Άρθρο 02: Ετήσιο τέλος διατήρησης δικαιώματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας

1. Οι κάτοχοι αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 3 του ν.3468/2006 καταβάλλουν εντός του πρώτου τριμήνου κάθε ημερολογιακού έτους στη ΛΑΓΗΕ Α.Ε., υπέρ του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (Α΄ 286), ετήσιο τέλος ύψους χιλίων πεντακοσίων Ευρώ ανά μεγαβάτ (1.500 €/MW).
2. Η υποχρέωση της παραγράφου 1 γεννάται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από τη χορήγηση άδειας παραγωγής και λήγει με την έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού.
3. Σε περιπτώσεις αδειών παραγωγής που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, η υποχρέωση της παραγράφου 1 γεννάται μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τη έκδοση της άδειας παραγωγής και λήγει με την έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού. Για το 2013 το τέλος καταβάλλεται εντός του χρονικού διαστήματος μεταξύ 1ης Ιουνίου και 30ης Σεπτεμβρίου.
4. Για τον υπολογισμό των ανωτέρω χρονικών περιόδων, ως πρώτο ημερολογιακό έτος θεωρείται το ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου χορηγήθηκε η άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το ετήσιο τέλος της πρώτης παραγράφου οφείλεται ολόκληρο και για το ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού.
5. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή του ετήσιου τέλους που προβλέπεται στην παράγραφο 1 συνεπάγεται την αυτοδίκαιη παύση ισχύος της άδειας παραγωγής. Στην περίπτωση αυτή, υποβολή αιτήματος για χορήγηση άδειας παραγωγής επιτρέπεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ανωτέρω παύση ισχύος της άδειας παραγωγής. Η ΡΑΕ τηρεί μητρώο των αδειών παραγωγής, που παύουν να ισχύουν κατά τα ανωτέρω, το οποίο αναρτά στον διαδικτυακό τόπο της.
6. Το ύψος του ανωτέρω τέλους μπορεί να αναπροσαρμόζεται με ανώτατο όριο το ποσό των τριών χιλιάδων Ευρώ ανά μεγαβάτ (3.000 €/MW) με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από γνώμη της ΡΑΕ, που εκδίδεται εντός του προηγούμενου έτους από αυτό στο οποίο αφορά η αναπροσαρμογή. Για την αναπροσαρμογή λαμβάνεται υπόψη η συνολική ισχύς των αδειών παραγωγής και των Οριστικών Προσφορών Σύνδεσης για τους σταθμούς του άρθρου 4 του ν.3468/2006, που δεν απαιτείται η έκδοση άδειας παραγωγής, με στόχο η σχέση μεταξύ της ισχύος των ανωτέρω σταθμών προς την αντίστοιχη επιδιωκόμενη αναλογία εγκατεστημένης ισχύος, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 1 του ν. 3468/2006, αφαιρούμενης της ισχύος των λειτουργούντων σταθμών, να μην ξεπερνά το 3 προς 1. Με την ανωτέρω απόφαση, μετά από πρόταση του αρμόδιου διαχειριστή και γνώμη της ΡΑΕ, το τέλος μπορεί να διαφοροποιείται: α) για συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ή έχει προταθεί να χαρακτηριστούν κορεσμένες β) για σύνδεση σταθμών στο Δίκτυο ή το Σύστημα και γ) για συγκεκριμένες τεχνολογίες.
7. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από γνώμη της ΡΑΕ, μπορεί να καθορισθεί ετήσιο τέλος και για τους σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 4 του ν.3468/2006 ίδιου ύψους με αυτό για τους σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ του άρθρου 3 του ιδίου νόμου και να ρυθμιστούν οι προϋποθέσεις και καταβολής του και οι συνέπειες από τη μη καταβολή του κατ’ αναλογία των οριζόμενων στο παρόν άρθρο καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

  • 14 Δεκεμβρίου 2012, 16:34 | Χρήστος Μαλανδράκης

    Tα μέτρα που προτείνονται στα άρθρα 1 και 2 του σχεδίου επιβάλλουν υπέρογκες δαπάνες για τους επενδυτές της συγκεκριμένης αγοράς που επιβαρύνουν σημαντικά το κόστος υλοποίησης των έργων , υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητά τους και αντικειμενικά λόγω του έντονου προβλήματος ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος της χώρας οδηγούν τους επενδυτές στην έξοδό και την διακοπή της δραστηριότητάς τους στην αγορά .
    Η άποψή μας είναι ότι οι στόχοι του νομοσχεδίου μπορούν να επιτευχθούν με άλλες δομικές ρυθμίσεις χωρίς την επιβολή προστίμων και υπέρογκων δαπανών για τους επενδυτές όπως αυτές που προτείνουμε στην συνέχεια .
    Αδειοδότηση των έργων ΑΠΕ από Υπηρεσία «Μίας Στάσης » , εντός της ΡΑΕ ή το ΥΠΕΚΑ , ώστε να ελέγχεται πλήρως η διαδικασία και ο χρόνος υλοποίησης των έργων .
    Τροποποίηση της έννοιας και της διάρκειας ισχύος της άδειας παραγωγής που θα την καθιστά στην ουσία μία προέγκριση της ικανότητας του επενδυτή και της οικονομικής βιωσιμότητας του έργου και θα την ενεργοποιεί ουσιαστικά με την έκδοση της άδειας εγκατάστασης που αποτελεί και την τεκμηρίωση αποδοχής της κατασκευής του έργου από την αρμόδια Διοικητική Περιφέρεια .
    Η υποβολή αιτήματος και η έκδοση οριστικής προσφοράς σύνδεσης και κατάληψης χωρητικότητας στο δίκτυο του Διαχειριστή να επιτρέπεται μόνον για έργα που έχουν εκδώσει και την άδεια εγκατάστασης και μπορούν να τεκμηριώσουν την χρηματοδότηση της κατασκευής τους .

    Κύριε Υπουργέ
    Θεωρούμε ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου είναι άστοχες , θα επιφέρουν καίριο πλήγμα στην αγορά των έργων ΑΠΕ , δεν λαμβάνουν υπόψη την οικονομική κατάσταση της χώρας , πρέπει να αποσυρθούν και να αντικατασταθούν με ριζοσπαστικές δομικές ρυθμίσεις όπως αυτές που προτείνονται στις προηγούμενες παραγράφους .

    Χ.Μαλανδράκης , Quest Ενεργειακή ΑΕΒΕ

  • Για την περίπτωση του άρθρου 2 περί ετήσιου τέλους διατήρησης δικαιώματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, είναι εξωφρενική, καταστροφική και αντιαναπτυξιακή η θέσπιση τέτοιου τέλους, όπου καλείται ο επενδυτής να πληρώνει για την καθυστέρηση αδειοδότησης και κατασκευής του έργου που δεν οφείλεται στον ίδιον αλλά στους φορείς και αρχές της πολιτείας, παρά τις προβλέψεις και τις χρονικές προθεσμίες που τίθενται εκ του νόμου 3851/2010 μέχρι την άδεια εγκατάστασης, αλλά και μέχρι την εκτέλεση του έργου.

  • 14 Δεκεμβρίου 2012, 14:24 | Λαμπαδάριος και Συνεργάτες, Εταιρεία Δικηγόρων

    Αξιότιμοι Κύριοι,

    Σε σχέση με το άρθρο 2 του σχεδίου νόμου, λεκτέα τα εξής:

    Ως προς την παρ. 2: Η θέσπιση καταβολής τέλους εκ μέρους των επενδυτών για την διατήρηση του δικαιώματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μετά τα 3 έτη από την λήψη της άδειας παραγωγής, θα πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα από την άμεση ανταπόκριση των αρμοδίων υπηρεσιών στις αιτήσεις των ενδιαφερομένων για την χορήγηση των αναγκαίων γνωμοδοτήσεων και αδειών.
    Είναι γνωστό ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες τις περισσότερες φορές καθυστερούν και δεν τηρούν τους προβλεπόμενους χρόνους, τους οποίους θεωρούν «ενδεικτικούς». Αυτό όμως το γεγονός δεν θα πρέπει να συνεπάγεται επιπλέον κόστος για τον ενδιαφερόμενο (ο οποίος ούτως ή άλλως ζημιώνεται από την ίδια την καθυστέρηση, για την οποία ουδεμία ευθύνη φέρει).
    Ως προς την παρ. 6 (δυνατότητα αναπροσαρμογής του ύψους του τέλους): Ακόμη μία φορά το σχέδιο νόμου δημιουργεί αβεβαιότητα, καθώς ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να προβλέψει με ακρίβεια τα επιμέρους κόστη της επένδυσής του.

    Με εκτίμηση,

    Λαμπαδάριος και Συνεργάτες
    Εταιρεία Δικηγόρων

  • 14 Δεκεμβρίου 2012, 14:01 | ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΤΣΕΝΗ

    Θεωρώ παράλογη την επιβολή ετήσιου τέλους στους σταθμούς του άρθρου 4 του ν. 3468/2006 (άδειες εξαίρεσης) καθώς ο συνδυασμός ετήσιου τέλους μαζί με την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης που πρόσφατα επιβλήθηκε και του κόστους έκδοσης και διατήρησης των εγγυητικών επιστολών, βαρύνουν υπέρμετρα επενδύσεις μικρού μεγέθους όπως οι άδειες εξαίρεσης.

  • 14 Δεκεμβρίου 2012, 11:04 | ΕΛΕΤΑΕΝ

    Η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι εκτός πραγματικότητας: Οι επιχειρήσεις Α.Π.Ε., οι εργαζόμενοι και τα στελέχη τους, σταυρώνονται καθημερινά από την απίθανη ψυχοφθόρα γραφειοκρατία και παραμένουν ανυπεράσπιστοι απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και απέναντι σε κάθε στέλεχος της διοίκησης που, οχυρωμένο –δίκαια ή άδικα – πίσω από το αντιφατικό θεσμικό πλαίσιο, αρνείται να γνωμοδοτήσει, γνωμοδοτεί εκτός των αρμοδιοτήτων του ή γνωμοδοτεί ξαφνικά και αυτεπάγγελτα αντίθετα από ό,τι η ίδια η υπηρεσία του είχε γνωμοδοτήσει πριν από καιρό!

    Η ανικανότητα και η αδιαφορία της πολιτικής ηγεσίας να επιλύσει αυτά τα προβλήματα είναι εξοργιστική. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ΥΠΕΚΑ δεν έχει καν ασχοληθεί με το να εξετάσει ή να δρομολογήσει την άρση των διοικητικών εμποδίων σύμφωνα με την καταγραφή και το σχέδιο δράσης που περιέλαβε η έκθεση που το ίδιο το ΥΠΕΚΑ απέστειλε στην Τρόικα τον Απρίλιο του 2012 στο πλαίσιο των προβλέψεων του Μνημονίου ΙΙ.

    Επειδή λοιπόν το Κράτος είναι ανίκανο, οι πολίτες πρέπει να πληρώσουν!

    Με δεδομένο ότι ο ελάχιστος χρόνος που απαιτείται για την υλοποίηση ενός αιολικού πάρκου, αν όλα πάνε καλά, είναι οκτώ έτη μετά την άδεια παραγωγής, η προτεινόμενη ρύθμιση σημαίνει επιβάρυνση 7.500 – 15.000 € ανά MW που διαθέτει άδεια παραγωγής. Με βάση τα επίσημα στοιχεία του ΥΠΕΚΑ (Ιούνιος 2012) ο συντελεστής υλοποίησης (success factor) για τα αιολικά έργα που διαθέτουν άδεια παραγωγής είναι 7,6%. Αυτό σημαίνει ότι η επιβάρυνση που προκαλεί η προτεινόμενη ρύθμιση ανά τελικά υλοποιημένο MW είναι 98.000 – 196.000 €/MW, δηλαδή αύξηση 7% – 15% του σημερινού κόστους επένδυσης ή 50% σχεδόν αύξηση του κόστους ανάπτυξης των υλοποιημένων έργων.

    Περαιτέρω η προτεινόμενη ρύθμιση δεν προσφέρει τίποτα το ουσιαστικό στην κάλυψη του ελλείμματος του ΛΑΓΗΕ αφού δεν εξασφαλίζει ούτε το 2% των απαιτούμενων ετήσιων πόρων.

    Μια παράπλευρη συνέπεια της προτεινόμενης ρύθμισης είναι ότι ωθεί τις επιχειρήσεις να απαιτούν με αγωγή τη ζημία που θα υποστούν εξαιτίας των καθυστερήσεων της διοίκησης και ποσοτικοποιεί –έστω και χωρίς τεκμηρίωση- το ελάχιστο ποσό αυτής της ζημιάς.

  • 13 Δεκεμβρίου 2012, 17:15 | RF ENERGY A.E.

    Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,

    Σκοπός της παρούσας επιστολής μας είναι η συμμετοχή μας στη δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου «Ρυθμίσεις θεμάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και άλλες διατάξεις». Από το σχέδιο νόμου εξάγεται το συμπέρασμα ότι με τις προτεινόμενες αλλαγές γίνεται μια προσπάθεια εξορθολογισμού του χώρου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Παρόλα αυτά υπάρχουν ορισμένα σημεία τα οποία θα προσθέσουν αρκετά προβλήματα, τα οποία θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη δραστική μείωση έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Για το λόγο αυτό, προτείνουμε τα εξής:

    1. Στο άρθρο 1 παράγραφος 2 το ύψος της εγγυητικής επιστολής να ορίζεται ανά μονάδα ονομαστικής ισχύος του αιτήματος σε μεγαβάτ (MW), σε εκατόν είκοσι χιλιάδες Ευρώ (€ 120.000) για το τμήμα της ισχύος έως και 1 MW, εβδομήντα χιλιάδες Ευρώ (€ 70.000) για το τμήμα της ισχύος από 1 MW έως και 10 MW, σαράντα χιλιάδες Ευρώ (€ 40.000) για το τμήμα της ισχύος από 10 MW έως και 100 MW, είκοσι χιλιάδες Ευρώ (€ 20.000) για το τμήμα της ισχύος από 100 MW έως και 250 MW και δέκα χιλιάδες Ευρώ (€ 10.000) για το τμήμα της ισχύος πάνω από 250MW.
    2. Στο άρθρο 2 παράγραφος 1 το ετήσιο τέλος για έργα με ονομαστική ισχύ πάνω από 100MW να ορίζεται σε 150.000€ ανεξαρτήτως της ισχύος του έργου, ποσό το οποίο θα είναι είναι πάγιο και δεν θα προσαυξάνεται.

    Τέλος, στα πλαίσια του παρόντος σχεδίου νόμου θα πρέπει να δρομολογηθεί η τροποποίηση του άρθρου 5 του Ν. 3851/2010 που καθορίζει την τιμολόγηση της ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. προς αποκατάσταση της ίσης αντιμετώπισης όλων των επενδύσεων του χώρου και την εξασφάλιση της βιωσιμότητας τους. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με την υφιστάμενη διατύπωση του εν λόγω άρθρου, η καθορισμένη τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. σε Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά και οι οποίοι συνδέονται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης προσαυξάνεται σε ποσοστό έως και 25% της ήδη αυξημένης τιμής πώλησης που ισχύει για τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά.

    Επομένως για ένα αιολικό πάρκο που συνδέεται στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα η τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας είναι 87,85 €/MWh ενώ για ένα αιολικό πάρκο σε ένα Μη Διασυνδεδεμένο Νησί που συνδέεται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης, η τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας είναι έως και 124,31 €/MWh (99,45 €/MWh + 25%). Η εν λόγω αυξημένη τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας ορθά καθορίζεται με τον τρόπο αυτό για τα εν λόγω έργα καθώς η κατασκευή της υποθαλάσσιας γραμμής διασύνδεσης ανεβάζει κατακόρυφα το κόστος κατασκευής των έργων συγκριτικά με τα «συμβατικά» έργα που συνδέονται απευθείας στο Σύστημα της χώρας ενώ παράλληλα δίνει κίνητρο να πραγματοποιηθούν επενδύσεις σε περιοχές με υψηλό εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό, όπως τα νησιά, που δε θα ήταν βιώσιμες σε διαφορετική περίπτωση επιτυγχάνοντας παράλληλα τη Διασύνδεση τους με το Σύστημα, γεγονός που τα καθιστά ανεξάρτητα από ρυπογόνες και ακριβές τοπικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

    Παρόλα αυτά έχει παρατηρηθεί ότι σε περιοχές όπου το δίκτυο είναι κορεσμένο και είτε δεν προβλέπεται η επέκτασή του είτε η σχεδιασμένη επέκτασή του απαιτεί πολλά χρόνια μέχρι να υλοποιηθεί, οι επενδυτές, προκειμένου να αναπτύξουν τα επενδυτικά τους σχέδια, αναγκάζονται ουσιαστικά να συμπεριλαμβάνουν σε αυτά νέες υποθαλάσσιες γραμμές μεταφοράς προκειμένου να διασυνδεθούν τα έργα τους στο Σύστημα της χώρας. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι εν λόγω επενδύσεις επιβαρύνονται με το κόστος ανάπτυξης των νέων υποθαλάσσιων γραμμών μεταφοράς χωρίς ωστόσο να επωφελούνται της διάταξης του νόμου που προβλέπει την αυξημένη τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ορίζεται παραπάνω, με αποτέλεσμα να παραμένει στα 87,85 €/MWh.

    Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και προκειμένου να μην υπάρχει διαφορετική μεταχείριση στα έργα που αναπτύσσονται στα μη διασυνδεδεμένα νησιά σε σχέση με αυτά που αναπτύσσονται σε περιοχές με κορεσμένο δίκτυο, ενώ ουσιαστικά και στις δύο περιπτώσεις τα έργα είναι αποκλεισμένα ενεργειακά από το ηπειρωτικό σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς την πραγματοποίηση νέων έργων σύνδεσης, προτείνεται η ακόλουθη τροποποίηση:

    Διατύπωση νόμου:

    «Η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από σταθμούς Α.Π.Ε. που εγκαθίστανται σε Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά και βραχονησίδες της Ελληνικής Επικράτειας και οι οποίοι συνδέονται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης απαραίτητης για τη διοχέτευση της παραγόμενης ενέργειας, το κόστος της οποίας επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου οι κάτοχοι των οικείων αδειών παραγωγής, με εξαίρεση τα τυχόν πρόσθετα έργα της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του ν. 3468/2006, όπως ισχύει, τιμολογείται με βάση την τιμή του στοιχείου α΄ για Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά του ανωτέρω πίνακα τιμολόγησης, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10% πλέον του ποσοστού επί τοις εκατό που ορίζεται από την τετραγωνική ρίζα του λόγου της ευθείας απόστασης σε χιλιόμετρα μεταξύ της εξόδου του τερματικού υποσταθμού ανύψωσης των σταθμών και του σημείου του υφιστάμενου Συστήματος τα οποία συνδέονται μέσω του νέου έργου σύνδεσης, προς το δεκαπλάσιο της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών σε MW. Η προσαύξηση δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 25%. Η προσαύξηση ισχύει και μετά την πιθανή διασύνδεση του νησιού ή της νησίδας και προσθετικά σε πιθανή προσαύξηση της προηγούμενης περίπτωσης γ΄.»

    Τροποποίηση:

    «Η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από σταθμούς Α.Π.Ε. που εγκαθίστανται σε Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά ή Διασυνδεδεμένα με κορεσμένο Δίκτυο και βραχονησίδες της Ελληνικής Επικράτειας και οι οποίοι συνδέονται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης απαραίτητης για τη διοχέτευση της παραγόμενης ενέργειας, το κόστος της οποίας επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου οι κάτοχοι των οικείων αδειών παραγωγής, με εξαίρεση τα τυχόν πρόσθετα έργα της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του ν. 3468/2006, όπως ισχύει, τιμολογείται με βάση την τιμή του στοιχείου α΄ για Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά του ανωτέρω πίνακα τιμολόγησης, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10% πλέον του ποσοστού επί τοις εκατό που ορίζεται από την τετραγωνική ρίζα του λόγου της ευθείας απόστασης σε χιλιόμετρα μεταξύ της εξόδου του τερματικού υποσταθμού ανύψωσης των σταθμών και του σημείου του υφιστάμενου Συστήματος τα οποία συνδέονται μέσω του νέου έργου σύνδεσης, προς το δεκαπλάσιο της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών σε MW. Η προσαύξηση δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 25%. Η προσαύξηση ισχύει και μετά την πιθανή διασύνδεση του νησιού ή της νησίδας και προσθετικά σε πιθανή προσαύξηση της προηγούμενης περίπτωσης γ΄.»

    Αιτιολογία:

    Θεωρούμε ότι είναι δίκαιο ο Παραγωγός που με την πραγματοποίηση νέας υποθαλάσσιας σύνδεσης ανεξάρτητης από το διασυνδεδεμένο δίκτυο του νησιού απελευθερώνει ενεργειακά μια περιοχή με κορεσμένο δίκτυο, να απολαμβάνει τα ίδια προνόμια είτε η περιοχή αυτή είναι διασυνδεδεμένο είτε μη διασυνδεδεμένο νησί.

    Με τιμή,

    Για την RF ENERGY Α.Ε

  • Παρ. 2: «Η υποχρέωση της παραγράφου 1 γεννάται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από τη χορήγηση άδειας παραγωγής και λήγει με την έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού.»

    Για τα ΜΥΗΕ, λόγω της επιβαρυμένης αδειοδοτικής διαδικασίας, το χρονικό διάστημα των 3 ετών να αντικατασταθεί με χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των 7 ετών.

    Παρ. 3: «Σε περιπτώσεις αδειών παραγωγής που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, η υποχρέωση της παραγράφου 1 γεννάται μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τη έκδοση της άδειας παραγωγής και λήγει με την έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού. Για το 2013 το τέλος καταβάλλεται εντός του χρονικού διαστήματος μεταξύ 1ης Ιουνίου και 30ης Σεπτεμβρίου.»

    Για τα ΜΥΗΕ, λόγω της επιβαρυμένης αδειοδοτικής διαδικασίας, το χρονικό διάστημα των 5 ετών να αντικατασταθεί με χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των 7 ετών.

  • 11 Δεκεμβρίου 2012, 18:42 | Κ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΕ

    Άλλο ένα άρθρο εξοντωτικό για τους κατόχους άδειας παραγωγής.
    Ποίος ο λόγος να πληρώνει κάποιος π.χ. κάτοχος άδειας 5 MW 7500 € ετησίως ;
    Ποιος φταίει όταν τα Δασαρχεία, Πολεοδομίες , Περιφέρεια και κάθε λογής δημόσια υπηρεσία απλά δεν δουλεύει και κωλυσιεργεί ;
    Ποιος ο λόγος ο κάθε επενδυτής να πληρώνει τέτοια ποσά ;
    Για το 2013 θα πρέπει να καταβληθεί το τέλος διατήρησης δικαιώματος παραγωγής μέχρι τον Σεπτέμβριο. Για το 2014 θα πρέπει να καταβληθεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο. Δηλαδή ένα μεγάλο ποσό σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σε μια συγκυρία μηδενικής ρευστότητας.
    Αντί να διευκολυνθεί ο επενδυτής , βραβεύεται η γραφειοκρατία και κερδίζουν όλοι αυτοί που θα έρθουν μέσω fast track να πάρουν άδειες σε 3 μήνες , όταν όλοι οι άλλοι θα παλεύουν χρόνια καταβάλλοντας τέλος διατήρησης δικαιώματος .
    Όσο για το εξάμηνο που θα πρέπει να περάσει πριν ο επενδυτής έχασε την άδεια λόγω καθυστέρησης καταβολής, δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως όταν επανέλθει , πρόκειται να βρει τίποτα . Απλά η θέση του θα έχει καταληφθεί από τους σωτήρες fast track .
    Είναι προφανής ο λόγος του τέλους διατήρησης . ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ .

  • 10 Δεκεμβρίου 2012, 14:24 | ΕΛΙΚΑ Α.Ε.

    Η συγκεκριμένη διάταξη με την οποία επιβάλλεται υπέρογκο ετήσιο τέλος διατήρησης δικαιώματος άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κρίνεται στο σύνολό της ως αρνητική και θα πρέπει να αποσυρθεί. Μετά την επιβολή της ειδικής εισφοράς, μια ακόμη οικονομική επιβάρυνση, σε συνδυασμό και με την απαίτηση προσκόμισης εγγυητικής επιστολής, θα θέσει σε σημαντικότατο κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα του κλάδου των ΑΠΕ και κυρίως της αιολικής ενέργειας, αναστέλλοντας κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια, με αρνητικότατες επιπτώσεις στον τομέα της απασχόλησης.

    Πιο συγκεκριμένα, η προτεινόμενη διάταξη αντιτίθεται σαφώς στην αρχή της αναλογικότητας. Αυτό που επιδιώκεται είναι ο περιορισμός του «εμπορίου των αδειών». Κατ’ αρχάς, δεν είναι κατανοητό ποιό είναι το πρόβλημα της μεταβίβασης των αδειών, το οποίο άλλωστε επιτρέπεται από τη νομοθεσία. Μάλιστα, η μεταβίβαση των αδειών από έναν οικονομικά ανύπαρκτο κάτοχο σε ένα εύρωστο επενδυτή διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα, ενεργεί υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και συνεισφέρει στην διείσδυση των ΑΠΕ και την επιτυχία των υποχρεωτικών εθνικών στόχων, εκτός αν αυτοί έχουν εγκαταληφθεί.

    Το μέτρο αυτό είναι κατ’ εξοχήν εισπρακτικό και ως εκ τούτου απαράδεκτο, σε μια περίοδο που τα πάντα έχουν φορολογηθεί.

    Επί της ουσίας, αν η «χρηστή διοίκηση» σκοπεύει πράγματι σε μια επιπλέον μέθοδο για την απελευθέρωση του ηλεκτρικού χώρου, μπορεί να εφαρμόσει, κατά τα ανωτέρω, το πλαίσιο για τις ανακλήσεις. Άλλως, το μέτρο πλήττει κυρίως τους επενδυτές που έχουν μεγάλα έργα και που πασχίζουν να βρούν χρηματοδότηση για να τα υλοποιήσουν ή περιμένουν τη βελτίωση των οικονομικών (και τραπεζικών) συνθηκών για να εξασφαλίσουν δανεισμό. Αυτοί, λοιπόν, πλήττονται περισσότερο από όλους, επειδή θα κρατήσουν τα έργα, για την ανάπτυξη των οποίων έχουν δαπανήσει τεράστια ποσά και τώρα η Πολιτεία που προκάλεσε τις συνθήκες οικονομικής ασφυξίας έρχεται να τους επιβάλει μια επιπρόσθετη τιμωρία.

    Σε κάθε περίπτωση και εφόσον τελικά ισχύσει, θα πρέπει να τεθεί ως προϋπόθεση η απόλυτη τήρηση από πλευράς συναρμοδίων Υπηρεσιών, των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία προθεσμιών κατά την αδειοδοτική διαδικασία, προθεσμίες οι οποίες θα πρέπει να καταστούν «αποκλειστικές». Επιπροσθέτως προϋπόθεση θα πρέπει να αποτελέσει και η μη ύπαρξη δικαστικής εμπλοκής κατά την αδειοδοτική διαδικασία (π.χ. προσφυγές στο ΣτΕ). Κι αυτό γιατί όπως είναι λογικό, η όποια καθυστέρηση πλέον μέχρι την υλοποίηση ενός έργου και την θέση αυτού σε δοκιμαστική λειτουργία, θα αποτελεί ζημιογόνο γεγονός για τον εκάστοτε επενδυτή, ενώ θα πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές ότι στις πλείστες των περιπτώσεων οι εν λόγω καθυστερήσεις δεν δύναται να ελεγχθούν από τον ίδιο και φυσικά δεν οφείλονται σε αυτόν.

    Για την ΕΛΙΚΑ Α.Ε
    Σ. Κωνσταντινίδης
    Δ/νων Σύμβουλος

  • 9 Δεκεμβρίου 2012, 17:24 | Δημήτρης

    πρέπει να υπάρχει ετήσιο τέλος / KW (και όχι MW), και να ισχύει για όλους τους παραγωγούς ηλ. ενέργειας (και τους μικρούς). Το δε εισόδημα από πώληση της ηλ. ενέργειας προς τη ΔΕΗ να φορολογείται αυτοτελώς (όπως στα ενοίκια).

  • 6 Δεκεμβρίου 2012, 17:15 | ΥΔΡΟΑΙΟΛΙΚΗ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε.

    Με τον Ν.3468/06 εισήχθηκε στην νομοθεσία η έννοια του «Υβριδικού Σταθμού» τον οποίο ο νόμος ορίζει ως σταθμό ο οποίος χρησιμοποιεί μια τουλάχιστον μορφή ΑΠΕ, έχει την δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας, ενώ δύναται υπό προϋποθέσεις να χρησιμοποιήσει ενέργεια προερχόμενη από δίκτυο προκειμένου να ανταπεξέλθει στην υποχρέωση παροχής εγγυημένης ισχύος.
    Στην συνηθέστερη του μορφή με βάση τις μέχρι τώρα άδειες παραγωγής αποτελείται από ένα ή περισσότερα Αιολικά πάρκα, ένα αναστρέψιμο αντλητικό σύστημα το οποίο αποθηκεύει την ενέργεια ανεβάζοντας νερό σε μια δεξαμενή και την αποδίδει σε μεταγενέστερο χρόνο κατεβάζοντας το σε δεξαμενή χαμηλότερου υψομέτρου.
    H εγκατάσταση υβριδικών σταθμών:
    – Θα συμβάλει δραστικά στην αντιμετώπιση του χρόνιου ενεργειακού προβλήματος των απομονωμένων νησιών.
    – Θα συμβάλει στην ανάπτυξη του τόπου καθώς τέτοιοι σταθμοί έχουν μεγάλη προστιθέμενη αξία για τις περιοχές που εγκαθίστανται.
    Από την ψήφιση του Νόμου 3468/06 και ενώ εκκρεμούν και άλλες κανονιστικές διαδικασίες, όπως ο «Κώδικας Διαχείρισης Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών» και η «Πρότυπη σύμβαση Αγοραπωλησίας για Υβριδικούς Σταθμούς», εντοπίστηκαν κενά, ασάφειες και σε κάποια σημεία δυσμενέστερη μεταχείριση των ΥΒΣ σε σχέση με τους υπόλοιπους σταθμούς ΑΠΕ όσον αφορά την τιμολόγηση και τα κίνητρα για την εγκατάσταση τέτοιων σταθμών.

    Συγκεκριμένα:
    Α) Η τιμή πώλησης της ενέργειας που προέρχεται από τις ελεγχόμενες μονάδες παραγωγής (η οποία ποιοτικά είναι η καλύτερη μορφή ενέργειας για το Μη Διασυνδεδεμένο Σύστημα) αν και ορίζεται στην άδεια παραγωγής κατά τον νόμο (Ν3468/06 άρθρο 13 παράγραφος 7) μπορεί να αναπροσαρμόζεται ετησίως με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης με την χρήση μιας ιδιαίτερα πολύπλοκης, ευαίσθητης σε μικρές αλλαγές, μεθοδολογίας, η οποία συνδέεται με το κόστος παραγωγής των συμβατικών μονάδων και ενδέχεται να οδηγήσει στην αναπροσαρμογή προς τα κάτω υφιστάμενων συμβάσεων ακόμα και υλοποιημένων έργων.
    Αντιθέτως η ενέργεια από τα αιολικά η οποία εγχέεται απευθείας στο δίκτυο (ενέργεια που εν γένει χαρακτηρίζεται ασταθής και χαμηλότερης ποιότητας) αναπροσαρμόζεται με απλή μεθοδολογία συνδεδεμένη με τον δείκτη τιμών καταναλωτή (άρθρο 6, Ν. 3468/06 όπως ισχύει).
    Υπό προϋποθέσεις είναι δυνατόν η ενέργεια από τις ελεγχόμενες μονάδες παραγωγής του Υβριδικού Σταθμού, για την παραγωγή της οποίας απαιτούνται μεγαλύτερου ύψους επενδυτικά κεφάλαια και η οποία ουσιαστικά προέρχεται από τις αιολικές μονάδες του υβριδικού σταθμού μειωμένη κατά τον βαθμό απόδοσης του συστήματος, να αμείβεται με χαμηλότερη τιμή από αυτήν των αιολικών, πόσο μάλλον που η υφιστάμενη νομοθεσία δίδει την δυνατότητα επιδότησης επί της τιμολόγησης της πρωτογενούς αιολικής παραγωγής.
    Στην παρ. 4, άρθρο 13 του νόμου 3468/06 αναφέρεται ότι οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί από ΥΒΣ σε περίπτωση διασύνδεσης του νησιού εξακολουθούν να ισχύουν χωρίς την δυνατότητα παράτασής τους. Σε συνδυασμό με τα προηγούμενα είναι ασαφές τι θα γίνει σε αυτήν την περίπτωση σε σχέση με την τιμολόγηση της ενέργειας από τις ελεγχόμενες μονάδες παραγωγής.
    Όλα τα παραπάνω δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα σχετικά με την οικονομική βιωσιμότητα επενδύσεων Υβριδικών Σταθμών σε σχέση με άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ οι οποίες μάλιστα από τεχνικής άποψης είναι λιγότερο ευεργετικές για το σύστημα.

    Στο πλαίσιο της παρούσας διαβούλευσης για την Ρύθμίση θεμάτων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας προτείνεται η συμπλήρωση της παρ. 7 του άρθρου 13 του Ν.3468/2006 όπως παρουσιάζεται παρακάτω:

    «7. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., μπορεί να αναπροσαρμόζεται, σε ετήσια βάση, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται ή απορροφάται από Υβριδικό Σταθμό Α.Π.Ε. και η τιμή της διαθεσιμότητας ισχύος του σταθμού αυτού, σύμφωνα με τα στοιχεία καθορισμού των τιμών αυτών, κατά τα οριζόμενα στις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 3. Εναλλακτικά δίδεται η δυνατότητα στον Υβριδικό Σταθμό, μετά από δήλωσή του παραγωγού κατά την υπογραφή της Σύμβασης Αγοραπωλησίας Ηλεκτρικής Ενέργειας και Διαθεσιμότητας Ισχύος, να επιλέξει η ετήσια αναπροσαρμογή των ανωτέρω τιμών να γίνεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 στην βάση των τιμών που καθορίστηκαν στην άδεια παραγωγής του, εφόσον η τιμή πώλησης της εγγυημένης ενέργειας δεν υπερβαίνει την τιμή της περίπτωσης στ’ του πίνακα της παραγράφου 1 όπως κάθε φορά ισχύει.»

    Β) Στις υφιστάμενες άδειες παραγωγής κατόπιν σχετικής πρόβλεψης του Κανονισμoύ Αδειών Παραγωγής, δίνεται η δυνατότητα στον Διαχειριστή να αξιοποιεί τις μονάδες άντλησης του υβριδικού σταθμού όταν αυτές είναι διαθέσιμες, προκειμένου να απορροφηθεί επιπλέον αιολική ενέργεια από τα αιολικά των ανεξάρτητων παραγωγών, που διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατόν να απορροφηθεί.
    Προέκυψε έτσι νομοθετικό κενό, επειδή πουθενά δεν καθορίζεται με σαφήνεια πως θα τιμολογείται η ενέργεια αυτή. Εμμέσως θεωρείται ότι η ενέργεια αυτή θα τιμολογείται όσο και η ενέργεια που απορροφά ο υβριδικός σταθμός από το δίκτυο. Η μεθοδολογία όμως με την οποία καθορίστηκε η τιμολόγηση για την ενέργεια που ο υβριδικός σταθμός απορροφά από το σύστημα δεν συνυπολόγισε την σχετική δυνατότητα.
    Ειδικότερα για την περίπτωση της Κρήτης που η σχετική τιμολόγηση ορίστηκε υψηλή (186 €/MWh) η θεώρηση αυτή αποτρέπει τον υβριδικό σταθμό να αξιοποιήσει την σχετική δυνατότητα γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα έχει οικονομικές απώλειες. Έτσι ενέργεια ΑΠΕ και ενώ υπάρχει η τεχνική δυνατότητα να απορροφηθεί από το σύστημα χάνεται.

    Στο πλαίσιο της παρούσας διαβούλευσης για την Ρύθμίση θεμάτων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας προτείνεται τροποποίηση στο Ν.3468/2006 ώστε η παράγραφος 3γ του άρθρου 13 του Ν.3468 να διατυπώνεται ως ακολούθως:

    «γ) Η τιμή, με βάση την οποία τιμολογείται το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που απορροφά ο Υβριδικός Σταθμός από το Δίκτυο του Μη Διασυνδεδεμένου Νησιού, μετά την αφαίρεση της ενέργειας που τυχόν απορρόφησε ο υβριδικός σταθμός κατόπιν εντολής του Διαχειριστή για λόγους ενίσχυσης της διείσδυσης ενέργειας από ΑΠΕ του Μη Διασυνδεδεμένου Νησιού, για την πλήρωση του συστήματος αποθήκευσής του, καθορίζεται στην άδεια παραγωγής του Υβριδικού Σταθμού. Ο καθορισμός της τιμής αυτής γίνεται με βάση το μέσο μεταβλητό κόστος παραγωγής των μονάδων βάσης του Αυτόνομου Ηλεκτρικού Συστήματος του Μη Διασυνδεδεμένου Νησιού κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας παραγωγής.
    Το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που απορροφά ο Υβριδικός Σταθμός από το Δίκτυο του Μη Διασυνδεδεμένου Νησιού κατόπιν εντολής του Διαχειριστή για λόγους ενίσχυσης της διείσδυσης ενέργειας από ΑΠΕ του Μη Διασυνδεδεμένου Νησιού, για την πλήρωση του συστήματος αποθήκευσής του, τιμολογείται με βάση την τιμή του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Ν.3468/06 για Αιολικούς Σταθμούς Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας στο ΜΔΝ.»

  • 4 Δεκεμβρίου 2012, 14:01 | ANASTASIOS

    Είναι για άλλη μια φορά μεγάλο λάθος να ακυρώνουμε οι ίδιοι τους υφιστάμενους νόμους και να εθελοτυφλούμε στα σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν στην δημόσια διοίκηση η οποία προκύπτει και από την πολυνομία.

    Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία υπάρχουν δεσμευτικά χρονικά περιθώρια ώστε να πάει μια αίτηση Άδειας Παραγωγής έως και την λήψη της Άδειας Εγκατάστασης. Προσωπικά πιστεύω μετά από τόσα χρόνια ότι τα πράγματα είναι απλά:

    1) Μετά από το 1ο έτος χορήγησης της Άδειας Παραγωγής να υπάρχει αυτό το τέλος για όλους. Να μην ισχύει για άλλη μια φορά το «όποιος πρόλαβε πρώτος». Δηλαδή γιατί 5 έτη στους προηγούμενους για την εφαρμογή του τέλους και 3 έτη για τους άλλους? Όλοι το ίδιο. Πρέπει να υπάρχει επιτέλους ισονομία. Προτείνω να εφαρμόζεται από το 1ο έτος. Έτσι το όλο σύστημα θα ενεργοποιηθεί και θα υπάρξει έντονη δραστηριοποίηση.

    2) Απαλλαγή από το τέλος μόνο σε περιπτώσεις εκκρεμοδικίας ή ΣτΕ.

    3) Καθορισμός ειδικών τελών ανά Υπηρεσία, δηλαδή π.χ. Περιφέρεια για εξέταση ΕΠΟ, Πολεοδομίες, Αρχαιολογίες, Κτηματολόγιο, Δήμο κλπ… αλλά με ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΩΝ και ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ, ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ από την εκάστοτε υπηρεσία ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΩΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΟΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ. Σε αυτή την περίπτωση όπως καταλαβαίνεται θα υπάρξει πίεση προς τις Υπηρεσίες να εργαστούν καλά, γρήγορα και αποτελεσματικά, ενώ θα φέρνουν και άμεσα δημόσια έσοδα. Επίσης γι αυτά επιβάλλεται το ηλεκτρονικό πρωτόκολλο. Δεν είναι δυνατόν να εξετάζει και να κάνει ένα Δασαρχείο για παράδειγμα 10 αυτοψίες το μήνα σε ένα νομό κάνοντας έτσι κρατικά έξοδα, δωρεάν για τους Επενδυτές που προσδοκούν να κάνουνε επενδύσεις εκατομμυρίων και να βγάλουν εκατομμύρια, επιβαρύνοντας όμως έτσι τον κρατικό προϋπολογισμό με έξοδα λειτουργίας αυτών των υπηρεσιών.

    4) Για το παραπάνω μέτρο θα πρέπει να υπάρχει σε περίπτωση επιστροφής χρημάτων από το Δημόσιο προς τον επενδυτή διοικητική εξέταση της υπόθεσης ώστε να εξετάζεται η υπαλληλική ευθύνη για ποιον λόγο δεν έγινε σωστά η δουλειά από τον εκάστοτε Δημόσιο υπάλληλο ή αρχή. Σε περίπτωση τέτοιας καθυστέρησης θα πρέπει ο φάκελος του επενδυτή να εξετάζεται κατά απόλυτη άμεση προτεραιότητα και ατελώς.

    5) Αν ο φάκελος κρίνεται ανεπαρκής ή έχει λάθη, παραλείψεις κλπ… θα πρέπει ο επενδυτής να έχει ορισμένο χρονικό διάστημα να προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία και αν δεν τα καταφέρει ή δεν ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της υπηρεσίας θα πρέπει να επανυποβάλει και να ξαναπληρώσει τα ανάλογα τέλη προς την αρμόδια αρχή ή υπηρεσία. Αυτή όμως η τελευταία περίπτωση θα υπόκειται σε έλεγχο από την προϊστάμενη διοικητική αρχή και θα θεωρείται μια αίτηση απαράδεκτη εφόσον υπάρχει απόφαση του Υπαλλήλου που εξετάζει την αίτηση, του ανώτερου Διευθυντή της Υπηρεσίας και θα υπάρχει ενυπόγραφη σύμφωνη γνώμη ανώτερου διοικητικού υπαλλήλου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ώστε να υπάρχει ευθύνη και των τριών και να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα να υπάρξουν τέτοιες αποφάσεις κατ’ εξακολούθηση.΄

    Αυτά για αρχή, ελπίζω να προχωρήσει αυτό το μέτρο αλλά με σωστό τρόπο, όχι μόνο για να εισπράττει η δημόσια διοίκηση αλλά αντισταθμίζοντας αυτά τα οφέλη προσφέροντας σωστές και συνεπείς υπηρεσίες.

    Δεν ξέρω αν καν θα τα λάβετε υπόψη σας, ελπίζω κάτι από αυτά που έγραψα να σας έδωσε τουλάχιστον μια ιδέα για το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.

  • 4 Δεκεμβρίου 2012, 12:53 | ΠΑΝΟΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

    Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,

    Πρέπει να γίνει μνεία σε όσες άδειες παραγωγής δεν μπορούν να προχωρήσουν σε άδεια εγκατάστασης χωρίς υπαιτιότητα του φορέα της αδείας. Στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η σύνδεση των σταθμών επειδή προβλέπονται ειδικότερες προϋποθέσεις και η σύνδεση των σταθμών με το Εθνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα γίνεται μέσω ειδικού προς τούτο υποθαλάσσιου καλωδίου ή άλλου σύνθετου έργου δεν πρέπει να υφίσταται τέλος διατήρησης δικαιώματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή αυτό πρέπει να τίθεται σε ισχύ κατόπιν της υλοποίησης των έργων διασύνδεσης.

    Με εκτίμηση,

    Πάνος Παρίσης

    Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος
    RENES DEVELOPMENT AE
    http://www.renes.gr

  • 4 Δεκεμβρίου 2012, 09:00 | Giannis

    To 4μηνο από 15 Νοεμ.που δόθηκε στους παραγωγούς ως διορία για υλοποίηση των επενδύσεών τους, είναι αυθαίρετο και οχι νομότυπο.

    Όλοι αυτοί έχουν υπογράψει συμβάσεις και είχαν διορία 18 μήνες από την υπογραφή με τη ΔΕΗ. Έχουν πληρώσει όρους σύνδεσης, εγγυητικές επιστολές και τώρα μονομερώς το κράτος αθετεί την υπογραφή του.
    Και όχι μόνο ακυρώνει τις επενδύσεις των επιχειρηματιών, αλλά τους παίρνει με απαράδεκτο τρόπο και τα χρήματα που έχουν πληρώσει ήδη από την τσέπη τους σε όρους σύνδεσης και εγγυητικές απιταγές.Τα χρήματα αυτά είναι αρκετές δεκάδες χιλλίαδες ευρώ, ανάλογα με το μέγεθος της επένδυσης.

    Είναι τουλάχιστον απαράδεκτο και παράνομο.

    Πρέπει να τηρηθούν οι υπογραφές των συμβάσεων και απο τα δύο μέρη.

    ΓΙΑΝΝΗΣ

  • 3 Δεκεμβρίου 2012, 16:39 | ΚΟΥΡΑΤΖΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

    To Νομοσχέδειο βλέπω ότι αναφέρεται μόνο σε μεγάλες εγκαταστάσεις, δηλ. πάνω από 1MW.

    Προτάσει:

    1. Η εταιρεία μου κατέχει σύμβαση με το ΛΑΓΗΕ για την κατασκευή πάρκου 400 KW που κανονικά έληγε την 31 Ιουλ. 2013. Η εταιρεία μου έχει εκδώσει εγγυητική επιστολή ύψους €60000, με το ανάλογο κόστος διατήρησής της. Μ ε το νέο Νόμο που ψηφήστηκε το Νοέμβριο 2012, δόθηκε διορία μέχρι την 15 Μαρτίου για υλοποίηση. Στο Νόμο που συζητάτε τώρα, σκέφτεστε να δώσετε παράταση μόνο στα μεγάλα έργα.Γιατί?

    Δεδομένης της πολύ δύσκολης κατάστασης στην εύρεση χρηματοδότησης τον τελευταίο χρόνο, θεωρώ λογικό κ δίκαιο να δοθεί μια παράταση σε όλα τα έργα και όχι μόνο στα μεγάλα. Η εταιρεία μου έχει πληρώσει €48000+ΦΠΑ όρους σύνδεσης στη ΔΕΗ κ €60000 εγγυητική επιταγή. Είναι λογικό και δίκαιο να χάσουμε όλα αυτά τα χρήματα?!Έχουμε υπογράψει συμβάσεις, πληρώνουμε μεγάλα ποσά για τη δέσμευση ηλεκτρικού χώρου γιατί θέλουμε να υλοποιήσουμε το έργο και θα χαθούν όλα όλα αυτά τα χρήματα(€108.000!!) έτσι απλά?!

    Η πρότασή μου είναι να τηρηθούν οι συμβάσεις που έχει υπογράψει ο κάθε επενδυτής και να ισχύσουν οι αντίστοιχες μερομηνίες υλοποίησης. Στη χειρότερη περίπτωση το τετράμηνο που δόθηκε την 15 Νοεμβρίου, να γίνει τουλάχιστον επτάμηνο(7), ώστε να δοθεί ο χρόνος στους σοβαρούς επενδυτές να υλοποιήσουν.

    Ευχαριστώ
    Μετά Τιμής

    Κουρατζής Ιωάννης
    Μηχ/γος Μηχ/κός