• Σχόλιο του χρήστη 'ΜΜ' | 25 Αυγούστου 2020, 17:54

    Το κράτος από τη δεκαετία του '80 αρνείται πεισματικά να σχεδιάσει και να προγραμματίσει τη Β' κατοικία στην Ελλάδα. Αδυνατεί να καταλάβει ότι ο τομέας αυτός (Β΄ κατοικία) μπορεί να γίνει ένα αναπτυξιακό εργαλείο για την ελληνική επαρχία, ταυτόχρονα να συμβάλλει στην εθνική οικονομία και βεβαίως να εξυπηρετήσει μια ανάγκη των πολιτών. Αρχικά να σημειώσω ότι πραγματικά διάβασα πολύ ενδιαφέροντα σχόλια για το συγκεκριμένο άρθρο [Άρθρο 28 – Διατάξεις γενικής εφαρμογής στην εκτός σχεδίου δόμηση]. Συγχαρητήρια στους συναδέλφους μηχανικούς και στους συμπολίτες μας, που είχαν τη διάθεση και το χρόνο να συμβάλουν με τεκμηριωμένες απόψεις σε ένα τόσο σημαντικό θέμα. Οι (άτοποι) περιορισμοί που εισηγείται το νομοσχέδιο γίνονται στο “όνομα” της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Όμως για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν είναι δυνατόν να επιβάλλουμε αφορισμούς. Στην τελική και η καθολική απαγόρευση της δόμησης παντού προστατεύει το περιβάλλον, όμως πρόκειται για παραλογισμό. Υπάρχει μια σειρά εργαλείων που πρέπει να αξιοποιηθούν: πολεοδομικός σχεδιασμός, επέκταση σχεδίων πόλεων ή οικισμών όπου χρειάζεται, καθορισμός δημοτικών δρόμων κλπ. Και στη συνέχεια διαμόρφωση και των σχετικών υποδομών (ύδρευση, αποχέτευση, φωτισμός κλπ). Όταν δρομολογηθούν τα παραπάνω, βεβαίως θα πρέπει να επανακαθοριστεί και η εκτός σχεδίου δόμηση. Για τα παραπάνω το κράτος ολιγωρεί (και αδιαφορεί) από τη δεκαετία του '80. Μια σειρά προβλημάτων διαιωνίζεται από τότε (το '80), παραθέτω μερικά από αυτά: Σε όλη την Αττική, και φυσικά και άλλου, υπάρχει μια δυναμική για την ανάπτυξη Β' κατοικίας. Γιατί το κράτος δεν μεριμνά ώστε και να εξασφαλίσει την πολυπόθητη εξοχική κατοικία και να εξορθολογίσει την κατανομή της στον χώρο; Συγκεκριμένα υπάρχουν ολόκληροι αυθαίρετοι οικισμοί (Β' κατοικίας) εκτός σχεδίου που διαμορφώθηκαν προ του '80 (πχ στην Αττική περιοχές στο Πόρτο Ράφτη, στην Καλλιτεχνούπολη κλπ) τους οποίους η πολιτεία δεν έχει κάνει καμία απολύτως ενέργεια ούτε ένταξης, ούτε διαμόρφωσης υποδομών. Σε όλη την Ελλάδα καθορίστηκαν αυθαίρετα όρια οικισμού από τη δεκαετία του '80 (πρόκειται για μια αυθαίρετη κλειστή γραμμή γύρω από ένα οικιστικό πυρήνα). Δεν πρόκειται για σοβαρές μελέτες. Τα όρια των οικισμών δεν ταυτίζονται καν με φυσικά όρια πχ έναν αγροτικό δρόμο, έχουν απλά μπει τυχαία. Ουδείς αξιολόγησε τόσα χρόνια αυτά τα όρια, αν είναι ορθά (συνήθως περιλαμβάνουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, σε λόγγους και ρέματα χωρίς οδικό δίκτυο), αν πρέπει να εξορθολογιστούν (διότι περιλαμβάνουν εκτάσεις που στην πράξη δεν είναι οικοδομήσιμες ή που είναι ευάλωτες σε φυσικές καταστροφές, πλημμύρες κλπ) ή αν πρέπει να επεκταθούν, διότι ο οικισμός έχει αυτήν την δυναμική. Στις δε περιπτώσεις που τα γήπεδα είναι εντός σχεδίου αλλά μη οικοδομήσιμα, εξαιτίας των υψηλών αντικειμενικών αξιών δημιουργείται και κοινωνικό πρόβλημα' καθώς εμφανίζεται το φαινόμενο της υπερφορολόγησης και τελικώς της δήμευσης της περιουσίας μέσω αποποίησης κληρονομιών. Το 2011 (ΦΕΚ 289/2011), ο τότε Υπουργός μέσα σε μια νύχτα (όπως και το σημερινό νομοσχέδιο) μείωσε σχεδόν στο μισό τη δόμηση στα άρτια και οικοδομήσιμα κατά τον κανόνα γήπεδα εντός οικισμών ( <2000 κατοίκων). Ουδείς γνωρίζει τον στόχο του Υπουργού. Αποτέλεσμα ήταν η απαξίωση (μέσα σε μια νύχτα) της εντός οικισμού δόμησης και η στροφή προς στην εκτός σχεδίου. Στις δε περιπτώσεις κάθετων ιδιοκτησιών, όπου ο ένας εκ των δυο έχει ήδη εξαντλήσει την δόμηση που του αντιστοιχούσε, η αξία της γης του έτερου μηδενίστηκε (αφού δεν υπήρχε υπόλοιπο συντελεστή). Δυστυχώς αυτά είναι τα αποτελέσματα όταν η πολεοδομική νομοθεσία γράφεται πρόχειρα, χωρίς ενσυναίσθηση των συνεπειών που θα επιφέρει. Συνοψίζοντας, το κράτος οφείλει να μελετήσει το θέμα της Β' κατοικίας στην Ελλάδα, να επιλύσει όλες τις παθογένειας και μετά να καθορίσει το νομικό πλαίσιο, με βάση την ανάπτυξη της (εγκαταλελειμμένης) ελληνικής επαρχίας, την ικανοποίηση της δυναμικής που υπάρχει για την εξοχική κατοικία και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Η μαζική και καθολική απαγόρευση της εκτός σχεδίου δόμησης για κατοικίες, δε θα προστατεύσει το φυσικό περιβάλλον, καθώς οι παρεκκλίσεις συνεχίζονται για όλες τις άλλες χρήσεις (που προφανώς δεν είναι φιλικότερες για το περιβάλλον), αλλά θα συμβάλει: - στην απαξίωση της εκτός σχεδίου (μικρής) ιδιοκτησίας μέσα σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής ύφεσης, προκαλώντας περαιτέρω ύφεση - στην αύξηση της αξίας των οικοπέδων που βρίσκονται εντός σχεδίου/οικισμού και των οικοδομήσιμων γηπέδων που βρίσκονται εκτός, δυσανάλογα με την πραγματική τους αξία (δημιουργώντας ένα φαινόμενο φούσκας ακινήτων) - στη συγκέντρωση της φτηνής πλέον μικροιδιοκτησίας από συγκεκριμένα ολιγοπώλια - στη μη ικανοποίηση τους αιτήματος των πολιτών για μια προσιτή εξοχική κατοικία - στη συρρίκνωση της ελληνικής επαρχίας και της ελληνικής οικονομίας - πιθανώς σε μια νέα σειρά αυθαιρέτων Β' κατοικίας (δηλαδή στην εκ νέου καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος) όπως αυτά που προέκυψαν τη δεκαετία του '80 εξαιτίας της αδιαφορίας της πολιτείας.