• Σχόλιο του χρήστη 'Δημήτρης Καλαντζής' | 13 Μαΐου 2019, 17:11
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΕΝΣΤΑΣΗ στο Άρθρο 3, 2γ Στερείται γνώσης του μηχανισμού δημιουργίας σημείων πώλησης και διακίνησης ναρκωτικών (κν. «πιάτσες ναρκωτικών») η πρόβλεψη για χωροθέτηση των Χώρων Επιτηρούμενης Χρήσης Ναρκωτικών «σε σημεία των πόλεων όπου πραγματοποιείται συστηματική αγοροπωλησία και δημόσια χρήση ναρκωτικών ουσιών, καθώς και συνάθροιση πληθυσμών τοξικοεξαρτημένων και χρηστών ναρκωτικών ουσιών». Από τη μακρά παρακολούθηση του φαινομένου, είναι πρόδηλο ότι «πιάτσες ναρκωτικών» δημιουργούνται σε οποιοδήποτε σημείο της πόλης υπάρχει ελλιπής αστυνόμευση και λιγότερες αντιδράσεις από τους γύρω κατοίκους και επαγγελματίες. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της «πιάτσας» της οδού Τοσίτσα (ανάμεσα στο Αρχαιολογικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο), η οποία λειτούργησε επί πέντε χρόνια και «έσπασε» από την Αστυνομία μόνο μετά από την οργανωμένη καμπάνια δημόσιας πίεσης των περιοίκων με αιχμή το γεγονός ότι «μαθητές από όλη την Ελλάδα, και γενικά επισκέπτες του σπουδαιότερου μουσείου της χώρας, έρχονταν αντιμέτωποι με εικόνες απόλυτης εξαθλίωσης» – πέραν των κλοπών, των μαχαιρωμάτων και της συνήθους εγκληματικότητας που συνοδεύει τις πιάτσες. Η πιάτσα της Τοσίτσα «σπρώχθηκε» από τις διωκτικές αρχές στο Πεδίον του Άρεως, όπου λειτούργησε επίσης επί 5 χρόνια σε καθεστώς περίπου ασυλίας, με Δήμο, Περιφέρεια και Αστυνομία να κάνουν τα «στραβά μάτια», κρύβοντας το πρόβλημα της εμπορίας και της τοξικοεξάρτησης πίσω από τις φυλλωσιές του Πάρκου, το οποίο έτσι είχε μετατραπεί σε υπαίθρια αγορά πάσης φύσεως ναρκωτικών με οργανωμένη ιεραρχία των εμπόρων, λιανεμπόρων, τσιλιαδόρων κα. Χρειάστηκε και σε αυτή την περίπτωση να υπάρξουν οργανωμένες αντιδράσεις των κατοίκων για να εκδιωχθεί η πιάτσα ναρκωτικών από το Πεδίον του Άρεως μέσα σε μία μόλις εβδομάδα με οργανωμένο σχέδιο της Αστυνομίας στις 26 Αυγούστου 2018. Το Πεδίον του Άρεως παραδόθηκε από το Σεπτέμβριο του 2018 ξανά στους πολίτες και είναι μέχρι σήμερα «καθαρό» από εμπόριο και διακίνηση ναρκωτικών, καθώς συνεχίζεται η αστυνόμευση αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες βρίσκονται σε εγρήγορση για να προστατεύσουν τον χώρο. Φυσικά έμποροι, διακινητές και τοξικοεξαρτημένοι δεν «εξαφανίστηκαν», αλλά «σπρώχθηκαν» προς την οδό Χαλκοκονδύλη, όπου υπήρχε ήδη μικρός «πυρήνας» ναρκεμπορίου, ενώ ένα κομμάτι της πιάτσας του Πεδίου του Άρεως (μόνο διακινητών) παρέμεινε στην οδό Αντωνιάδου, δίπλα από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο. Το μικρό αυτό ιστορικό οδηγεί στο ερώτημα: Σύμφωνα με τη λογική του νομοσχεδίου, ποιος είναι ο χώρος «συστηματικής αγοραπωλησίας και συνάθροισης τοξικοεξαρτημένων»; Η οδός Τοσίτσα όπου ήταν πιάτσα πριν από 6 χρόνια; Το Πεδίον του Άρεως που ήταν πιάτσα μέχρι τον περασμένο Αύγουστο; Ή η οδός Χαλκοκονδύλη που είναι πιάτσα σήμερα. Κατά τη θεώρησή μου, είναι αδιανόητο οποιαδήποτε γειτονιά να καταδικάζεται ως «χώρος συνάθροισης ανθρώπων των ναρκωτικών» γιατί καμία γειτονιά δεν «γεννά» το πρόβλημα. Οι συνθήκες ελλιπούς αστυνόμευσης και μειωμένης εγρήγορσης των περιοίκων επιτρέπουν τη δημιουργία «πιατσών». Η μόνη λογική χωροθέτηση των Χώρων Επιτηρούμενης Χρήσης Ναρκωτικών είναι οι νοσηλευτικές μονάδες, (όπως έχει γίνει και στο Παρίσι), όπου μπορεί άλλωστε να παρασχεθεί και κάθε πρόσθετη ιατρική φροντίδα. Εάν θέλουμε ως κοινωνία, για λόγους ανθρωπιστικούς, να βοηθήσουμε τους εξαρτημένους να μην καταλήγουν στους δρόμους, μπορούμε να το κάνουμε μόνο σε μονάδες υγείας και όχι σε χώρους που μπορεί εύκολα να εκληφθούν ως χώροι υποστηρικτικοί της τοξικοεξάρτησης ως συνειδητής επιλογής ζωής. Άρθρο 5 Ως εκ των παραπάνω, θεωρείται αυτονόητο ότι οι χρήστες των υπηρεσιών των Χώρων Εποπτευόμενων Χρήσης θα πρέπει να καταγράφονται, να τηρείται μητρώο με επιδημιολογικά και άλλα στοιχεία (προφανώς απόρρητα σε «τρίτα πρόσωπα»), ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και η ίδια η λειτουργεία των ΧΕΧ για τη ζωή και την υγεία των χρηστών, αλλά και το πόσοι εξ αυτών αναζητούν υπηρεσίες αποτοξίνωσης. Τυγχόν «ανωνυμία» στους ΧΕΧ θα ενισχύσει την εφήμερη και επιπόλαιη χρήση τους, όπως και το αίσθημα απόστασης -ή μη δέσμευσης- με μία δομή που ενδεχομένως να οδηγούσε κάποιους τοξικοεξαρτημένους στην προσέγγιση και την ένταξη σε κάποιο είδος «κανονικότητας».