ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 20
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, της ταχύτητας και της δεσμευτικότητας της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς οριστικές δικαστικές αποφάσεις, καθώς και η αντιμετώπιση φαινομένων μη συμμόρφωσης, καθυστέρησης ή πλημμελούς συμμόρφωσης των διοικητικών αρχών, ιδίως προς αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Άρθρο 21
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η αναμόρφωση του νομοθετικού πλαισίου για τη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, σε εκτέλεση της παρ. 5 του άρθρου 95 του Συντάγματος, μέσω της αντικατάστασης της διαδικασίας του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), καθώς και η ρύθμιση της διαδικασίας συμμόρφωσης, της λειτουργίας των συμβουλίων συμμόρφωσης, της επιβολής κυρώσεων και της ευθύνης των αρμόδιων οργάνων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Άρθρο 22
Υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις δικαστικές αποφάσεις
- Οι φορείς του δημόσιου τομέα (εφεξής: «φορέας διοίκησης»), όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 173), υποχρεούνται να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.
- Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια της παρ. 1 είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει.
- Δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Μέρους οι εκτελεστοί τίτλοι των περ. γ) έως ζ) της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), πλην των κηρυχθεισών ως εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων της περ. στ) της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις εμπορικές συναλλαγές, κατά την έννοια της περ. 1) της υποπαρ. Ζ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), όταν αντισυμβαλλόμενοι είναι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014.
Άρθρο 23
Συγκρότηση συμβουλίου συμμόρφωσης
- Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 24 μέτρων συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο:
α) του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου για τις αποφάσεις του,
β) του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις αποφάσεις του,
γ) του Αρείου Πάγου για τις αποφάσεις του και τις αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων όλων των βαθμίδων,
δ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις αποφάσεις του,
ε) των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων για τις αποφάσεις τους,
στ) κάθε Ειδικού Δικαστηρίου για τις αποφάσεις του. - Το συμβούλιο συμμόρφωσης της παρ. 1 απαρτίζεται από τον Πρόεδρο και δύο (2) δικαστές του οικείου δικαστηρίου. Ο Πρόεδρος ορίζει εισηγητή, εφόσον είναι δυνατό, τον εισηγητή της απόφασης. Ειδικότερα:
α) Για το Συμβούλιο της Επικρατείας, τον Άρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συνέδριο ο Πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου συμμόρφωσης μπορεί να ανήκουν στον σχηματισμό (ολομέλεια ή τμήμα) που εξέδωσε την απόφαση.
β) Για τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, ο Πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου συμμόρφωσης ανήκουν στον σχηματισμό που εξέδωσε την απόφαση. Σε περίπτωση απόφασης μονομελούς σχηματισμού, στο συμβούλιο μετέχει ως εισηγητής, εφόσον είναι δυνατό, ο δικαστής που την εξέδωσε. Όλα τα μέλη του συμβουλίου, ανεξαρτήτως βαθμού, έχουν αποφασιστική ψήφο.
Άρθρο 24
Διαδικασία συμμόρφωσης
- Μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την επίδοση της δικαστικής απόφασης προς τον υπόχρεο σε συμμόρφωση φορέα διοίκησης, ο αιτών τη συμμόρφωση μπορεί να υποβάλει στο αρμόδιο συμβούλιο συμμόρφωσης αίτηση, προκειμένου να διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση ή η πλημμελής συμμόρφωση και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την πραγματοποίησή της.
- Ο πρόεδρος του συμβουλίου συμμόρφωσης ορίζει με πράξη του εισηγητή, καθώς και ημερομηνία και ώρα συνεδρίασης του συμβουλίου. Στη συνεδρίαση καλούνται να παραστούν με υπηρεσιακό εκπρόσωπό του ο υπόχρεος σε συμμόρφωση φορέας και ο αιτών. Με την ίδια πράξη ο υπόχρεος σε συμμόρφωση φορέας καλείται να εκθέσει και εγγράφως τις απόψεις του εντός ενός (1) μηνός από την επίδοση της πράξης και να υποβάλει στο συμβούλιο τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, μπορεί επίσης να καλείται να παραστεί στη συνεδρίαση το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με εκπρόσωπό του. Στην περίπτωση αυτή η πράξη του πρώτου εδαφίου επιδίδεται στο αρμόδιο γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και αν δεν υπάρχει τέτοιο στην κεντρική του υπηρεσία.
- α) Αν το συμβούλιο συμμόρφωσης διαπιστώσει ότι υπήρξε προσήκουσα συμμόρφωση, απορρίπτει την αίτηση.
β) Αν το συμβούλιο συμμόρφωσης διαπιστώσει ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση ή ότι αυτή υπήρξε πλημμελής, εκδίδει πρακτικό, με το οποίο καθορίζει, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, τη φύση της υπόθεσης και τους ισχυρισμούς των μερών, το συγκεκριμένο περιεχόμενο της πράξης που πρέπει να εκδοθεί ή της ενέργειας που πρέπει να επιχειρηθεί, καθώς και το αρμόδιο όργανο του υπόχρεου σε συμμόρφωση φορέα. Με το ίδιο πρακτικό το συμβούλιο συμμόρφωσης διατάσσει τον υπόχρεο φορέα να προβεί στην έκδοση της πράξης ή στην εκτέλεση της ενέργειας και να διαβιβάσει στο συμβούλιο τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία μέσα σε εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες και σε εξαιρετικές περιπτώσεις τους έξι (6) μήνες από την επίδοση του πρακτικού στον υπόχρεο φορέα, που γίνεται με επιμέλεια της γραμματείας του συμβουλίου. Το πρακτικό του συμβουλίου συμμόρφωσης επιδίδεται επίσης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2.
γ) Η έκδοση νέας πράξης ή η εκτέλεση ενέργειας από τον υπόχρεο σε συμμόρφωση φορέα δεν κωλύει το συμβούλιο συμμόρφωσης, εφόσον κρίνει ότι η συμμόρφωση δεν είναι πλήρης, να ασκήσει την κατά την περ. β) αρμοδιότητά του. - Μετά την παρέλευση της προθεσμίας που τίθεται στον υπόχρεο φορέα, σύμφωνα με την παρ. 3, το συμβούλιο συμμόρφωσης διαπιστώνει, με απόφαση που εκδίδεται αυτεπαγγέλτως, ότι υπήρξε εμπρόθεσμη και προσήκουσα συμμόρφωση ή ότι δεν υπήρξε η συμμόρφωση αυτή. Στην τελευταία περίπτωση, το συμβούλιο συμμόρφωσης επιβάλλει στον υπόχρεο φορέα κατ’ αποκοπή χρηματική κύρωση, καθώς και επαναλαμβανόμενη χρηματική κύρωση για κάθε μήνα καθυστέρησης, η οποία υπολογίζεται από τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης. Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού των κυρώσεων είναι η φύση και η σημασία της διαφοράς, οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και οι συνέπειές της για το θιγόμενο πρόσωπο, η χρονική της διάρκεια και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης. Η επαναλαμβανόμενη χρηματική κύρωση εκκαθαρίζεται ανά τρίμηνο, με αίτηση του δικαιούχου, από τον πρόεδρο του συμβουλίου συμμόρφωσης. Τα ποσά των χρηματικών κυρώσεων καταβάλλονται στους αιτούντες τη συμμόρφωση όπως ορίζεται με την απόφαση του συμβουλίου και δεν συνυπολογίζονται με τυχόν αξιώσεις αποζημίωσης του δικαιούχου.
- Αν υποβληθεί αίτηση από άλλον αιτούντα τη συμμόρφωση, για υπόθεση ως προς την οποία έχει ήδη διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση προς την ίδια δικαστική απόφαση, το συμβούλιο μπορεί να εκδίδει αμέσως απόφαση με το περιεχόμενο που ορίζεται στις παρ. 3 και 4, χωρίς να απαιτείται έκδοση πρακτικού.
- Το συμβούλιο συμμόρφωσης μπορεί, επιπλέον όσων ορίζονται στις παρ. 3 και 4, να διατάσσει κάθε πρόσφορο προσωρινό μέτρο για την προστασία των έννομων συμφερόντων και δικαιωμάτων των αιτούντων τη συμμόρφωση, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις τους, καθώς και να συμπληρώνει ή να τροποποιεί τα ληφθέντα προσωρινά μέτρα. Τα προσωρινά μέτρα ισχύουν έως ότου ο υπόχρεος φορέας συμμορφωθεί πλήρως προς τη δικαστική απόφαση, το πρακτικό και την απόφαση του συμβουλίου συμμόρφωσης.
- Νέα αίτηση συμμόρφωσης των ίδιων αιτούντων τη συμμόρφωση κατά την παρ. 1 δεν επιτρέπεται. Μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης, υποβολή νέας αίτησης από τον ίδιο ή άλλον αιτούντα επιτρέπεται μόνο αν γίνεται επίκληση νέων κρίσιμων πραγματικών στοιχείων ή αν μεταβλήθηκε το καθεστώς βάσει του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση.
- Το συμβούλιο συμμόρφωσης μπορεί, και ανεξάρτητα από την υποβολή αίτησης της παρ. 1, να διατυπώνει γνώμη ως προς τον ενδεικνυόμενο τρόπο συμμόρφωσης και να παρέχει κάθε αναγκαία συνδρομή στον υπόχρεο φορέα διοίκησης, ύστερα από αίτησή του. Μπορεί επίσης, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του υπόχρεου φορέα, να ορίζει δικαστή του οικείου δικαστηρίου ως εντεταλμένο για την παροχή κάθε αναγκαίας συνδρομής.
- Αμέσως μόλις ο υπόχρεος φορέας διοίκησης προβεί στην οφειλόμενη συμμόρφωση, ζητεί, με αίτησή του προς το συμβούλιο συμμόρφωσης η οποία συνοδεύεται από τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, να διαπιστωθεί ότι η συμμόρφωση είναι προσήκουσα. Αν το συμβούλιο συμμόρφωσης δεχθεί την αίτηση, διαπιστώνει τον ακριβή χρόνο συμμόρφωσης και διατάσσει τη διακοπή από τον χρόνο αυτόν της επαναλαμβανόμενης χρηματικής κύρωσης και την άρση των προσωρινών μέτρων. Έως την έκδοση απόφασης ο πρόεδρος του συμβουλίου συμμόρφωσης μπορεί, με προσωρινή διαταγή που καταχωρίζεται στην αίτηση, να αναστέλλει την επιβολή της επαναλαμβανόμενης χρηματικής κύρωσης ή την εφαρμογή των προσωρινών μέτρων.
- Η απόφαση του συμβουλίου συμμόρφωσης με την οποία προσδιορίζεται η κατ’ αποκοπή χρηματική κύρωση και οι πράξεις με τις οποίες εκκαθαρίζεται η επαναλαμβανόμενη χρηματική κύρωση εκτελούνται κατά τις διατάξεις περί εντάλματος πληρωμής. Η είσπραξη του ποσού αυτού μπορεί να επιδιωχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση κατά το άρθρο 26.
- Το ποσό καταλογίζεται στον υπόχρεο σε συμμόρφωση φορέα διοίκησης. Για την κάλυψη της κατά το παρόν άρθρο δαπάνης εγγράφεται κατ’ έτος ειδική πίστωση στον κρατικό προϋπολογισμό και τον προϋπολογισμό των υπόχρεων φορέων διοίκησης. Αν δεν έχει εγγραφεί πίστωση ή η εγγεγραμμένη πίστωση είναι ανεπαρκής ή έχει εξαντληθεί, τηρείται η κατά τις οικείες διατάξεις διαδικασία εγγραφής ή μεταφοράς πίστωσης.
- Σοβαρές παραβιάσεις της υποχρέωσης συμμόρφωσης καταγράφονται σε ιδιαίτερη έκθεση κάθε συμβουλίου συμμόρφωσης, η οποία συντάσσεται κατ’ έτος και υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής, τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Υπουργό Εσωτερικών.
Άρθρο 25
Περιορισμένη δικαστική υποκατάσταση
- Εάν, παρά την επιβολή κατ’ αποκοπήν και επαναλαμβανόμενης χρηματικής κύρωσης κατά την παρ. 4 του άρθρου 24, ο υπόχρεος σε συμμόρφωση φορέας δεν προβεί εντός δώδεκα (12) μηνών από την έκδοση της απόφασης του συμβουλίου συμμόρφωσης σε προσήκουσα συμμόρφωση, το συμβούλιο, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως, δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να ενεργοποιήσει τον πα-ρόντα μηχανισμό υποκατάστασης.
- Η υποκατάσταση επιτρέπεται μόνον όταν:
α) το περιεχόμενο της οφειλόμενης πράξης ή ενέργειας προκύπτει ευθέως και σαφώς από το διατακτικό ή το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης,
β) δεν καταλείπεται στη Διοίκηση διακριτική ευχέρεια ως προς τη διαμόρφωση του ου-σιώδους περιεχομένου της πράξης,
γ) η οφειλόμενη πράξη η ενέργεια δεν συνεπάγεται ουσιώδη παρέκκλιση από τη δημο-σιονομική πολιτική ή την ισορροπία του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος,
και
δ) η μη συμμόρφωση κρίνεται αδικαιολόγητη και συνιστά σοβαρή παραβίαση της υπο-χρέωσης του άρθρου 22. - Στην περίπτωση αυτή, το συμβούλιο ορίζει ένα εκ των μελών του ή άλλον δικαστή του οικείου δικαστηρίου ως εντεταλμένο για την εκτέλεση της απόφασης. Ο εντεταλμένος δικαστής:
α) συντάσσει την πράξη με το συγκεκριμένο περιεχόμενο που επιβάλλεται από τη δικα-στική απόφαση και τη διαβιβάζει στο αρμόδιο όργανο προς υπογραφή·
β) εάν το αρμόδιο όργανο δεν προβεί στην υπογραφή εντός τριάντα (30) ημερών από τη διαβίβαση, η πράξη θεωρείται εκδοθείσα αυτοδικαίως κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας και παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της·
γ) σε περίπτωση που απαιτείται δημοσίευση, διατάσσει ο ίδιος τη δημοσίευση στην Εφη-μερίδα της Κυβερνήσεως ή σε άλλο προβλεπόμενο μέσο. - Εάν η προς συμμόρφωση υποχρέωση συνίσταται σε καταβολή χρηματικού ποσού, ο εντεταλμένος δικαστής δύναται, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 1, να εκδώσει εκτελεστό τίτλο ή ένταλμα πληρωμής, το οποίο εκτελείται κατά τις οικείες διατάξεις.
- Εάν η συμμόρφωση απαιτεί υλική πράξη, ο εντεταλμένος δικαστής δύναται να διατά-ξει την εκτέλεσή της, ζητώντας τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών. Οι αρχές αυτές υπο-χρεούνται να παρέχουν τη συνδρομή τους.
- Η ενεργοποίηση του παρόντος άρθρου δεν θίγει την πειθαρχική, ποινική ή αστική ευ-θύνη των αρμοδίων οργάνων σύμφωνα με το άρθρο 28.
- Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο τελευταίας προσφυγής και αιτιολογείται ειδικώς ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 2 και την α-ναγκαιότητα διασφάλισης της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά την παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος και την παρ. 1 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Άρθρο 26
Εντολές προς συμμόρφωση – Αντικατάσταση παρ. 4 άρθρου 50 π.δ. 18/1989
Η παρ. 4 του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989 (A’ 8), περί συνεπειών απόφασης, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Με τις αποφάσεις των παρ. 1 έως 3, το δικαστήριο δύναται, στο πλαίσιο του αντικειμένου της δίκης, να διατάσσει τη Διοίκηση να λάβει συγκεκριμένα, κατάλληλα, κατά περίπτωση, μέτρα ή να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για την προσήκουσα συμμόρφωση προς το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης και να τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία συμμόρφωσης. Οι εντολές προς συμμόρφωση του πρώτου εδαφίου επιβάλλονται και κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, το οποίο μπορεί να προβληθεί μέχρι και την κατάθεση του υπομνήματος της παρ. 2 του άρθρου 25.».
Άρθρο 27
Αναγκαστική εκτέλεση
- Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 22 γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού.
- Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση φορέων του δημόσιου τομέα, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής τραπέζης. Το δικαστήριο που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες, να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου (1/2). Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο ενενήντα (90) ημερών από την επίδοσή του. Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από τον νόμο.
- Η υποχρέωση προσκόμισης εγγυητικής επιστολής προκειμένου να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση δεν ισχύει για τις απαιτήσεις εργαζομένων με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση.
- Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος φορέων της παρ. 1 του άρθρου 22 επιτρέπεται μετά την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό που είναι αρμόδιος για την πληρωμή ή στον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου ή φορέα.
- Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Όγδοου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).
Άρθρο 28
Πειθαρχική, ποινική και αστική ευθύνη
- Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 22 και 24 ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο. Ως αρμόδιοι νοούνται ιδίως οι υπάλληλοι οι οποίοι, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, τη δικαστική απόφαση προς την οποία ζητείται η συμμόρφωση ή τις πράξεις του συμβουλίου συμμόρφωσης, οφείλουν να εκδώσουν τις απαραίτητες προπαρασκευαστικές ή οριστικές πράξεις ή να προβούν στις οφειλόμενες ενέργειες, καθώς και οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι αυτών. Αν η παράλειψη συμμόρφωσης τελείται με σκοπό να προσπορίσει ο υπάλληλος στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, τιμωρείται με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής ή οριστικής παύσης.
- Η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης προκαλείται και με τη διαβίβαση στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των σχετικών στοιχείων από τον πρόεδρο του συμβουλίου συμμόρφωσης, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, ενημερώνεται υποχρεωτικά για την πρόοδο της πειθαρχικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση της τελικής πειθαρχικής απόφασης. Σε περίπτωση επιβολής χρηματικής κύρωσης κατά την παρ. 4 του άρθρου 24 λόγω αδικαιολόγητης μη συμμόρφωσης, για την οποία ανακύπτει πειθαρχική ευθύνη, το συμβούλιο συμμόρφωσης περιλαμβάνει στην απόφασή του σχετική διάταξη, με την οποία προσδιορίζει, εφόσον είναι δυνατό, και τα ελεγχόμενα φυσικά πρόσωπα. Η απόφαση επιδίδεται στο αρμόδιο για την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας όργανο, το οποίο υποχρεούται να ασκήσει τη δίωξη. Η πειθαρχική απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε έξι (6) μήνες από την επίδοση της απόφασης του συμβουλίου συμμόρφωσης και κοινοποιείται στον πρόεδρο του συμβουλίου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η παράλειψη των πειθαρχικών οργάνων να ασκήσουν τις κατά το παρόν Μέρος αρμοδιότητές τους συνιστά παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) και αποτυπώνεται στο πρακτικό του συμβουλίου συμμόρφωσης, το οποίο διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα.
- Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 22 και 24 με σκοπό ο παραβάτης να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει τον υπόχρεο σε συμμόρφωση φορέα ή άλλον συνιστά παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Η μη συμμόρφωση προς τα πρακτικά και τις αποφάσεις του συμβουλίου συμμόρφωσης, τα οποία εκδίδονται κατά το άρθρο 24 του παρόντος, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του άρθρου 169Α του Ποινικού Κώδικα, περί παραβίασης δικαστικών αποφάσεων, συμφωνιών που επικυρώθηκαν από συμβολαιογράφο και πρακτικού διαμεσολάβησης. Ο πρόεδρος του συμβουλίου συμμόρφωσης ή το συμβούλιο διαβιβάζει τα σχετικά στοιχεία στον αρμόδιο εισαγγελέα.
- Σε περίπτωση επιβολής οποιασδήποτε τελεσίδικης πειθαρχικής ποινής, κατά τις προβλέψεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος, οι υπάλληλοι υπέχουν και αστική ευθύνη, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), το άρθρο 38 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (ν. 3528/2007, Α΄ 26) και το άρθρο 44 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α’ 143). Κατόπιν ενημέρωσής του για την επιβολή της τελεσίδικης πειθαρχικής ποινής, ο πρόεδρος του συμβουλίου συμμόρφωσης οφείλει να διαβιβάζει τα στοιχεία της υπόθεσης στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την άσκηση αίτησης καταλογισμού κατά των υπαιτίων υπαλλήλων, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΤΕΛΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 29
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ, ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του συμβουλίου συμμόρφωσης, τον τρόπο και τη διαδικασία διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης, την επιβολή και είσπραξη των χρηματικών κυρώσεων, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 24.
Άρθρο 30
Τελικές διατάξεις
Η διαδικασία συμμόρφωσης της Διοίκησης σε υποθέσεις οι οποίες, κατόπιν καταδικαστικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκκρεμούν ενώπιον της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης διέπεται από το παρόν Μέρος.
Άρθρο 31
Μεταβατικές διατάξεις
- Έως την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του άρθρου 28 εξακολουθεί να ισχύει το π.δ. 61/2004 (Α΄ 54), περί διαδικασίας ελέγχου της συμμόρφωσης της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι διατάξεις του δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
- Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις αιτήσεις συμμόρφωσης που κατατίθενται μετά την έναρξη ισχύος του.
- Εκκρεμείς αιτήσεις συμμόρφωσης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά την άσκησή τους. Αν, επί εκκρεμούς αίτησης του πρώτου εδαφίου, έχει εκδοθεί απόφαση ή εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος επιβολής χρηματικής κύρωσης, κατά τις καταργούμενες με το άρθρο 31 διατάξεις, νέα αίτηση συμμόρφωσης προς την ίδια απόφαση διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, εφόσον ασκείται μετά την έναρξη ισχύος του.
Άρθρο 32
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργούνται από τον ν. 3068/2002 (Α΄ 274):
α) το άρθρο 1, περί συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις,
β) το άρθρο 2, περί αρμόδιου τριμελούς συμβουλίου ελέγχου της συμμόρφωσης,
γ) το άρθρο 3, περί διαδικασίας διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης και επιβολής χρηματικής κύρωσης,
δ) το άρθρο 4, περί αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου και
ε) το άρθρο 5, περί πειθαρχικής και αστικής ευθύνης για τη μη συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις.