• Σχόλιο του χρήστη 'Μαρω Ευαγγελίδου' | 8 Δεκεμβρίου 2014, 11:17
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Με αφορμή το παρόν ΣΝ καταθέτω ορισμένες γενικότερες σκεψεις για την προωθηση της ολοκληρωμενης διαχειρισης αποβλητων και την ανακύκλωση Το ΣΝ επιχειρεί να καλύψει μια σειρά από κενά που έχουν προκύψει από την πρόσφατη εμπειρία λειτουργίας των Εθνικών Συστημάτων Εναλλακτικής Διαχείρισης (ΣΕΔ) διαφόρων ρευμάτων αποβλήτων, αφενός με ανάθεση περεταίρω υποχρεώσεων (όπως η τήρηση ποσοτικών στοιχείων) στα ΣΕΔ (ιδίως των συσκευασιών), αφετέρου με ενίσχυση του ελέγχου της λειτουργίας τους από τον ΕΟΑΝ και υποχρέωση απόδοσης των χρημάτων που εισπράττουν - δια νόμου και χωρίς «επιχειρηματικό ρίσκο», μέσω της εφαρμογής της αρχής της ευθύνης του παραγωγού– στην ενίσχυση της ανακύκλωσης. Πρόκειται για επιλογές που έπρεπε να είχαν επιβληθεί πολύ νωρίτερα, ώστε να αναπτυχθεί περεταίρω η ανακύκλωση έναντι των παρωχημένων μεθόδων διαχείρισης σύμμικτων απορριμμάτων (όπως οι ΧΥΤΑ), που έχουν απορροφήσει μέχρι σήμερα αξιόλογα κονδύλια δημοσίων πόρων μέσω του ΕΣΠΑ ή του ΠΔΕ, με πενιχρά δυστυχώς αποτελέσματα ως προς τις υποχρεώσεις της Χώρας έναντι των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων /οδηγιών. Ωστόσο οι ρυθμίσεις αυτές –παρότι αναγκαίες- δεν φαίνεται να διορθώνουν όλες τις παθογένειες του συστήματος, οι οποίες αφορούν (α) στην ΑΣΑΦΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΡΟΛΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΒΑΘΜΙΔΩΝ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (Κράτος, Αποκεντρωμένη Διοίκηση, Περιφέρειες, Δήμοι) και (β) στην ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ. Για το 1Ο επιμένω στην διατύπωση «κατανομή ρόλων» και όχι αρμοδιοτήτων, κάτι που λογικά πρέπει να έπεται, αφού αποσαφηνιστούν οι ρόλοι και όχι να προηγείται -όπως είθισται- καθιερώνοντας μια αναιτιολόγητη διάσπαση των αντικειμένων και μια αποσπασματικότητα στο έργο κάθε υπηρεσιακής βαθμίδας, ενδυναμώνοντας την γραφειοκρατία έναντι της ολοκληρωμένης θεώρησης. Πχ η αδειοδότηση των υποδομών (περιβαλλοντική και λειτουργίας) κυμαίνεται μεταξύ όλων των βαθμίδων με μοναδικό κριτήριο το μέγεθος /δυναμικότητα κάθε εγκατάστασης χωρίς μέριμνα για δημιουργία υπηρεσιών μιας στάσης (one stop shop) για συναφή ή/και συνδεόμενα έργα που θα διευκόλυνε τις επενδύσεις αλλά και την ολοκληρωμένη θεώρηση της εφαρμογής του σχεδιασμού από κάθε υπηρεσία. Από την άλλη η περιβαλλοντική επιθεώρηση είναι «ορφανή» ως αρμοδιότητα κυρίως επειδή χωλαίνουν σε επίπεδο προσωπικού οι αρμόδιες δομές και δεν έχει προχωρήσει η σύσταση των προβλεπόμενων ειδικών σωμάτων ιδιωτών επιθεωρητών. Υπ’ αυτό το πρίσμα η επιλογή ότι το Υπουργείο νομοθετεί επιτελικά το πλαίσιο, εγκρίνει τον εθνικό σχεδιασμό και αδειοδοτεί ΜΟΝΟ τις υποδομές εθνικής εμβέλειας, ενώ η Α.Δ. εγκρίνει τα Περιφερειακά Σχέδια (ΠΕΣΔΑ, σε συνεργασία με την Περιφερεια που τα εκπονεί) και αδειοδοτεί τις υποδομές περιφερειακής εμβέλειας, είναι μια ορθολογική λύση και συνεπής με την επιλογή να αναλάβει η ΑΥΤΟΔΙΟΊΚΗΣΗ την ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΊΩΝ. Η υλοποίηση επίσης κατανέμεται μεταξύ των Περιφερειών που αναλαμβάνουν την ΕΥΘΥΝΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ των ΠΕΣΔΑ και των Δήμων οι οποίοι αναλαμβάνουν –μέσω των ΦΟΔΣΑ- την αποκομιδή και πρωτογενή διαχείριση των οικιακών και ορισμένων ρευμάτων, που δεν απαιτούν υψηλή τεχνογνωσία (όπως η κομποστοποίηση των βιοαποδομήσιμων οικιακών ή μη) ή δεν είναι δυνατόν να μετακινηθούν μακριά όπως τα μπάζα (ΑΕΕΚ). Αυτό δεν απαγορεύει -αντίθετα μάλιστα- να καθιερώσουν οι Δήμοι ή οι Περιφέρειες και πολιτικές πρόληψης, προάγοντας τα λεγόμενα «ΠΡΑΣΙΝΑ ΣΗΜΕΙΑ» για την ανάπτυξη των οποίων θα είναι πολύτιμος ένας συντονιστικός ρόλος από την Περιφέρεια και η ενεργοποίηση των γνωστών Συνδέσμων ΟΤΑ. Είναι όμως αναγκαίο ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ ΦΟΡΕΑ (ΦΟΔΣΑ) ΑΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ. Η πρόβλεψη αυτή «αναβλήθηκε» δυστυχώς (ίσως επ’ αόριστον?) και η καθυστέρηση στην υλοποίησή της λειτουργεί εις βάρος της διάδοσης καλών πρακτικών ανακύκλωσης και ορθής διαχείρισης των ήδη κατασκευασμένων ή υπό κατασκευήν υποδομών. Επίσης η καθιέρωση Περιφερειακών Φορέων μπορεί να συνδυαστεί με την ανάληψη ρόλων εναλλακτικής διαχείρισης και για άλλα ρεύματα σε περιφερειακό επίπεδο, (πχ έλαια) προάγοντας ακόμα περισσότερο τον ρόλο της Περιφέρειας ή/και των ΦΟΔΣΑ. Η εμμονή σε θέματα νομικής μορφής των ΦΟΔΣΑ (ΝΠΔΔ ή ΑΕ) δεν μπορεί να λειτουργεί ανασταλτικά σε μια μεταρρύθμιση τέτοιας εμβέλειας –όπως την οραματίστηκε ο Καλλικράτης- και είναι σκόπιμο να επιλυθούν τα θέματα ευελιξίας στις πρσλήψεις προσωπικού. Το 2ο σημείο που έχω εντοπίσει ως παθογένεια και θα όφειλε να βελτιωθεί νομοθετικά, αν θέλουμε να καλύψουμε την «αιρεσιμότητα» που θέτει το νέο ΕΣΠΑ για την χρηματοδότηση έργων διαχείρισης απορριμμάτων, είναι Η ΕΛΛΙΠΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΓΝΩΣΙΑΣ ΣΥΜΠΡΑΞΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΣΔΙΤ) ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ. Είναι αδιανόητο για το σύγχρονο δυτικό κόσμο να μην υπάρχει πλαίσιο ανάπτυξης ΣΔΙΤ πέραν μιας Γραμματείας Υπουργείου. Ας θυμηθούμε ότι το PPP (Public Private Partnership) διεθνώς ξεκίνησε ακριβώς από την ανάγκη της Αυτοδιοίκησης να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις ενός ενεργού ρόλου στη διαχείριση της αστικής ανάπτυξης και ότι οι περιβαλλοντικές υποδομές είναι το κατ’ εξοχήν πεδίο όπου λειτουργούν αυτού του τύπου οι συνεργασίες παρέχοντας νέες ευκαιρίες πράσινης επιχειρηματικότητας. Στην Ελλάδα που βγαίνει από την κρίση, θα αφήσουμε να πάει χαμένο το τρέχον ΕΣΠΑ ή θα το αξιοποιήσουμε για να δοθεί ώθηση σε τοπικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, ιδίως στις μεσαίες πόλεις ή τον αγροτικό και τον νησιώτικο χώρο? Με το θέμα των «τοπικών ΣΔΙΤ» συνδέεται και η λεγόμενη «κοινωνική επιχειρηματικότητα». Στην Ελλάδα έχει πάρει την μορφή των ΚΟΙΝΣΕΠ (Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις) των οποίων το θεσμικό πλαίσιο υπάρχει ήδη από το 2011, με αποτέλεσμα να έχει ιδρυθεί πλήθος επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων το ενδιαφέρον για την ανακύκλωση είναι μεγάλο. Η ανακύκλωση /πρόληψη μέσω επισκευών και επανάχρηση είναι τομείς χαμηλής τεχνογνωσίας και έντασης εργασίας που προσφέρονται για μια απάντηση στην κρίση ανεργίας που βρίσκεται η Χώρα. Επισημαίνεται όμως ότι, μετά από πρόσφατη ανακίνηση του θέματος από τον Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, θα πρέπει να βελτιωθεί η πρακτική που συνοδεύει τις αναθέσεις των ΟΤΑ σε ΚΟΙΝΣΕΠ ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις διαφάνειας και τους όρους ενός υγιούς ανταγωνισμού. Σημειωτέον ότι η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία προβλέπει τη δυνατότητα υιοθέτησης ειδικών ευνοϊκών κριτήριων για την προώθηση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στις αναθέσεις του δημόσιου τομέα. Οι ανωτέρω προτεινόμενες θεσμικές-νομικές συμπληρώσεις ξεπερνούν βέβαια το ΥΠΕΚΑ, αλλά είναι αναγκαίο να αναλάβει το ρόλο του «επισπεύδοντα» στο βαθμό που είναι απαραίτητες για την ανταπόκριση της Χωρας μας στο «ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό κεκτημένο». Εκτιμώ επίσης ότι τέτοιες πρωτοβουλίες θα συμβάλλουν στην «αποδαιμονοποίηση» του εργαλείου των ΣΔΙΤ από τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (δες πρόσφατες ανακοινώσεις της ΚΕΔΕ και ΠΕΤΑ που αποπνέουν μια αδικαιολόγητη εμπιστοσύνη στην κλασσική αντίληψη των «δημόσιων έργων») και θα ανοίξουν μια νέα σελίδα στο πεδίο των συμπράξεων δημόσιου ιδιωτικού τομέα, εισάγοντας την ολοκληρωμένη διαχείριση, που εγγυάται την κατασκευή και λειτουργία των υποδομών, έναντι της απλής κατασκευής τους με την κλασσική μέθοδο των «δημοσίων έργων», χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι πόροι και οι δομές για τη λειτουργία τους. Η αντίληψη αυτή θα πρέπει βέβαια να καταγραφεί και στις σχετικές προσκλήσεις των ΠΕΠ ή του νέου ΕΠΕΡΡΑ. Είναι όμως αναγκαίο να ‘ανοίξουν’ ή άλλως μεταρρυθμιστούν ΚΑΙ οι διαδικασίες του ανταγωνιστικού διαλόγου των ΣΔΙΤ σε δύο κατευθύνσεις: (α) την εισαγωγή περιβαλλοντικών κριτηρίων στην αξιολόγηση του επενδυτή (σήμερα το περιβαλλοντικό κριτήριο λειτουργεί ως «pass or fail» και άρα δεν υπάρχει κίνητρο για την βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων της επικείμενης επένδυσης, και (β) να συμμετέχουν στο τραπέζι του ανταγωνιστικού διαλόγου, περισσότεροι φορείς δεδομένου ότι αυτός λειτουργεί ‘παιδευτικά’ για τον δημόσιο τομέα (κράτος /υπουργεία και αυτοδιοίκηση). Η διαφάνεια ήταν και θα είναι πάντα καλός σύμβουλος σε σύνθετες διαδικασίες Διακυβέρνησης.