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Συνεπώς για τη μετανάστευση θα πρέπει να εξεταστεί η σύσταση Γενικής Γραμματείας Μετανάστευσης, η οποία θα υπάγεται ή στο υπουργείο Εσωτερικών ή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

    Μέσα σε όλα αυτά, ωστόσο, προστίθενται και νέες ρυθμίσεις που επιβάλλονται από ευρωπαϊκές οδηγίες –δεσμεύσεις, όπως η λειτουργία τράπεζας DNA, κ.λ.π., ενσωματώνοντας έτσι στην καθημερινή αστυνομική λειτουργία τις σύγχρονες δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας των πληροφοριών.
    Αυτό, όμως, το αυτονόητο, το οποίο είναι υποχρεωμένη η πολιτεία να εφαρμόζει σε όλη του την έκταση, δεν αποτελεί αναδιάρθρωση ούτε μεταρρύθμιση, αλλά προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα, και τα οποία δεν μπορεί να τα αξιοποιεί ευκαιριακά το Αρχηγείο, παραπέμποντας συνειρμικά στις τηλεοπτικές σειρές που προβάλλονται κατά κόρον παντού, ώστε ο αδαής να συνδέσει αυτό που επιχειρείται να γίνει, με αυτά που βλέπει στην τηλεοπτική εικόνα (CSI κλπ).
    Βεβαίως για το ζήτημα, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι αιτιάσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Άλλωστε, στο ίδιο πλαίσιο, εισάγεται διάταξη για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας, ως επιταγής ευρωπαϊκών οδηγιών, ενώ την ίδια στιγμή, διαπιστώνεται ότι γίνεται επιλεκτική ενσωμάτωση οδηγιών. Για άλλη μια φορά το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για την κύρωση από τη Βουλή των Ελλήνων της βασικής συμφωνίας της Βουδαπέστης για τη νομική κατοχύρωση των διωκτικών αρχών, όσον αφορά τη δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος, καίτοι την έχει υπογράψει η χώρα μας από το 2001, σύμφωνα και με ερωτήσεις που έχουν κατατεθεί πρόσφατα στην Ελληνική Βουλή.

    Στα 27 άρθρα που αφορούν στην αναδιάρθρωση της Αστυνομίας μπορούμε περαιτέρω να παρατηρήσουμε τα εξής:
    1) Στην ουσία, πρόκειται για μια αναδιάταξη σε επιτελικό επίπεδο των υπηρεσιών του Αρχηγείου, η οποία δεν θα έχει θετική επίδραση στην καθημερινή αστυνόμευση και εξυπηρέτηση των αναγκών του πολίτη.
    2) Αντί για απλοποίηση δομών και λειτουργιών, παρατηρείται μια μεγέθυνση της πολυπλοκότητας και του διαχωρισμού των υπηρεσιών και διαμορφώνονται συνθήκες για ακόμη περισσότερες ανάγκες σε υποστηρικτικό και γραφειοκρατικό προσωπικό, παρά το ότι παρουσιάζεται μείωση επιτελείων και οργανικών θέσεων αστυφυλάκων.
    3) Ο βασικός διαχωρισμός στους κλάδους Τάξης, Ασφάλειας και Μετανάστευσης θα μπορούσε να σταθεί σε επιτελικό επίπεδο, αλλά η καθετοποίηση μέχρι τη βάση, δημιουργεί τον κίνδυνο να υπάρξουν τρεις διαφορετικές αστυνομίες.
    4) Δεν αναφέρεται πουθενά κάποιο σύστημα, μονάδα, υπηρεσία, συμβούλιο ή κάποιος έγκυρος τρόπος ανεξάρτητης παρακολούθησης της εγκληματικότητας. Ενώ προβλέπεται η δημιουργία ξεχωριστής υπηρεσίας Πληροφοριών, δεν υπάρχει πρόβλεψη για επιστημονική, έγκυρη και ανεξάρτητη διαδικασία καταγραφής και ανάλυσης των εγκληματολογικών δεδομένων, ώστε να τροφοδοτούνται με τα αναγκαία στοιχεία, κατευθύνσεις κ.λ.π., οι δράσεις της Αστυνομίας.
    5) Δεν αλλάζει ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας ούτε αναφέρεται κάτι σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της στελεχιακής πολιτικής. «Καινοτομία» αποτελεί το ότι «με απόφαση του ΚΥΣΕΑ, μπορεί στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας που αποστρατεύεται, να απονέμεται ο βαθμός του Στρατηγού εν αποστρατεία», σύμφωνα και με Π.Δ. που προωθήθηκε προς υπογραφή από το Δεκέμβριο του 2011 και ισχυροποιείται τώρα με νόμο. Εάν αυτό συνοδευόταν και με καινοτομίες για την ανακούφιση του δοκιμαζόμενου αστυνομικού ίσως να περνούσε απαρατήρητο… Όμως τη στιγμή της δοκιμασίας και της μη προώθησης ουδενός μέτρου ανακούφισης σε καθημερινό-υπηρεσιακό επίπεδο των χαμηλόβαθμων αστυνομικών, η προτεινόμενη διάταξη περί στρατηγών είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας που υφίσταται.
    6) Με την προτεινόμενη δομή είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν αλληλεπικαλύψεις τόσο στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα, όσο και στη γεωγραφική αρμοδιότητα, δεδομένου ότι προτείνεται η δημιουργία πολλών ξεχωριστών υπηρεσιών ασφάλειας. (Ασφάλεια, Παράνομη Μετανάστευση, εγκλήματα που σχετίζονται με αυτή, οργανωμένο έγκλημα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ό,τι σχετίζεται με την ασφάλεια κλπ), οι οποίες στην πράξη θα αλληλεπικαλύπτονται.
    7) Δεν αλλάζει τίποτα ούτε στο βαθμολόγιο (διατηρείται ως έχει η βαθμολογική ιεραρχία), ούτε προβλέπεται ουσιαστική αλλαγή στην αντιστοίχιση βαθμών με θέσεις (π.χ. στα άρθρα 25 (συντονισμός υπηρεσιών), 26 (διοίκηση), 27 (βαθμοί διοικούντων), εκτός του ότι επαναλαμβάνονται τα ίδια πράγματα, στην ουσία είναι φανερό ότι οι συντάκτες περισσότερο ενδιαφέρονται για την κατοχύρωση θέσεων και λιγότερο για την ουσιαστική αναδιάρθρωση δομών και λειτουργιών. Είναι δεδομένο μάλιστα ότι, σε περίπτωση εφαρμογής αυτών που προτείνονται, θα υπάρξει ανάγκη αύξησης των θέσεων στα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας, που είναι οξύμωρο σε σχέση με την προτεινόμενη μείωση κατά 6.700 θέσεων των οργανικών θέσεων αστυφυλάκων.
    8) Είναι φανερή η τάση για υπερσυγκεντρωτισμό αρμοδιοτήτων στο κέντρο, σε βάρος των Περιφερειών και των Αστυνομικών Διευθύνσεων, χωρίς να γίνεται γνωστό τι άλλο επιφυλάσσει ο νομοθέτης για τις υφιστάμενές τους δομές. Επίσης, η διοικητική ευθύνη για την εγκληματικότητα διασπάται, δεδομένου ο ΓΑΔΠ δεν θα έχει αρμοδιότητα για θέματα ασφάλειας, αλλά ούτε και ο Διευθυντής Ασφάλειας για όλα τα θέματα. Επιπλέον, είναι φανερό ότι υποβαθμίζεται η θέση και ο ρόλος του Αστυνομικού Διευθυντή σε επίπεδο νομού.
    9) Από νομοτεχνική άποψη, το εν λόγω σχέδιο νόμου είναι ατελές και με βάση την πολυπλοκότητα που προτείνεται, είναι δεδομένο ότι θα αυξήσει τα λειτουργικά κόστη της Αστυνομίας.

    Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ
    Δεν πρέπει, τελικά, να μας διαφεύγει ότι οποιαδήποτε ατελέσφορη αλλαγή, οδηγεί στην ουσία σε βήματα προς τα πίσω. Το να περάσει ως αναδιάρθρωση μια μη αναδιάρθρωση, υπονομεύει στην ουσία το μέλλον της ΕΛ.ΑΣ. Τα προτεινόμενα περί αναδιατάξεων δυνάμεων και αναβαθμίσεων υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων, γίνονται εντελώς εμπειρικά, με άγνωστα κριτήρια και εγγυήσεις επιτυχίας, και ως εκ τούτου δεν παρέχουν κανένα εχέγγυο επιτυχίας. Αντιθέτως προκαλούν ανησυχία και εύλογα ερωτηματικά σε όλους μας.
    Επειδή από όλες αυτές τις επισημάνσεις μας, συνάγεται ότι πρόκειται για ένα πρόχειρο νομοθετικό πόνημα, μια «οφθαλμαπάτη», καλούμε την κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα που τη στηρίζουν να το αποσύρουν και στη θέση του να ξεκινήσουν διάλογο από μηδενική βάση, τολμώντας κατ’ αρχήν να αναφερθούν και να θίξουν τα κακώς κείμενα στην Ελληνική Αστυνομία, με πρώτο κυρίαρχο αυτό της διαχρονικής εξυπηρέτησης κομματικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανάλογα με την πολιτική κατάσταση που υφίσταται, γεγονός που καταδεικνύεται όταν πλησιάζει η περίοδος των κρίσεων και προαγωγών για τα ανώτατα στελέχη που τη διοικούν. Επισημαίνουμε δε ότι όλες οι αναδιαρθρώσεις που έγιναν στο παρελθόν, και παρουσιάστηκαν ως τέτοιες από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, ουσιαστικά αυτό εξυπηρέτησαν.
    Ως Ομοσπονδία, αιτούμαστε μια αναδιάρθρωση με όρους κοινωνίας και όχι με όρους Μνημονίου, που εξυπηρετεί την περικοπή οργανικών θέσεων και την απορρόφηση στο πλαίσιο της διαθεσιμότητας και κινητικότητας εργαζομένων από άλλα υπουργεία, όπου με το μισθό του ενός, θα αμείβονται δυο κι αυτό για όσους έχουν την τύχη να μην είναι απολυμένοι.
    Επαναλαμβάνουμε την πάγια θέση μας ότι τα μείζονα ζητήματα της ασφάλειας του τόπου πρέπει να αντιμετωπίζονται με διακομματική συνεννόηση, σε πλαίσιο κοινοβουλευτικής και επιστημονικής συνεργασίας.
    Εφόσον δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις και οι εγγυήσεις για μια τέτοια διαδικασία, μπορούμε να πετύχουμε το στόχο μας, όπως αυτός έχει αναλυθεί λεπτομερώς και κατά κόρον στο παρελθόν, αλλά αναφέρεται και συμπυκνωμένα στην προαναφερόμενη Μελέτη μας για τη συνολική μεταρρύθμιση των δομών και των λειτουργιών της Ελληνικής Αστυνομίας.

  • 29 Ιουλίου 2013, 12:20 | Στέλιος

    Παρ.1.»Η Διεύθυνση Πληροφοριών εδρεύει στην Αττική, υπάγεται απευθείας στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και έχει ως αποστολή τη συγκέντρωση, ιδίως μέσω των περιφερειακών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας» να τροποποιηθεί σε:

    ‘Η Διεύθυνση Πληροφοριών εδρεύει στην Αττική, υπάγεται απευθείας στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και έχει ως αποστολή τη συγκέντρωση, ιδίως μέσω των περιφερειακών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας καθώς και με άλλους φορείς Πληροφοριών (Εθνικούς – Διεθνείς)»

    Παρ.1 «ιδίως μέσω των περιφερειακών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, την αξιολόγηση, ταξινόμηση, ανάλυση και διάθεση επεξεργασμένων ή μη πληροφοριών» να τροποποιηθεί σε:

    »ιδίως μέσω των περιφερειακών Υπηρεσιών τόης Ελληνικής Αστυνομίας, την διεύθυνση, συλλογή, επεξεργασία και εκμετάλλευση των πληροφοριών»

    Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία τα στάδια του κύκλου των πληροφοριών είναι: Διεύθυνση (σχεδιασμός + καθοδήγηση) => Συλλογή => Επεξεργασία => Εκμετάλλευση, με δεξιόστροφη κυκλική ροή.

    Παραδείγματα κύκλου Πληροφοριών:
    στο http://www.fbi.gov/about-us/intelligence/intelligence-cycle
    https://www.cia.gov/kids-page/6-12th-grade/who-we-are-what-we-do/the-intelligence-cycle.html

    Επιπρόσθετα θα σας πρότεινα να συνεργαστείτε με αντίστοιχες Υπηρεσίες Πληροφοριών (ΕΥΠ,ΓΕΕΘΑ) που έχουν την εμπειρία-μέσα-εκπαίδευση.

    Σχετικά με το σχόλιο της 27 Ιουλίου 2013, 17:03 | Ελένη που αφορά :

    – Ενοποίηση της Διευθυνσης Πληροφοριών με το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων. Η ενοποίηση θα επιφέρει άμεση αξιοποίηση οποιασδήποτε πληροφορίας προέρχεται από Εθνικό ή Διεθνές επίπεδο και θα διαβιβάζεται άμεσα στο Συντονιστικό Κέντρο όπου θα αναλύεται από ειδική ομάδα και θα μεταφέρεται μέσω του Συντονιστικού Κέντρου στις αρμόδιες Εθνικές Υπηρεσίες.

    εκτιμώ ότι θα πρέπει να καθοριστεί αρχικά ο ρόλος της υπηρεσίας και συγκεκριμένα εάν θα ασχολείται μόνο με το επιχειρησιακό επίπεδο ή και το στρατηγικό. Σε περίπτωση ενοποίησης με το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων τότε συζητάμε για πληροφοριακή υποστήριξη των επιχειρήσεων και κατάργηση του στρατηγικού επίπεδου. Το ερώτημα που ακολουθεί είναι η υπό σύσταση Δνση δεν θα προβαίνει σε εκτίμηση στρατηγικού επιπέδου »για κάθε μορφή εγκληματικότητας και ιδίως της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος» όπως ρητά αναφέρεται ή θα υλοποιείται από την Δνση του άρθρου 11;.

    Σχετικά με το σχόλιο της 26 Ιουλίου 2013, 18:07 | Βασίλειος Χρήστου

    όπως μας γνωρίσατε :

    »Η διεύθυνση πληροφοριών είναι άχρηστη. Τόσες ειδικές διευθύνσεις μπορούν να συλλέγουν και επεξεργάζονται τα στοιχεία του τομέα αρμοδιότητός τους (τροχαία, τουρισμός, τάξη, ασφάλεια, αλλοδαπών κλπ). Μην φτιάξετε άλλη μια υδροκέφαλη, αργόσχολη και αργόμισθη υπηρεσία, το προσωπικό της οποίας για να δικαιολογεί το μισθό τους θα φορτώνει τους μάχιμους με ανούσιες αναφορές, στατιστικά και γραφειοκρατία».

    Εκτιμώ ότι απαιτείται ένας ενιαίος φορέας διαχείρισης πληροφοριών στην ΕΛ.ΑΣ καθόσον λόγω του μεγάλου όγκου εισερχομένων πληροφορίων το πιο πιθάνο είναι να μην διανέμονται οι πληροφορίες εκεί που πρέπει και στον χρόνο που πρέπει. Επιπρόσθετα εφαρμόστε την αρχή need 2 share και need to know για να μην δημιουργηθεί μια »υδροκέφαλη, αργόσχολη και αργόμισθη υπηρεσία το προσωπικό της οποίας για να δικαιολογεί το μισθό τους θα φορτώνει τους μάχιμους με ανούσιες αναφορές, στατιστικά και γραφειοκρατία».

    Με εκτίμηση στο έργο σας.

  • 29 Ιουλίου 2013, 00:11 | E.ΖΑΡΚ

    Η ίδρυση της είναι μία απαραίτητη προυπόθεση για την αποτελεσματικότητα της Αστυνομίας και ευτυχώς γίνεται πράξη, πλην όμως πρέπει να δοθεί της μεγάλη βαρύτητα, ώστε να καταστεί σύγχρονη και λειτουργική, παίρνοντας ως παράδειγμα μονάδες πληροφοριών (intelligence units) αστυνομιών άλλων χωρών.

  • 27 Ιουλίου 2013, 17:03 | Ελένη

    Η υποβολή των παρακάτω προτάσεων αφορά τη διαδικασία συγκέντρωσης πληροφοριών καθώς και την εκμετάλευσή τους από το σύνολο των Υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ.
    Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθούν αναλυτικά στοιχεία και διαδικασίες, θα προσπαθήσω να αποτυπώσω με απλές σημειώσεις τις προτάσεις που θεωρώ ικανές στο να επιφέρουν θετικές μεταβολές στην συλλογή και εκμετάλευση πληροφοριών Εθνικού και Διεθνούς βεληνεκούς προς όφελος των Αστυνομικών Υπηρεσιών.
    Συνοπτικά:
    – Ενοποίηση της Διευθυνσης Πληροφοριών με το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων. Η ενοποίηση θα επιφέρει άμεση αξιοποίηση οποιασδήποτε πληροφορίας προέρχεται από Εθνικό ή Διεθνές επίπεδο και θα διαβιβάζεται άμεσα στο Συντονιστικό Κέντρο όπου θα αναλύεται από ειδική ομάδα και θα μεταφέρεται μέσω του Συντονιστικού Κέντρου στις αρμόδιες Εθνικές Υπηρεσίες.
    – Η δημιουργία ενός κοινού και ενιαίου κέντρου υποδοχής πληροφοριών (front desk) όπου θα εισραίουν ΟΛΕΣ οι πληροφορίες και θα διαβιβάζονται στα αντίστοιχα Γραφεία-Τμήματα (συνεπώς σε συγκεκριμένο χειριστή). Ταυτόχρονα θα ενημερώνεται και το Τμήμα ανάλυσης όπου σε πλήρη αρμονία με τον αρμόδιο χειριστή θα εκμεταλευθούν όλες τις πτυχές της πληροφορίας και θα διαβιβάζεται αποκωδικοποιημένη στο Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο που πλέον θα προωθεί τα στοιχεία της πληροφορίας στην/στις αρμόδιες Υπηρεσίες και που θα παρακολουθεί την πορεία εξέλιξης.
    – Με δεδομένο ότι η Νέα αυτή Υπηρεσία θα εκμεταλεύεται το σύνολο των Βάσεων Δεδομένων καθώς και των διαύλων επικοινωνίας, θεωρείται θετικό να υπάρχει και Τμήμα Τεχνικής Υποστήριξης (εφαρμογών, δικτύων, επικοινωνιών).
    – Ειδικότερα για το Τμήμα ανάλυσης θα πρέπει να στελεχώνεται από στελέχη με εμπειρία σε θέματα Ασφάλειας (Κρατικής-Εθνικής-Δημόσιας), Αλλοδαπών, Τρομοκρατίας, Γενικής Αστυνόμευσης κλπ.
    – Θέματα που αφορούν Διεθνείς Πληροφορίες που πρέπει να απαντηθούν στα πλαίσια της Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας, θα διαβιβάζονται μέσω του ενιαίου κέντρου υποδοχής πληροφοριών (front desk)και εφόσον δεν απαιτείται εμπλοκή του Ενιαίου Συντονιστικού Κέντρου.
    Σημειώνεται ότι ανάλογες δομές υπάρχουν σε αρκετά Ευρωπαϊκά Κράτη και έχουν αποδόσει θετικά, δεδομένης της πολυετούς ενασχόλησης σε θέματα ανταλλαγής και εκμετάλευσης πληροφοριών.
    Αναρτάται και σε αυτό το σημείο λόγω συνάφειας. Η Δ/νση Πληροφοριών ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ άχρηστη.Η έλλειψη διασποράς της πληροφορίας αποτελεί ΒΑΣΙΚΗ ΑΡΧΗ αστυνομικού έργου!! Γνωρίζει πχ κάτι η Τροχαία και αυτό ΔΕΝ μπορεί να συνδεθεί ποτέ με μια συναφή υπόθεση αν δεν υπάρξει κοινό και μοναδικο σημείο επαφής (Single Point Of Contact).

  • 27 Ιουλίου 2013, 12:53 | Babis

    Παρ.2 » Πληροφορίες και στοιχεία τα οποία συλλέγονται από τη Διεύθυνση Πληροφοριών …. χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας…»
    Δεν μπορουν να διατεθουν δηλ. αν χρειασθεί στο Συντονιστικό Συμβούλιο Διαχείρισης Πληροφοριών και Συμβούλιο Πληροφοριών του ν. 3649/2008 (αρθρα 7 κ 8)?

  • 26 Ιουλίου 2013, 18:07 | Βασίλειος Χρήστου

    Η διεύθυνση πληροφοριών είναι άχρηστη. Τόσες ειδικές διαυθύνσεις μπορούν να συλλέγουν και επεξεργάζονται τα στοιχεία του τομέα αρμοδιότητός τους (τροχαία, τουρισμός, τάξη, ασφάλεια, αλλοδαπών κλπ). Μην φτιάξετε άλλη μια υδροκέφαλη, αργόσχολη και αργόμισθη υπηρεσία, το προσωπικό της οποίας για να δικαιολογεί το μισθό τους θα φορτώνει τους μάχιμους με ανούσιες αναφορές, στατιστικά και γραφειοκρατία.

  • 25 Ιουλίου 2013, 18:39 | Καραγιώργος Ιωάννης

    1. Δυνατότητα διασύνδεσης και πρόσβασης σε Βάσεις Δεδομένων και άλλων Υπουργείων (π.χ. Οικομικών – Α.Φ.Μ., Τραπεζών & κινητής τηλεφωνίας – στοιχεία διαμονής) προκειμένου να εξυπηρετείται καλύτερα και το έργο των Τμημάτων (διωκτικά – επιδόσεις). Παράκαμψη των εμποδίων προσωπικών δεδομένων.
    2. Ανάλυση των δεδομένων στοιχείων εγκληματικότητας που συλλέγουν τα Τμήματα μέσω των εφαρμογών.
    3. Διαλειτουργικότητα με την Ε.Υ.Π. και ανάλογες Υπηρεσίες του Γ.Ε.ΕΘ.Α.