ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι:
α) η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024 για την προστασία των προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού από προδήλως αβάσιμες αγωγές ή καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες («στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού») (L της 16.4.2024), και
β) η επέκταση των εγγυήσεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 στις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις.
Άρθρο 2
Αντικείμενο
(άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η θέσπιση εγγυήσεων έναντι προδήλως αβάσιμων αγωγών ή καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών («Στρατηγικές Αγωγές προς Αποθάρρυνση της Συμμετοχής του Κοινού», εφεξής: «Σ.Α.Α.Σ.Κ.») σε ιδιωτικές υποθέσεις, οι οποίες στρέφονται κατά φυσικών και νομικών προσώπων λόγω του ότι προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού.
Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής
(άρθρα 2, 3 και 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
- Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε ιδιωτικές υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών προσωρινής προστασίας και των ανταγωγών. Αφορά τόσο τις διασυνοριακές όσο και τις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις, αυτές δηλαδή όπου αμφότεροι οι διάδικοι έχουν την κατοικία ή την έδρα τους στην ημεδαπή και όλα τα λοιπά στοιχεία που αφορούν τη διαφορά εντοπίζονται αποκλειστικά σε αυτή.
- Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε:
α) φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις,
β) υποθέσεις ευθύνης των οργάνων του δημοσίου για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta iure imperii),
γ) ποινικές υποθέσεις, και
δ) στη διαιτησία.
Άρθρο 4
Ορισμοί
(άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
Για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «Θέμα δημόσιου συμφέροντος»: κάθε ζήτημα που επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο σε βαθμό που να δικαιολογεί θεμιτό ενδιαφέρον, ιδίως στους ακόλουθους τομείς:
αα) τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή το κλίμα, αβ) δραστηριότητες φυσικού ή νομικού προσώπου που αποτελεί δημόσιο πρόσωπο στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα,
αγ) υποθέσεις υπό εξέταση από όργανα της νομοθετικής, εκτελεστικής ή δικαστικής λειτουργίας, καθώς και κάθε άλλη επίσημη διαδικασία,
αδ) ισχυρισμοί σχετικά με διαφθορά, απάτη ή άλλα ποινικά αδικήματα και διοικητικές παραβάσεις που αφορούν στα ανωτέρω θέματα,
αε) δράσεις για την προστασία των αξιών του άρθρου 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των δημοκρατικών διαδικασιών από αδικαιολόγητες παρεμβάσεις και της καταπολέμησης της παραπληροφόρησης.
β) «Καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού»: οι δικαστικές διαδικασίες οι οποίες δεν κινούνται με στόχο τη γνήσια κατοχύρωση ή άσκηση δικαιώματος, αλλά έχουν ως κύριο σκοπό τους την αποτροπή, τον περιορισμό ή την τιμωρία της συμμετοχής του κοινού, συχνά με εκμετάλλευση μιας ανισορροπίας ισχύος μεταξύ των διαδίκων, και κατά τις οποίες ασκούνται αβάσιμες αγωγές. Ενδείξεις του σκοπού αυτού αποτελούν, ιδίως, οι εξής:
βα) ο δυσανάλογος, υπερβολικός ή παράλογος χαρακτήρας της αγωγής ή μέρους αυτής, περιλαμβανομένης της υπέρμετρης αξίας του αντικειμένου της διαφοράς,
ββ) η ύπαρξη πολλαπλών διαδικασιών που κινούνται από τον ενάγοντα ή συνδεδεμένους με αυτόν διαδίκους σε σχέση με παρόμοιες υποθέσεις,
βγ) ο εκφοβισμός, η παρενόχληση ή η διατύπωση απειλών από τον ενάγοντα ή τους εκπροσώπους του, πριν από τη διαδικασία ή κατά τη διάρκειά της, καθώς και παρόμοια συμπεριφορά του ενάγοντος σε παράλληλες υποθέσεις,
βδ) η κακόπιστη χρήση δικονομικών τακτικών, όπως η παρέλκυση της διαδικασίας, η δόλια ή καταχρηστική άγρα δικαστηρίου ή η κακόπιστη διακοπή των υποθέσεων σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
γ) «Συμμετοχή του κοινού»: κάθε δήλωση ή δραστηριότητα φυσικού ή νομικού προσώπου κατά την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, στην ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης ή στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, η οποία αφορά θέματα δημόσιου συμφέροντος. Στην έννοια του παρόντος ορισμού εντάσσονται και όλες οι προπαρασκευαστικές, υποστηρικτικές ή υποβοηθητικές ενέργειες που συνδέονται άμεσα με τις δηλώσεις ή τις δραστηριότητες του πρώτου εδαφίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ
Άρθρο 5
Απόρριψη αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή αβάσιμης σε πρώιμο στάδιο
(άρθρα 6, 7, 11 και 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
- Ο εναγόμενος σε Σ.Α.Α.Σ.Κ. δύναται να καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου και να επιδώσει στον ενάγοντα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της αγωγής σε αυτόν, δικόγραφο αίτησης απόρριψης της αγωγής σε πρώιμο στάδιο (εφεξής: «αίτηση»), με την οποία αιτείται την απόρριψη της αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο. Με το δικόγραφο της αίτησης εκτίθενται οι λόγοι για την απόρριψη της αγωγής και προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα προς τούτο.
- Ο ενάγων δύναται να αμφισβητήσει το παραδεκτό και τη βασιμότητα της αίτησης του εναγόμενου με την κατάθεση δικογράφου προτάσεων μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτόν του δικογράφου της αίτησης του εναγόμενου, προσκομίζοντας τα αποδεικτικά μέσα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του.
- Εντός δέκα (10) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας της παρ. 1, ο Πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διευθύνσεως του Πρωτοδικείου ορίζει τη δικάσιμο, τον δικαστή ή, εάν πρόκειται για υπόθεση που υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, τη σύνθεση του δικαστηρίου για την εκδίκαση της αίτησης. Η αίτηση δικάζεται από το δικαστήριο της αγωγής. Η δικάσιμος ορίζεται σε χρόνο που δεν απέχει περισσότερο από έναν (1) μήνα από την ημερομηνία ορισμού της. Οι διάδικοι, καθώς και εκείνοι που έχουν ασκήσει παρέμβαση υπέρ αυτών, κλητεύονται να παραστούν το αργότερο είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται.
- Ο δικαστής ή το δικαστήριο αποφαίνεται επί της αίτησης μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της συζήτησης, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Κατά τη συζήτηση, δεν εξετάζονται μάρτυρες ή οι διάδικοι και δεν χωρεί η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Η παράλειψη του ενάγοντος να αντικρούσει το αίτημα περί απόρριψης σε πρώιμο στάδιο της αγωγής, καθώς και η απουσία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Εάν η αίτηση γίνει δεκτή, εκδίδεται οριστική απόφαση, η οποία απορρίπτει την αγωγή ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Η απόρριψη της αίτησης γίνεται με έκδοση μη οριστικής απόφασης και η αγωγή εκδικάζεται κατά τη δικάσιμο που έχει ορισθεί κατά την κατάθεσή της. - Αν η αγωγή εκδικάζεται κατά τους κανόνες της τακτικής διαδικασίας, οι προτάσεις των διαδίκων κατατίθενται το αργότερο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, η δε προσθήκη επί των προτάσεων κατατίθεται το αργότερο δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατά παρέκκλιση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται. Κατά τη δικάσιμο, είναι δυνατή η εξέταση μαρτύρων, καθώς και των διαδίκων. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας από τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη κατά την παρ. 8 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
- Αν η αγωγή εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμόζεται το άρθρο 591 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτός της περ. α) της παρ. 1, περί προθεσμίας για την κλήτευση των διαδίκων.
Άρθρο 6
Αναγνώριση αγωγής ως καταχρηστικής
Ο εναγόμενος και ο υπέρ αυτού παρεμβαίνων δύνανται, με τις προτάσεις που υποβάλλουν, κατά τις ειδικές διαδικασίες κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και κατά την τακτική διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 237 και 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), να αιτηθούν την αναγνώριση της αγωγής ως καταχρηστικής κατά την περ. β) του άρθρου 4. Αν γίνει δεκτός ο χαρακτηρισμός της αγωγής ως καταχρηστικής, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις του άρθρου 9, ανεξαρτήτως του λόγου απόρριψης της αγωγής.
Άρθρο 7
Βάρος απόδειξης
(άρθρο 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
- Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από τον εναγόμενο για την απόρριψη της αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο κατά το άρθρο 5, το βάρος απόδειξης του παραδεκτού ή βασίμου της αγωγής φέρει ο ενάγων.
- Σε περίπτωση υποβολής αιτήματος από τον εναγόμενο για την απόρριψη της αγωγής κατά το άρθρο 6, ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας της αγωγής.
Άρθρο 8
Εγγυοδοσία για τα δικαστικά έξοδα
(άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου που υποβάλλεται με τις προτάσεις, μπορεί να υποχρεώσει τον ενάγοντα να παράσχει εγγυοδοσία για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του στα έξοδα. Το δικαστήριο καθορίζει το ύψος και τον τρόπο παροχής της εγγυοδοσίας, καθώς και την προθεσμία για την κατάθεσή της. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται τα άρθρα 171 και 172 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).
Άρθρο 9
Κυρώσεις έναντι καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών
(άρθρα 14 και 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
- Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, ο ενάγων υποχρεούται σε καταβολή των εξόδων του εναγομένου, κατά το άρθρο 189 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Ως προς την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και του τεχνικού συμβούλου, επιδικάζεται ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο από το δικαστήριο, κατόπιν συνεκτίμησης της αμοιβής που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε και της οικονομικής δυνατότητας των διαδίκων. Για την κατανομή των εξόδων εφαρμόζεται το άρθρο 178 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 179 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζεται. Τα έξοδα της παρούσας, στο μέτρο που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή και υποστήριξη της δικαστικής διαδικασίας, επιβάλλονται σε βάρος του ενάγοντος ακόμη και σε περίπτωση παραίτησης από την αγωγή, περιορισμού του αιτήματος ή ανάκλησης διαδικαστικής πράξης εκ μέρους του, ενώ εφαρμόζεται το άρθρο 192 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για τον προσδιορισμό και την εκκαθάριση του ποσού των εξόδων που πρέπει να αποδοθούν, εφαρμόζονται τα άρθρα 190 και 191 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
- Το δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, να διατάξει τη δημοσίευση της απόφασης σε δύο (2) ημερήσιες πανελλαδικές εφημερίδες και στις ιστοσελίδες τους, οι οποίες είναι πιστοποιημένες στα Μητρώα Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου του ν. 5005/2022 (Α’ 236), αντίστοιχα, με δαπάνη του ηττηθέντος ενάγοντος.
- Το δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, να επιβάλει στον ενάγοντα χρηματική ποινή, η οποία ορίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί του αιτήματος της αγωγής ή σε ποσό ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αν η διαφορά δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα. Για την επιμέτρηση συνεκτιμάται η οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Τα ποσά της χρηματικής ποινής είναι δημόσια έσοδα και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α΄ 190). Αντίγραφο της τελεσίδικης απόφασης κοινοποιείται αμελλητί, με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου, στην αρμόδια φορολογική αρχή για τη βεβαίωση και είσπραξη της χρηματικής ποινής.
Άρθρο 10
Ένδικα μέσα
(άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
Η απόφαση επί της αίτησης, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο, κατά το άρθρο 5, υπόκειται μόνο σε έφεση. Αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία κατάθεσης της έφεσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Αν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία είναι εξήντα (60) ημέρες. Η έφεση εκδικάζεται κατά προτεραιότητα στην πλησιέστερη δυνατή δικάσιμο.
Άρθρο 11
Ειδικές διατάξεις για τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων
Αν από το δικόγραφο της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων ή της προσωρινής διαταγής προκύπτουν ενδείξεις ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή το αίτημα προσωρινής διαταγής είναι προδήλως απαράδεκτα ή αβάσιμα και καταχρηστικά κατά την έννοια της περ. β) του άρθρου 4, ο δικαστής προβαίνει στην εκδίκασή τους μόνο εφόσον έχει προηγηθεί η κλήτευση του καθ’ ου η αίτηση. Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη ενδείξεων κατάχρησης κατά την περ. β) του άρθρου 4, η συζήτηση προσδιορίζεται στην κατά το δυνατόν συντομότερη δικάσιμο. Σχετικό αίτημα μπορεί να υποβάλει ο καθ’ ου με αυτοτελές δικόγραφο ή προφορικά κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ή του αιτήματος προσωρινής διαταγής. Τα άρθρα 8 και 9 εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 12
Παρέμβαση υπέρ του εναγόμενου επί προδήλως απαράδεκτης, αβάσιμης ή καταχρηστικής αγωγής ή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων
- Κατά την εφαρμογή των άρθρων 5, 6 και 11 επιτρέπεται η υπέρ του εναγομένου άσκηση παρέμβασης και από ενώσεις, οργανώσεις, συνδικαλιστικούς φορείς ή άλλες νομικές οντότητες που, σύμφωνα με το καταστατικό τους, έχουν ως αποστολή την προάσπιση ή προώθηση των δικαιωμάτων φυσικών ή νομικών προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού. Εφόσον η παρέμβαση ασκηθεί κατά την εφαρμογή του άρθρου 5, οι έννομες συνέπειές της διατηρούνται κατά την τυχόν συνέχιση της κύριας δίκης.
- Για την άσκηση της παρέμβασης από τους φορείς της παρ. 1 απαιτείται
ρητή συναίνεση ή έγκριση του εναγομένου ή του καθ’ ού η αίτηση, η οποία χορηγείται κατά τη συζήτηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΤΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ
Άρθρο 13
Δωσιδικία περιουσιακών αξιώσεων λόγω στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), προστίθεται άρθρο 40Α ως εξής:
«Άρθρο 40Α
Δωσιδικία περιουσιακών αξιώσεων λόγω στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού
Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την κατοικία ή την έδρα του, αντίστοιχα, στην ημεδαπή και κατά του οποίου έχουν κινηθεί καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού ενώπιον ημεδαπού ή αλλοδαπού δικαστηρίου, δύναται να ζητήσει από τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας ή έδρας του, αποζημίωση για τη ζημία και τα έξοδα που προέκυψαν από τη διαδικασία αυτή.».
Άρθρο 14
Άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης – Τροποποίηση άρθρου 323 και παρ. 3 άρθρου 905 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
(άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
- Στο άρθρο 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί ισχύος αποφάσεων αλλοδαπών πολιτικών δικαστηρίων, προστίθεται περ. 6) και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 323 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 323
Με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα χωρίς άλλη διαδικασία εφόσον:
1) αποτελεί δεδικασμένο σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε,
2) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,
3) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,
4) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου,
5) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη και
6) δεν πρόκειται για αλλοδαπή δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού κατά φυσικού ή νομικού προσώπου.».
- Στην παρ. 3 του άρθρου 905 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί κήρυξης αλλοδαπού τίτλου ως εκτελεστού, οι λέξεις «αριθ. 2 έως 5» αντικαθίστανται από τις λέξεις «αριθ. 2 έως 6» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:
«3. Αν ο αλλοδαπός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να κηρυχθεί εκτελεστός πρέπει να συντρέχουν και οι όροι του άρθρου 323 αριθ. 2 έως 6.».
Άρθρο 15
Διατάξεις για τις διαφορές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές – Προσθήκη άρθρου 622Γ στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), προστίθεται άρθρο 622Γ ως εξής:
«Άρθρο 622Γ
- Στις διαφορές της παρ. 7 του άρθρου 614 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, επί ποινή απαραδέκτου της αγωγής.
- Το άρθρο 591 εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για τις στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού.».
Άρθρο 16
Εκδίκαση απαιτήσεων από αστική ευθύνη του τύπου – Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου μόνου ν. 1178/1981
Στην παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 (Α΄ 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου, οι λέξεις «των άρθρων 663 επ. Κ.Πολ.Δ.,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περιουσιακών διαφορών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182)» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«4. Οι κατά το άρθρο αυτό απαιτήσεις, εφόσον δεν προβλέπεται ειδικότερη ρύθμιση στον παρόντα νόμο, εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182).».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 17
Συλλογή δεδομένων και ενημέρωση του κοινού
(άρθρα 19 και 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
- Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, μέσω του Αυτοτελούς Τμήματος Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων, υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε ετήσια βάση, τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα σχετικά με τις αιτήσεις και τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν τις δικονομικές εγγυήσεις και τα μέσα έννομης προστασίας του παρόντος νόμου.
- Τα δεδομένα της παρ. 1 διαβιβάζονται σε συγκεντρωτική μορφή και περιλαμβάνουν:
α) τον αριθμό των καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού, οι οποίες κινήθηκαν κατά το έτος αναφοράς,
β) τον αριθμό των δικαστικών διαδικασιών, ταξινομημένων ανά κατηγορία εναγομένου, όπως δημοσιογράφος, εκδότης ή μέσο μαζικής ενημέρωσης,
γ) τον αριθμό των αγωγών που απορρίφθηκαν σε πρώιμο στάδιο,
δ) το ύψος των αιτηθεισών αποζημιώσεων και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, στις περιπτώσεις αγωγών που έγιναν αποδεκτές, εν όλω ή εν μέρει,
ε) τη διάρκεια των διαδικασιών σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. - Εκτός από τα στοιχεία της παρ. 2, το Υπουργείο Δικαιοσύνης μεριμνά για τη συλλογή και τη διαβίβαση διαθέσιμων συμπληρωματικών δεδομένων και ιδίως:
α) του είδους της νομικής βάσης και της αγωγής ή αξίωσης που χρησιμοποιήθηκε για την κίνηση των εν λόγω διαδικασιών,
β) του είδους του ενάγοντος, όπως πολιτικού, εταιρείας, αλλοδαπής οντότητας,
γ) της ύπαρξης διασυνοριακών στοιχείων στις υποθέσεις αυτές. - Το Υπουργείο Δικαιοσύνης μεριμνά για την παροχή επικαιροποιημένων πληροφοριών σχετικά με τα στατιστικά δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 3. Τα δεδομένα αυτά αναρτώνται στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε άλλη ηλεκτρονική πύλη, σε ενιαίο και κεντρικό σημείο πληροφόρησης που λειτουργεί υπό την ευθύνη του Αυτοτελούς Τμήματος Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων, σε εύκολα προσβάσιμη μορφή, καθώς και στο Μητρώο Ανοικτών Δεδομένων του Δημοσίου του άρθρου 67 του ν. 4727/2020 (Α’ 184), σε εύκολα προσβάσιμη, ανοικτή και μηχαναγνώσιμη μορφή, με σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας και της δημόσιας πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος Μέρους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 18
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
- Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης δύναται να ρυθμίζονται ο τρόπος, η διαδικασία, η περιοδικότητα και το χρονοδιάγραμμα συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων, η περαιτέρω εξειδίκευση και ομαδοποίησή τους, η μορφή και το περιεχόμενο των διαβιβαζόμενων δεδομένων, τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων και για τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ή τεχνικό θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου 17.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται η μορφή, η δομή και το περιεχόμενο του κεντρικού σημείου πληροφόρησης, ο τρόπος συγκέντρωσης, επικαιροποίησης και παρουσίασης των πληροφοριών, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τροφοδότηση και διαχείριση του περιεχομένου, η ειδικά οριζόμενη ηλεκτρονική πύλη, εφόσον δεν χρησιμοποιείται η επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό ή οργανωτικό ζήτημα αναγκαίο για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17.
Άρθρο 19
Σχέσεις με διμερείς και πολυμερείς συμβάσεις και συμφωνίες – Συμπληρωματική εφαρμογή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
(άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)
- Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν θίγουν την εφαρμογή διμερών ή πολυμερών συμβάσεων και συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ τρίτου κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ελλάδας πριν από τις 6 Μαΐου 2024.
- Κάθε άλλο ζήτημα, το οποίο δεν ρυθμίζεται ειδικώς από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182).