1. Κάθε κλωστοϋφαντουργικό προϊόν αποτελούμενο από δύο ή περισσότερες ίνες εκ των οποίων η μία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 85 % του συνολικού βάρους χαρακτηρίζεται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
α) με την ονομασία αυτής της ίνας ακολουθούμενης από την εκατοστιαία αναλογία της κατά βάρος·
β) με την ονομασία αυτής της ίνας ακολουθούμενης από την ένδειξη «85 % τουλάχιστον»· ή
γ) με την πλήρη εκατοστιαία σύνθεση του προϊόντος.
2. Κάθε κλωστοϋφαντουργικό προϊόν αποτελούμενο από δύο ή περισσότερες ίνες, από τις οποίες καμία δεν αντιπροσωπεύει το 85 % του συνολικού βάρους, χαρακτηρίζεται με την ονομασία και την επί τοις εκατό αναλογία κατά βάρος των δύο τουλάχιστον ινών που εμπεριέχονται σε μεγαλύτερο ποσοστό, ακολουθούμενη από την παράθεση των ονομασιών των άλλων ινών που συνθέτουν το προϊόν κατά φθίνουσα κλίμακα βάρους, με ή χωρίς ένδειξη της επί τοις εκατό αναλογίας τους κατά βάρος. Εντούτοις:
α) ίνες από τις οποίες καθεμία συμμετέχει με ποσοστό μικρότερο από 10 % στο συνολικό βάρος ενός προϊόντος, μπορεί να ορισθεί με την έκφραση «άλλες ίνες», ακολουθούμενη από το συνολικό επί τοις εκατό ποσοστό·
β) όταν αναφέρεται η ονομασία μίας ίνα η οποία συμμετέχει με ποσοστό μικρότερο από 10 % στο συνολικό βάρος ενός προϊόντος, αναφέρεται η πλήρης εκατοστιαία σύνθεση του προϊόντος.
3. Τα προϊόντα που έχουν στημόνι από καθαρό βαμβάκι και υφάδι από καθαρό λινάρι και των οποίων η επί τοις εκατό αναλογία σε λινάρι δεν είναι μικρότερη από 40 % του συνολικού βάρους του αποκολλαρισμένου υφάσματος, μπορούν να χαρακτηρισθούν με την ονομασία «σύμμεικτο», ακολουθούμενη υποχρεωτικά από την ένδειξη της σύνθεσης «στημόνι καθαρό βαμβάκι-υφάδι καθαρό λινάρι».
4. Οι όροι «απροσδιόριστες ίνες» ή «υφαντουργική σύνθεση απροσδιόριστη» μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάθε προϊόν του οποίου η σύνθεση κατά την κατασκευή δεν μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς.
5. Για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή και έχουν τις εκατοστιαίες συνθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 4:
α) ποσότητα ξένων ινών μέχρι 2 % του συνολικού βάρους του κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος είναι ανεκτή, εφόσον δικαιολογείται τεχνικά και δεν προέρχεται από συστηματική προσθήκη· η ανοχή αυτή ανέρχεται σε 5 % για τα προϊόντα που λαμβάνονται από τον κύκλο του λαναρίσματος και δεν θίγει την ανοχή που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3·
β) ανοχή κατασκευής 3 % σε σχέση με το συνολικό βάρος των ινών που αναφέρονται στην ετικέτα επιτρέπεται μεταξύ των δηλουμένων στη επισήμανση εκατοστιαίων αναλογιών των ινών και των εκατοστιαίων αναλογιών που προκύπτουν από την ανάλυση· η ανοχή αυτή εφαρμόζεται επίσης στις ίνες που, σύμφωνα με την παράγραφο 2, απαριθμούνται κατά φθίνουσα κλίμακα βάρους χωρίς ένδειξη της επί τοις εκατό αναλογίας τους κατά βάρος. Η ανοχή αυτή εφαρμόζεται επίσης για το σκοπό του άρθρου 6 παράγραφος 2 στοιχείο β).
Κατά την ανάλυση, οι ανοχές αυτές υπολογίζονται ξεχωριστά. Το συνολικό βάρος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της ανοχής που αναφέρεται στο στοιχείο β), είναι το βάρος των ινών του τελικού προϊόντος, εκτός από τις τυχόν ξένες ίνες κατ’ εφαρμογή της ανοχής που αναφέρεται στο στοιχείο α).
Η άθροιση των ανοχών που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που οι ξένες ίνες που τυχόν διαπιστώνονται κατά την ανάλυση, με εφαρμογή της ανοχής που αναφέρεται στο στοιχείο α) έχουν την ίδια χημική φύση με μία ή περισσότερες ίνες που αναφέρονται στην ετικέτα.
Στην περίπτωση ειδικών προϊόντων, για τα οποία η κατασκευαστική τεχνική απαιτεί ανοχές ανώτερες από τις ανοχές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), επιτρέπονται μεγαλύτερες ανοχές κατά τους ελέγχους που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 μόνον κατ’ εξαίρεση και ύστερα από επαρκή αιτιολόγηση που προσκομίζει ο κατασκευαστής. Στις περιπτώσεις αυτές το Γενικό Χημείο του Κράτους ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά.




