Άρθρο 9

1.             Τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, κατά την έννοια της παρούσας απόφασης, πρέπει να φέρουν επισήμανση ή σήμανση κατά τη διάθεσή τους στην αγορά για βιομηχανικούς ή εμπορικούς σκοπούς. H επισήμανση ή η σήμανση μπορούν να αντικατασταθούν ή να συμπληρωθούν με συνοδευτικά εμπορικά έγγραφα εφόσον αυτά τα προϊόντα δεν προσφέρονται προς πώληση στον τελικό καταναλωτή ή εφόσον παραδίδονται προς εκτέλεση παραγγελίας κράτους ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

2.             Οι ονομασίες, οι περιγραφές της σύνθεσης και οι περιεκτικότητες σε υφάνσιμες ίνες που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 7 και στα παραρτήματα Ι και II πρέπει να αναγράφονται ευκρινώς επί των εμπορικών εγγράφων. Αυτή η υποχρέωση αποκλείει κυρίως τη χρήση συντμήσεων στις συμβάσεις, τα τιμολόγια ή τα δελτία πωλήσεως. Επιτρέπεται, εντούτοις, η χρήση μηχανογραφικού κώδικα εφόσον ο κώδικας επεξηγείται στο ίδιο έγγραφο.

3.             Κατά την προσφορά προς πώληση και την πώληση προς τους καταναλωτές, και ιδίως στους καταλόγους, στα πληροφοριακά φυλλάδια, στις συσκευασίες, στις ετικέτες και στα σήματα, οι ονομασίες, οι περιγραφές της σύνθεσης και οι περιεκτικότητες σε υφάνσιμες ίνες που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 7 και στα παραρτήματα Ι και II πρέπει να αναγράφονται με τους ίδιους ευανάγνωστους και ευδιάκριτους τυπογραφικούς χαρακτήρες.

Ενδείξεις και πληροφορίες άλλες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα απόφαση πρέπει να διαχωρίζονται. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις επωνυμίες της επιχείρησης ή στα εμπορικά σήματα που είναι δυνατόν να αναγράφονται αμέσως μετά τις ενδείξεις που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση.

Εντούτοις, εάν κατά την προσφορά προς πώληση ή κατά την πώληση στους καταναλωτές που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, αναγράφεται εμπορικό σήμα ή επωνυμία επιχείρησης που περιλαμβάνει, είτε ως κύριο τίτλο είτε ως επιθετικό προσδιορισμό ή ρίζα, ονομασία που προβλέπεται στο παράρτημα Ι ή που είναι δυνατόν να προκαλέσει σύγχυση με αυτή, αμέσως μετά το εμπορικό σήμα ή την επωνυμία της επιχείρησης πρέπει να αναγράφονται με σαφείς, ευανάγνωστους και ενιαίους χαρακτήρες οι ονομασίες, οι περιγραφές της σύνθεσης και οι περιεκτικότητες σε υφάνσιμες ίνες που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 7 και στα παραρτήματα Ι και II.

4.   Κατά την προσφορά προς πώληση και την πώληση στον τελικό καταναλωτή, η επισήμανση ή σήμανση

που προβλέπονται από το παρόν άρθρο αναγράφεται υποχρεωτικά τουλάχιστον στην ελληνική γλώσσα.

Για τις κουβαρίστρες, τα κουβάρια, τα μασούρια, τα ματσάκια και κάθε άλλη μικρή ποσότητα νημάτων ραψίματος, μανταρίσματος και κεντήματος, η προηγούμενη υποχρέωση εφαρμόζεται μόνο για τη συνολική επισήμανση των συσκευασιών ή στα εκθετήρια προς πώληση. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙV σημείο 18, τα μεμονωμένα κομμάτια μπορούν να επισημαίνονται σε οποιαδήποτε γλώσσα της Κοινότητας.

  1. Δεν απαγορεύεται η χρήση χαρακτηρισμών ή ενδείξεων, σχετικών με τα χαρακτηριστικά προϊόντων, άλλων από εκείνων που προβλέπονται στα άρθρα 4, 5 και 6 και συνάδουν με τα χρηστά εμπορικά ήθη.
  • Θεωρούμε σημαντική και επιβεβλημένη την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, «η επισήμανση των προίόντων αυτών να είναι υποχρεωτικά στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ γλώσσα» ‘ωστε να επιτυγχάνεται η ενημέρωση, πληροφόρηση και σωστή επιλογή του καταναλωτή στα εν λόγω προίόντα.

  • 7 Μαΐου 2010, 11:16 | Βασίλης Μασσέλος

    Η υποχρεωτική αναγραφή της σύνθεσης στην Ελληνική γλώσσα δεν παρέχει υπηρεσίες στους καταναλωτές οι οποίοι εδώ και δεκαετίες αντιλαμβάνονται ευχερώς το «Polyester» αντί του «Πολυεστέρα» ή το «Cotton» αντί του «βαμβάκι». Σε ότι αφορά τις πιο «εξωτικές» ίνες ο καταναλωτής π.χ. κατά κανόνα δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά των συνθετικών από τις τεχνητές από φυσική πρώτη ύλη και ως εκ τούτου δεν νομίζω ότι έχει σημασία η αναγραφή ταυτόχρονα του «Polyurethane» με το «Πολυουρεθάνιο» η του «Μοντάλ» αντί του «Modal». Αντίθετα η υποχρεωτική αναγραφή και στα Ελληνικά θα σημάνει αύξηση του αριθμού και του μεγέθους των ετικετών και συνακόλουθη αύξηση του όγκου των απορριμμάτων που καταλήγουν στις χωματερές. Θα δημιουργήσει δε, προσωρινή έστω, αναστάτωση και επιπλέον κόστη αφού οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις θα αναγκαστούν να σημάνουν εκ νέου τα αποθέματά τους. Και αυτό σε μια περίοδο που όλοι μάχονται –εν πολλοίς ανεπιτυχώς, να επιβιώσουν. Το λυπηρό είναι ότι κανείς δεν ελέγχει την ουσία, δηλαδή το κατά πόσον –ασχέτως του σε ποια γλώσσα αναγράφεται η σύνθεση- αυτή είναι σύμφωνη με την πραγματική σύνθεση του προϊόντος ειδικά στα σύμμικτα όπου ο καναλωτής μπορεί ευχερώς να εξαπατηθεί. Σήμερα δεν γίνεται κανένας απολύτως προληπτικός-δειγματοληπτικός έλεγχος και κατά συνέπεια τόσο οι προτεινόμενες διατάξεις όσο και η έννοια της διαβούλευσης ανάγονται στη σφαίρα της θεωρίας.