- Μετανάστευσης και Ασύλου - https://www.opengov.gr/immigration -

Βασικές αρχές

Η Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ευάλωτων Προσώπων βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Σύνταγμα της Χώρας και στο σχετικό διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο. Λαμβάνει υπόψη επίσης διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και καλές πρακτικές, ενώ παράλληλα αποσκοπεί στη διασύνδεση και συμπληρωματικότητα όλων των σχετικών πολιτικών και παρεμβάσεων.

Όλες οι δράσεις και οι ενέργειες των αρμόδιων φορέων και αρχών που αναλαμβάνουν την υλοποίηση της Στρατηγικής καθοδηγούνται από συγκεκριμένες βασικές αρχές, οι οποίες αποτελούν ταυτόχρονα κατευθυντήριες γραμμές και εργαλεία ερμηνείας για κάθε στόχο και δράση των τριών στρατηγικών πυλώνων.

 

Σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Στο προοίμιο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα[1] [1], δηλώνεται με τρόπο πανηγυρικό ότι η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους, αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο. Παράλληλα, οι διεθνείς φορείς για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν υπογραμμίσει ότι στόχος του διεθνούς πλαισίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι η διασφάλιση της προστασίας των πιο ευάλωτων από κάθε μορφής παραβίαση ή κατάχρηση των δικαιωμάτων τους. Περαιτέρω, η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη και εντός μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών. Στο πλαίσιο αυτό, όλες οι δράσεις της Στρατηγικής καθοδηγούνται από μία προσέγγιση που βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα, αναγνωρίζοντας ότι οι πολίτες τρίτων χωρών, ανεξαρτήτως του νομικού τους καθεστώτος, είναι φορείς αυτών των δικαιωμάτων, και η αξιοπρέπειά τους πρέπει πάντα να γίνεται σεβαστή.

Όλες οι δράσεις και οι παρεμβάσεις της Στρατηγικής πρέπει να διασφαλίζουν την παροχή προστασίας και εγγυήσεων σε όλους, εξασφαλίζοντας ότι κανένα πρόσωπο δεν υφίσταται διακρίσεις. Η αρχή αυτή, όπως αποτυπώνεται και στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, απαγορεύει ειδικότερα τη διάκριση, τον αποκλεισμό, τον περιορισμό ή την προτίμηση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών ή άλλων φρονημάτων, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι δεν υφίσταται καμία μορφή άμεσης ή έμμεσης διάκρισης ενώπιον του νόμου, καθώς και κατά την υλοποίηση κάθε είδους πολιτικών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις ανάγκες όσων ατόμων βρίσκονται σε ευάλωτες καταστάσεις. Στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου ειδικότερα και της αρχής της ισότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα ευάλωτα πρόσωπα εντοπίζονται και λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες τους αυτές, ώστε να μπορούν να απολαύουν των δικαιωμάτων τους και να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις ισότιμα με τους λοιπούς αιτούντες διεθνή προστασία.

Προσέγγιση που λαμβάνει υπόψιν ζητήματα Προστασίας (protection-sensitive approach)

Η Στρατηγική υιοθετεί μια προσέγγιση που λαμβάνει υπόψιν ζητήματα προστασίας των ευάλωτων προσώπων, σύμφωνα με την οποία όλες οι πολιτικές, τα προγράμματα και οι διαδικασίες οφείλουν να ενσωματώνουν μηχανισμούς έγκαιρου εντοπισμού, παραπομπής, αξιολόγησης και ανταπόκρισης, ήδη από το πρώτο σημείο επαφής με τα εν λόγω πρόσωπα. Η προσέγγιση αυτή διασφαλίζει ότι κάθε ενέργεια, ανεξαρτήτως του αρχικού της σκοπού (π.χ. υποδοχή, καταγραφή, ένταξη, υγειονομική ή κοινωνική υποστήριξη), ενσωματώνει την προστασία ως οριζόντια διάσταση, εξασφαλίζοντας τον έγκαιρο εντοπισμό των προσώπων που ενδέχεται να βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση ή να κινδυνεύουν από παραβιάσεις δικαιωμάτων, τη λήψη άμεσων και κατάλληλων μέτρων παραπομπής στις αρμόδιες υπηρεσίες, την αποφυγή κάθε δευτερογενούς βλάβης (secondary harm), τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της συναίνεσης και του σεβασμού της αξιοπρέπειας, καθώς και την καλλιέργεια ενός περιβάλλοντος εμπιστοσύνης και ασφάλειας που επιτρέπει την πρόσβαση στην προστασία και στη δικαιοσύνη χωρίς φόβο ή αποκλεισμό.

 

Συμμετοχικότητα και ενδυνάμωση του ευάλωτου πληθυσμού

Όλες οι δράσεις και παρεμβάσεις υπό την παρούσα Στρατηγική βασίζονται στην αρχή της συμμετοχικότητας, σύμφωνα με την οποία η άποψη του ευάλωτου πληθυσμού αποτελεί μέρος της διαδικασίας σχεδιασμού των δράσεων και πολιτικών που τον αφορούν. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ενδυναμώνουν τον πληθυσμό αυτό, εξασφαλίζοντας την ενεργή συμμετοχή του σε όλα τα στάδια: από τον σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων έως την υλοποίηση, παρακολούθηση και αξιολόγηση των προγραμμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, ενθαρρύνεται και η αξιοποίηση των ικανοτήτων και της ανθεκτικότητάς του για τον εντοπισμό προβλημάτων και τη διαμόρφωση λύσεων, υποστηρίζοντας σχετικές πρωτοβουλίες, με μέριμνα για συμπεριληπτική συμμετοχή και την ύπαρξη κατάλληλων εγγυήσεων για τα ευάλωτα πρόσωπα. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι τα προγράμματα είναι κατάλληλα, βιώσιμα και ανταποκρίνονται στις ανάγκες, τις απαιτήσεις και την ποικιλομορφία των ωφελούμενων προσώπων, πάντα στο πλαίσιο των διεθνών προτύπων και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Βιωσιμότητα και αποτελεσματικότητα

Η αρχή της βιωσιμότητας διαπνέει όλες τις δράσεις και πολιτικές της Στρατηγικής, διασφαλίζοντας ότι οι παρεμβάσεις σχεδιάζονται με στόχο τη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα, τον ουσιαστικό αντίκτυπο και τη συνεχιζόμενη υποστήριξη. Οι δράσεις βασίζονται σε διαπιστωμένες ανάγκες των ευάλωτων προσώπων και αξιοποιούν καλές πρακτικές, θέτοντας σαφείς και επιτεύξιμους στόχους, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η παρακολούθηση και αξιολόγηση της υλοποίησης, των αποτελεσμάτων και της συνολικής επίδρασής τους. Επικεντρώνονται, επίσης, στην ενδυνάμωση και την αυτονομία του ευάλωτου πληθυσμού, ενισχύοντας τη συνεχιζόμενη προστασία και την αποτελεσματικότητα των δράσεων.

[1] [2] Γενική Συνέλευση ΟΗΕ, Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα [3], 10 Δεκεμβρίου 1948