Κείμενο 01

Για να δείτε το κείμενο του Εθνικού Σχεδιασμού για την Ενέργεια και το Κλίμα, πατήστε εδώ

  • 7 Δεκεμβρίου 2018, 14:07 | Λάζαρος Μαλούτας
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Σύμφωνα με το υπό διαβούλευση σχέδιο πρωταρχικός στόχος της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής είναι η βιώσιμη και αειφόρος ανάπτυξη του ενεργειακού τομέα από το στάδιο της παραγωγής έως την τελική χρήση, προστατεύοντας ταυτόχρονα το περιβάλλον και συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής.
    Ταυτόχρονα, βασικός στόχος είναι η διαφύλαξη και διαχείριση των ενεργειακών πόρων κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η ομαλή, αδιάλειπτη και αξιόπιστη κάλυψη των εγχώριων ενεργειακών αναγκών, καθώς και η πρόσβαση όλων των καταναλωτών σε προσιτή και ασφαλή ενέργεια.

    Δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κάποιος με τη στόχευση αυτή. Όμως μια σειρά από ζητήματα παλαιότερα ή και νεώτερα επηρεάζουν σημαντικά το όλο τοπίο.
    Το πρόχειρο και χωρίς μελέτη άνοιγμα του ενεργειακού τομέα στις ΑΠΕ, που όμως ήταν απαραίτητη
    Το τεράστιο ύψος των οφειλών από τους καταναλωτές προς τη ΔΕΗ που αγγίζουν τα 3 δις € και εγείρουν ερωτήματα για την δυνατότητα της να χρηματοδοτήσει το επενδυτικό της πρόγραμμα καθώς και τις αποφασισμένες μετεγκαταστάσεις που ενδιαφέρουν την περιοχή μας.
    Η ανορθόδοξη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας που καθιστά συμφερότερη την εισαγωγή αντί της παραγωγής ενέργειας (και μάλιστα από χώρες στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι περιορισμοί για τις εκπομπές CO2 ) μη λαμβάνοντας υπόψη την ασφάλεια της τροφοδοσίας και έχει σαν συνέπεια την συρρίκνωση της συμμετοχής του λιγνίτη στο ενεργειακό ισοζύγιο σε ποσοστά κάτω του 30 %
    Η βίαιη μεταφορά του 50 % των πελατών της ΔΕΗ στους ιδιώτες
    Η σημαντική μείωση της ζήτησης ενέργειας
    Η ιδιότυπη ¨ιδιωτικοποίηση¨ με η χωρίς εισαγωγικά του ΑΔΜΗΕ , με ένα πρωτότυπο τρόπο που αγνοεί τις οικονομικές επιπτώσεις στα οικονομικά της ΔΕΗ αλλά και στοιχειώδεις αρχές οικονομικής λειτουργίας (ποιος βάζει τα λεφτά , ποιος κάνει το κουμάντο)
    Ο υπό εκπόνηση όμως ενεργειακός σχεδιασμός δεν μπορεί να παραγνωρίζει μια σειρά από παραμέτρους όπως :
    Τα χαμηλά επίπεδα ζήτησης ενέργειας, που δεν φαίνεται να ανακάμπτουν στο ορατό μέλλον
    Το γεγονός ότι οι λιγνίτες αποτελούν έναν μη ανανεώσιμο φυσικό πόρο, συνεπώς πρέπει να υπάρχει ένας σχεδιασμός και ένας οδικός χάρτης για την πορεία προς το μέλλον με βασική τη συνεισφορά των λιγνιτών στο ενεργειακό μίγμα έτσι ώστε να διασφαλίζεται και η αφάλεια τροφοδοσίας και οι ανταγωνιστικές τιμές σε μια φτωχοποιημένη χώρα.
    Την ανάγκη αξιοποίησης των λιγνιτικών αποθεμάτων στο μέγιστο βαθμό και όχι καιγόμενα σε μονάδες που η απόδοσή τους μόλις ξεπερνά το 30%.
    Τα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά της περιοχής που επιβάλλουν έναν αυξημένο βαθμό ασφάλειας της ενεργειακής τροφοδοσίας της χώρας.

    Την τελευταία διετία ακούστηκαν πρωτόγνωρες απόψεις στην περιοχή :
    Αμφισβητήθηκε η σκοπιμότητα και η οικονομική αποδοτικότητα της μονάδα V του ΑΗΣ Πτολεμαιδος
    Αμφισβητήθηκε ο ενεργειακός χαρακτήρας της περιοχής
    Ο Δήμος Κοζάνης χαρακτηρίστηκε σαν ένας από τους πιο ρυπασμένους (προφανώς λόγω της ενεργειακής δραστηριότητας) αγνοώντας προκλητικά τη συμβολή της Τ/Θ στην ποιότητα του περιβάλλοντος αλλά και το εύρος των υπαρκτών περιβαλλοντικών προβλημάτων
    Απόψεις , έτσι και αλλιώς είναι μειοψηφικές , που δυστυχώς δεν έτυχαν όμως της απάντησης και καταδίκης που τους έπρεπε.

    Ταυτόχρονα εγκαταλείφθηκαν μια σειρά από δράσεις-πρωτοβουλίες της προηγούμενης περιόδου οι οποίες διεύρυναν την συμβολή της ΔΕΗ στο εισόδημα της περιοχής, εδραίωναν την παρουσία της στην περιοχή και ταυτόχρονα δημιουργούσαν προϋποθέσεις εναλλακτικής ανάπτυξης αξιοποιώντας τον αδιαμφισβήτητο ενεργειακό χαρακτήρα της περιοχής μας(ενεργειακός τουρισμός-εκδρομή , λιγνιτικός γεώτοπος, Τεχνόπολις, χρηματοδότηση εδρών Πανεπιστήμιου Δυτικής Μακεδονίας , κ.α.).

    Όμως ο εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός θα είναι ελλιπής αν δεν περιλαμβάνει :
    • Την αναγνώριση ότι η Δυτική Μακεδονία έχει εισέλθει σε ένα περιβάλλον μικρότερης εξάρτησης από τον λιγνίτη.
    • Το γεγονός ότι οι λιγνίτες αποτελούν έναν μη ανανεώσιμο φυσικό πόρο, συνεπώς πρέπει να υπάρχει ένας σχεδιασμός και ένας οδικός χάρτης για την πορεία προς το μέλλον με συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα με τρόπο που να βελτιστοποιεί το ενεργειακό του περιεχόμενο.
    • Την ανάγκη για ενεργό συμμετοχή της πολιτείας στις αναπτυξιακές δράσεις-πρωτοβουλίες που προαναφέρθηκαν
    • Στην πρόκληση να αναδειχθεί η περιοχή σε πυλώνα καινοτομίας, με τα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα της περιοχής, σε τομείς υψηλής ενεργειακής επικαιρότητας όπως η ηλεκτροκίνηση, η αποθήκευση ενέργειας, η αποθήκευση CO2.

  • Αθήνα, 7 Νοεμβρίου 2018

    ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΟΜΙΛΟΥ ΔΕΗ

    ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
    (ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ, v2)

    Είναι γεγονός, πως ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον και τη βιωσιμότητά του είναι στενά συνδεδεμένα με την ενέργεια λόγω των εκπομπών CO2 ή άλλων αερίων και σωματιδίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και την ατμοσφαιρική ρύπανση. Περιβαλλοντικά θέματα επίσης προκύπτουν και από παράγοντες που εκ σχεδιασμού δεν μπορούν να αποτραπούν, όπως είναι πχ. η κατάκλιση μεγάλων δασικών περιοχών ανάντη φραγμάτων υδροηλεκτρικών έργων ή από ατυχήματα όπως πχ. διαρροές κατά την εξόρυξη ή μεταφορά αργού πετρελαίου. Μια αποτελεσματική διακυβέρνηση μπορεί να αποτρέψει ή να μετριάσει βραχυπρόθεσμες διαταραχές σε ένα ενεργειακό σύστημα. Το παρόν Εθνικό σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα αποτελεί σε γενικές γραμμές μια καλή δουλειά που δείχνει την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα στον ενεργειακό τομέα, αν και πολλά απ’ αυτά που αναφέρονται -για την υφιστάμενη κατάσταση- υπάρχουν στα στατιστικά εγχειρίδια της ΕΕ όπως το «EU energy pocketbook 2018» ή το «EU Reference Scenario 2016» που εκδόθηκε το 2016 για να αποτελέσει benchmark για τις πολιτικές που θα χαράξουν τα κράτη-μέλη, ενώ για την πρόβλεψη γίνεται χρήση μαθηματικού μοντέλου που ανάλογο διαθέτει και η ΕΕ στη σελίδα https://ec.europa.eu/energy/en/data-analysis/energy-modelling.
    Η συμμετοχή μας κρίθηκε απαραίτητη, έχοντας υπόψη ότι ο ενεργειακός μετασχηματισμός με στροφή προς τις ΑΠΕ είναι σε παγκόσμιο επίπεδο μία πραγματικότητα και αποτελεί στρατηγική επιλογή σε επίπεδο,
    α) Επιχείρησης, β) Χώρας και γ) Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    Α. ΑΠΕ – ΥΗΣ με Αντλησιοταμίευση
    Υπάρχουν θέματα τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής εκ μέρους του Υπουργείου και συνοψίζονται στα εξής:
    1. Όσον αφορά τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής και ειδικότερα του μείγματος καυσίμου και πως αυτό μπορεί να μεταβληθεί ώστε να βοηθήσει στην αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή. Κάτι που θεωρείται απαραίτητο για τον περαιτέρω ενεργειακό μετασχηματισμό της χώρας και την μείωση των εκπομπών αερίων του Θερμοκηπίου (GHG) αλλά και αέριων ρύπων.
    Στην αιτιολογική έκθεση του Υπουργείου αναφέρεται ότι η παραγωγή από Αιολικά και Φ/Β (μη ελεγχόμενη παραγωγή) ανέρχεται στο 15% της συνολικής κατανάλωσης της χώρας (και σχεδόν 20% της εγχώριας παραγωγής). Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό και σε ορισμένες περιπτώσεις η συνεισφορά των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα υπερβαίνει και το 40% της ζήτησης (σε επίπεδο ωριαίας κατανάλωσης). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του REN21 για τον ενεργειακό μετασχηματισμό στην ηλεκτροπαραγωγή η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι όπου η περαιτέρω αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ θα πρέπει να συνοδεύεται με σημαντικές κεφαλαιακές επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής για να αντισταθμιστούν οι συνέπειες της μη ελεγχόμενης παραγωγής των ΑΠΕ (όταν η συνεισφορά των μη ελεγχόμενων ΑΠΕ αγγίξει ποσοστό 20~30% της εγχώριας κατανάλωσης).
    2. Στο Διάγραμμα 45 του κειμένου για την ενέργεια και το κλίμα η εκτίμηση της παραγωγής από ΑΠΕ εμφανίζεται αυξανόμενη με εξαίρεση την παραγωγή από Υδροηλεκτρικά ισχύος άνω των 10MW η οποία παραμένει καθηλωμένη περί της 5000GWh που είναι η μέση ετήσια παραγωγή από τις μονάδες αυτές.
    Καθώς:
    • Τα μεγάλα ΥΗΣ αποτελούν έργα πολλαπλού σκοπού προσφέροντας πέραν της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τη δυνατότητα αποθήκευσης ύδατος για διάφορες χρήσεις, συνεισφέρουν στον έλεγχο των πλημμυρικών παροχών και βελτιώνουν σημαντικά την βιοποικιλότητα στην περιοχή όπου κατασκευάζονται,
    • Ως ΑΠΕ η παραγωγή τους είναι απόλυτα ελεγχόμενη και μπορεί να είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή ώστε να καλύψει την όποια μεταβλητότητα από την παραγωγή των μη ελεγχόμενων ΑΠΕ και την μεταβλητότητα της ζήτησης ενέργειας σε επίπεδο τελικού καταναλωτή,
    • Έχει αποδειχθεί η συνεισφορά τους όσον αφορά την ευστάθεια του συστήματος σε πλείστες περιπτώσεις με τελευταίο παράδειγμα την ενεργειακή κρίση της περιόδου Ιανουαρίου 2017-Φεβρουαρίου 2017 όπου λόγω των καιρικών συνθηκών η παραγωγή από ΑΠΕ ήταν περιορισμένη και λόγω της ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη το ισοζύγιο διασυνδέσεων ήταν ισοσκελισμένο και σε κάποιες ώρες της ημέρας πλεονασματικό (αντί του συνήθους ελλειμματικού),
    • Ως αντλησιοταμιευτικά αποτελούν μια ώριμη τεχνολογία αποθήκευσης ενέργειας και εξομάλυνσης της ζήτησης ενέργειας από τις συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής,
    • Εκμεταλλεύονται έναν εγχώριο φυσικό και πλήρως ανανεώσιμο πόρο με αποτέλεσμα τη μείωση των εξαρτήσεων από εισαγόμενες μορφές ενέργειας.
    • Έχουν υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία και υπάρχει στην Ελλάδα η εμπειρία για την μελέτη/σχεδίαση/κατασκευή τους,
    • Μεγάλο μέρος του τεχνικά και περιβαλλοντικά εκμεταλλεύσιμου υδροδυναμικού της χώρας δεν έχει ακόμα αξιοποιηθεί,
    • Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις για το κλίμα η Ελλάδα δύναται να βρεθεί αντιμέτωπη με μείωση των βροχοπτώσεων ως και 20% σε σχέση με τη μέση τιμή και με ποιοτική μεταβολή των χαρακτηριστικών των βροχοπτώσεων αυτών (αυξημένη ένταση κλπ)
    Στο πλαίσιο εντάσσεται και η μετατροπή των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών (ΥΗΣ) σε υβριδικούς σταθμούς (ΥΒΣ) αντλησιοταμιευτικού τύπου με την ταυτόχρονη κατασκευή στα εξαντλημένα λιγνιτικά πεδία φωτοβολταϊκών πάρκων μεγάλης ισχύος, τα οποία θα αποτελέσουν την πηγή πλήρωσης των μέσων αποθήκευσης ενέργειας των ΥΒΣ.
    Με την παραπάνω στρατηγική, οι μεγάλοι ΥΒΣ αντλησιοταμιευτικού τύπου μπορούν ενδεχομένως να αποτελέσουν όχι μόνο μονάδες αιχμής όπως χρησιμοποιούνται επί του παρόντος, αλλά και μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για την εξυπηρέτηση του φορτίου βάσης.
    Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την πλήρωση των αποθηκευτικών μέσων από την παραγόμενη ενέργεια των φωτοβολταϊκών πάρκων μεγάλης ισχύος τις ώρες χαμηλής ζήτησης και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας τις ώρες υψηλότερης ζήτησης πετυχαίνοντας τη μέγιστη αξιοποίηση της αποθηκευμένης ενέργειας των ταμιευτήρων και εκμεταλλευόμενοι το υψηλό ηλιακό δυναμικό της χώρας.
    Τα οφέλη αναμένεται να έχουν αντίκτυπο τόσο σε οικονομικό όσο και σε περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο. Ειδικότερα, αναμένονται τα ακόλουθα αποτελέσματα:
    i. Σε οικονομικό επίπεδο:
    • Είναι δυνατό να μειωθεί το κόστος παραγωγής ενέργειας, λόγω της χρήσης ανανεώσιμων πηγών στη θέση των ορυκτών καυσίμων.
    • Αναμένεται να ενισχυθεί η εγχώρια βιομηχανία φωτοβολταϊκών, η οποία βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία και να δοθεί η ευκαιρία σε ελληνικές επιχειρήσεις να δραστηριοποιηθούν τόσο στην κατασκευή φωτοβολταϊκών πάνελ, όσο και στην κατασκευή ιχνηλατών (Trackers) ενός και δύο αξόνων.
    • Θα δημιουργηθεί η ανάγκη για ανάπτυξη λογισμικού ελέγχου και διαχείρισης ΥΒΣ για τη μέγιστη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών.

    ii. Σε περιβαλλοντικό επίπεδο:
    • Θα αξιοποιηθούν τα εξαντλημένα λιγνιτικά πεδία, τα οποία προτείνεται να αναβαθμιστούν σε πεδία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά πάρκα μεγάλης ισχύος με τα κατάλληλα έργα.
    • Στη βάση των παραπάνω θα αναμορφωθεί αισθητικά το φυσικό περιβάλλον με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση τόσο της εδαφικής έκτασης όσο και της μορφολογίας της περιοχής.

    iii. Σε κοινωνικό επίπεδο:
    • Αναμένεται να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, οι οποίες θα προέλθουν από την τόνωση της ενεργειακής αγοράς.
    Θα ενισχυθεί η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, καθώς μέρος του φορτίου βάσης θα καλύπτεται από εγχώριες μονάδες παραγωγής αποτελούμενες πλήρως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
    Ως εκ τούτου, θα πρέπει η περαιτέρω ανάπτυξη των μεγάλων Υδροηλεκτρικών να αποτελέσει στρατηγική επιλογή για τη χώρα μας και ειδικά όσον αφορά έργα αντλησιοταμίευσης. Η εγκατεστημένη ισχύς από μεγάλα ΥΗΣ δύναται να διπλασιαστεί με αντίστοιχο υπερδιπλασιασμό της παραγόμενης ενέργειας. Απαιτείται επίσης να μεταβληθούν οι πολιτικές όσον αφορά την αγορά της ενέργειας ώστε η ανάπτυξη των μεγάλων Υδροηλεκτρικών να καταστεί και πάλι οικονομική βιώσιμη.
    Β. ΑΠΕ – Νησιών
    Λόγω διαφοροποιημένων ποιοτικών και ποσοτικών ενεργειακών αναγκών όπως και ενεργειακού δυναμικού των ΑΠΕ των Νησιών σε σχέση με τη ηπειρωτική Ελλάδα, πάντα μέσα στο γενικό πλαίσιο του ΣΔΑΕΚ (Σχέδιο Δράσης Αειφόρου Ανάπτυξης & Κλίματος), επιβάλλεται η διαφοροποίηση του σχεδιασμού για τα Νησιά.

    1. Πρώτη προϋπόθεση για την επιτυχία του οποιουδήποτε ΣΔΑΕΚ της χώρας, είναι η ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών με προτεραιότητα τα μεσαία και μεγάλα Μη διασυνδεδεμένα Συστήματα, όπως η Ρόδος και η Κως αφού η διασύνδεση της Κρήτης ήδη είναι δρομολογημένη. Αυτό θα φέρει άμεση μείωση του αρνητικού ισοζυγίου με τη μείωση των ΥΚΟ ( 800.000.000 € / έτος ) και δραστική μείωση των εκπομπών με την μείωση της διασπαρμένης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με μονάδες Diesel.
    2. Δεύτερη προϋπόθεση για την επιτυχή σύνταξη του ΣΔΑΕΚ των Νησιών, με σκοπό την αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, δηλαδή την αύξηση της παραγόμενης πράσινης ενέργειας, είναι ο ορισμός της χρήσης γης, προκειμένου να διαφυλάξουμε το περιβάλλον, να μην ενοχληθεί η τουριστική δραστηριότητα και να μην υπάρξουν οποιασδήποτε μορφής αντιδράσεις. Σε αυτή τη φάση θα έχουμε μεγάλη έγχυση ενέργειας προς το κορμό της χώρας με άμεσα και έμμεσα (Μείωση παραγωγής ενέργειας από μονάδες Diesel) οικονομικά οφέλη.
    3. Τρίτη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της ποιοτικής ενεργειακής συμμετοχής των νησιών είναι η αδιάλειπτη παραγωγή των ΑΠΕ με σταθερή τάση και κυρίως συχνότητα και μεγαλύτερη μείωση παραγόμενης ενέργειας από μονάδες Diesel, είναι η εγκατάλειψη του Power center – γραμμικού σχεδιασμού και η εφαρμογή του Disparcing και του κυκλικού σχεδιασμού / διαχείρισης – λειτουργίας των ηλεκτρικών δικτύων.
    4. Τέλος, είναι σημαντικό στον ενεργειακό σχεδιασμό των νησιών να συνυπολογισθεί η ιδιαίτερη παράμετρος της μεγάλης διακύμανσης της ζητούμενης ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στο ίδιο ηλιακό έτος. Για τη Ρόδο η μέγιστη ετήσια ζητούμενη ενέργεια είναι 215 MW και η ελάχιστη είναι 48 MW.
    Γ. Απόσυρση παλιών λιγνιτικών μονάδων (Σελ. 53-54)
    Σχετικά με το σοβαρότατο ζήτημα του αντίκτυπου που θα έχει η απόσυρση σημαντικού μέρους των παλιών λιγνιτικών μονάδων στις περιοχές που αυτές είναι σήμερα εγκατεστημένες, η αντιμετώπιση που αναφέρεται στο σχέδιο είναι γενικόλογη, χωρίς σαφείς κατευθύνσεις και συγκεκριμένα πλάνα διερεύνησης εναλλακτικών, όπως η συν-καύση με βιομάζα, η συλλογή και αποθήκευση CO2 και λοιπές βέλτιστες διεθνείς πρακτικές. Αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν δει κανείς την πρόσφατη (2018) μελέτη που έχει εκπονηθεί στην ΕΕ για τις περιφέρειές της που θα πληγούν από τις αποσύρσεις παλιών μονάδων άνθρακα-λιγνίτη (EU coal regions: opportunities and challenges ahead). Στην εν λόγω μελέτη των 180 σελίδων, μεταξύ πολλών λεπτομερειών, υπάρχει η εκτίμηση ότι στην Ελλάδα θα αποσυρθεί το 45% των παλιών μονάδων μέχρι το 2025 και το 90% μέχρι το 2030, αλλά θεωρείται πιθανότερο να αποσυρθεί το 80% μέχρι το 2025 στη βάση της πρόβλεψης που οι ίδιες οι χώρες-μέλη έδωσαν με το Εθνικό τους Σχέδιο Μετάβασης (Transition National Plan) λόγω κυρίως του κόστους ρητρών από τις αυξημένες απαιτήσεις χαμηλών εκπομπών. Στην ίδια μελέτη επισημαίνονται οι σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που αναμένονται στις λιγνιτικές περιφέρειες της ΕΕ κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στη Δυτική Μακεδονία διότι ως περιφέρεια έχει τη μεγαλύτερη ανεργία στην ΕΕ.
    Ως εκ τούτου, ο μετασχηματισμός του Ενεργειακού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας, με τη θέσπιση της εν λόγω Περιφέρειας ως Κέντρου Ενεργειακών Εξελίξεων της Χώρας και τη δημιουργία Ζώνης Ενεργειακής Καινοτομίας, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση και τη συνθήκη για μια νέα αναπτυξιακή προοπτική. Όμως απαιτείται εθνικός σχεδιασμός, πολιτική βούληση και απόφαση για τη δημιουργία ενός εύρωστου ταμείου εθνικής χρηματοδότησης (πέραν των σχετικών ευρωπαϊκών προγραμμάτων), στην κατεύθυνση ένταξης της διαχρονικής τεχνογνωσίας και της βιομηχανικής κουλτούρας που αναπτύχθηκε στην περιοχή εδώ και 60 χρόνια, αλλά και στην άμεση ανάγκη απασχόλησης ανθρώπινου δυναμικού στην πρωταθλήτρια ανεργίας Περιφέρεια της Ευρώπης, εξαιτίας της βίαιης μείωσης και άναρχης υποβάθμισης της δραστηριότητας στη λιγνιτική βιομηχανία ηλεκτροπαραγωγής.
    Δ. Βασικοί ορισμοί ενεργειακών μεγεθών (Σελ. 200)
    Οι βασικοί ορισμοί των ενεργειακών μεγεθών καλό θα είναι να επανελεγχθούν διότι ορισμένοι δεν αποδίδονται σωστά σε σχέση με τον ορισμό τους στην αγγλική που υπάρχει στο «EU energy pocketbook 2018». Π.χ. ‘ακαθάριστη εγχώρια κατανάλωση’ σε σχέση με την ‘ακαθάριστη τελική κατανάλωση’, ή ο ορισμός της ‘ενεργειακής έντασης’, κ.α.
    Ε. Αναλυτικά αποτελέσματα (Σελ. 210)
    Ίσως θα έπρεπε τα δεδομένα να επανελεγχθούν διότι υπάρχουν κάποιες αναντιστοιχίες σε σχέση με τις διάφορες πηγές, για παράδειγμα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο «EU energy pocketbook 2018» (που κατά βάση συμπίπτουν) αλλά κυρίως με το «EU Reference Scenario 2016», excel δεδομένων του οποίου υπάρχει στο ίδιο link που έγινε αναφορά αρχικά και που μάλιστα είναι δουλειά του ΕΜΠ για την ΕΕ. Για παράδειγμα, το ‘Gross Inland Consumption’ (Ακαθάριστη Εγχώρια Κατανάλωση), για το 2015, ήταν 26055 ktoe στο «EU Reference Scenario 2016», αλλά 24450 ktoe στο «EU energy pocketbook 2018», ή, για το 2025, στο Παράρτημα 4 προβλέπεται στα 22634 ktoe, ενώ στο «EU Reference Scenario 2016» στα 23054 ktoe.
    ΣΤ. Προβλήματα στην μετάβαση προς τα ΑΠΕ
    Ο Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός με το παρόν σχέδιο διαβούλευσης δεν αντιμετωπίζει ούτε επιλύει τα μεγάλα προβλήματα που ανακύπτουν από τη μετάβαση προς τα ΑΠΕ τα επόμενα χρόνια, στη χώρα.
    1. Οι δασικές και εν γένει οι δημόσιες θέσεις εγκατάστασης κυρίων και συνοδών έργων μεσαίων και μεγάλων ΑΠΕ δεν χαρακτηρίζονται ως σπάνιος εθνικός πόρος, παρότι είναι.
    Πρόταση: Καθορισμός τέλους χρήσης για τη δέσμευση όλων των χώρων – περιοχών με εκμεταλλεύσιμο αιολικό, ηλιακό και υδατικό δυναμικό, για όλο το συμβατικό χρόνο (πχ 20 + 5 έτη) και δέσμευση αποκατάστασης των περιοχών (π.χ. αποξήλωση, μεταφορά, ανακύκλωση Α/Γ κλπ) μετά τη λήξη λειτουργίας των εγκαταστάσεων σε αυτές. (Τα παραπάνω τέλη μπορούν να διατεθούν προς το πράσινο ταμείο με συγκεκριμένη δέσμευση ποσού για επενδύσεις ήπιας μορφής και άνοιγμα θέσεων εργασίας, στις περιοχές που πλήττονται από τις επεμβάσεις μεγάλων έργων Η.Ε. όπως και για συνεισφορά στην αποκατάσταση των περιοχών μετά τη λήξη λειτουργίας των εγκαταστάσεων αυτών).
    2. Η αγορά, δεν μπορεί να λειτουργήσει με υγιείς κανόνες και με επίτευξη των εξαγγελλόμενων οφελών του ανοίγματος της αγοράς, όταν
    α. σημαντικό μέρος της παραγόμενης «πράσινης» ενέργειας προτάσσεται έναντι άλλων μορφών ενέργειας.
    β. τα ΑΠΕ δεν παρέχουν δυνατότητα ελεγχόμενης παραγωγής (αποθήκευσης)
    γ. οι επενδύσεις ΑΠΕ έχουν έχει εξασφαλισμένο κέρδος μέσω της κλειδωμένης τιμής πώλησης (feeding tariff) Η.Ε. για τουλάχιστον 20 +5 έτη.
    δ. Προκαλούν δυσβάσταχτα τέλη με τις συνεχείς αυξήσεις ΕΤΜΕΑΡ στον τελικό καταναλωτή.
    Πρόταση: Επανακαθορισμός του πλαισίου λειτουργίας αγοράς λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα.
    3. Δεν παρέχεται καμία προστιθέμενη αξία στην εθνική οικονομία από μονόπλευρη και άνευ εθνικού στρατηγικού σχεδίου, ανάπτυξη των ΑΠΕ, ειδικότερα γιατί:
    α. Δεν υπάρχουν ουσιαστικά αντισταθμιστικά οφέλη. β. τα έμμεσα οφέλη για τον πλανήτη (προσδοκόμενα από τη συνθήκη Kyoto) δεν έρχονται από την εσπευσμένη συμμετοχή της Ελλάδας χωρίς τη συμμετοχή της Κίνας και των Η.Π.Α..
    γ. Η κεντρική Ευρώπη που συμμετέχει στη συνθήκη Kyoto, έχει σημαντικά οφέλη από την ανάπτυξη των ΑΠΕ λόγω των μεγάλης συμμετοχή της τόσο στην παραγωγή εξοπλισμού των όσο και από τη λειτουργία τους αφού κατά κύριο λόγο συμμετέχουν στα κέρδη οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες λόγω των χρηματοδοτήσεων και των εταιρικών συμμέτοχών τους σε αυτά.
    γ. Δεν εξισορροπούν τις άμεσες επιβαρύνσεις του περιβάλλοντος (καταστροφικές και επιδημικές μεταβολές χλωρίδας, πανίδας και δημοσίων -ιδιωτικών εκτάσεων).
    δ. Εναπομείναντα επικίνδυνα απόβλητα μετά την λήξη της λειτουργίας των και μεγάλης έκτασης τσιμεντοποίηση.
    ε. Εισάγει υλικό και εξοπλισμό κυρίως Γερμανίας μέσω Κίνας που απαιτεί συνεχείς εξωτερικούς δανεισμούς για εκροή κεφαλαίων προς το εξωτερικό.
    στ. Τα κεφάλαια καταβολής πληρωμών των παραγωγών ΑΠΕ καταλήγουν κατά κύριο λόγο στις ευρωπαϊκές τράπεζες για αποπληρωμή των επενδύσεων που έχουν χρηματοδοτήσει με εξασφαλισμένες προϋποθέσεις.
    Προτάσεις:
    Α. Άνοιγμα νέων θέσεων εργασίας τουλάχιστο ισοδύναμων με αυτές που καταργούνται από την αντικατάσταση της τεχνολογίας στην παραγωγή H.E..
    Β. Κίνητρα επενδύσεων και άνοιγμα θέσεων εργασίας (πχ παραγωγή κελύφους και γεννητριών μικρών των ΑΓ, στη χώρα).
    Γ. Η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών (κυψέλες υδρογόνου, αποθήκευση H.E., ηλεκτροκίνηση) να ενισχυθεί στη εγχώρια αγορά με ιδιαίτερα κίνητρα και προτεραιότητα επενδύσεων για την ανάπτυξης έρευνας και την παραγωγή υλικού και εξοπλισμού στη ΔΜ, στους χώρους των ορυχείων που ήδη είναι έτοιμοι να υποδεχθούν τέτοιου είδους δραστηριότητες, λόγω αδρανοποίησης των από μελλοντική γεωργική εκμετάλλευση και οικιστική αξιοποίηση.
    Ζ. Συμπεράσματα – Προτάσεις
    Ο Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπίζει και να επιλύει και τα εξής:
    1. Άμεση αδειοδότηση για παραγωγή με αντλησιοταμίευση των ΥΗΣ της ΔΕΗ ΑΕ που έχουν τη δυνατότητα αυτή (διπλή ροή) και εκσυγχρονισμός των υπολοίπων για να αποκτήσουν τέτοια δυνατότητα. Είναι απορίας άξιο πως δεν γίνεται εκμετάλλευση του σπάνιου πόρου του ύδατος με λειτουργία αντλησιοταμίευσης σε όλους του ΥΗΣ της Χώρας που διαθέτουν ήδη διαμορφωμένες λεκάνες αποθήκευσης υδάτων για τη λειτουργία αυτή.
    2. Προτεραιότητα ανάπτυξης όλων των δόκιμων μορφών μικρών ΑΠΕ σε παροχές κατανάλωσης ΜΤ και ΧΤ.
    Με τον τρόπο αυτό θα περιοριστούν φαραωνικά έργα ανάπτυξης Δικτύου και Συστήματος Μεταφοράς που απαιτούν τα μεγάλα ΑΠΕ, τα οποία μετακυλύουν το κόστος τους στον καταναλωτή και επιβαρύνουν σημαντικά το περιβάλλον τόσο με τα κυρίως έργα όσο και με τα συνοδά αυτών.
    3. Ανάληψη του κόστους όλων των απαιτούμενων επενδύσεων των μεγάλων ΑΠΕ για τη μεταφορά ΗΕ από αυτά στα μεγάλα κέντρα ζήτησης Η.Ε. και όχι μόνο μέχρι τα σημεία σύνδεσης με το Δίκτυο. Είναι αδιανόητο τα κόστη ανάπτυξης του αναγκαίου Δικτύου για την απορρόφηση της παραγόμενης Η.Ε. των μεγάλων ΑΠΕ να επωμίζονται κατ΄ αρχήν ο ΔΕΔΔΗΕ, ο ΑΔΜΗΕ και να μετακυλίονται στον τελικό καταναλωτή (ΧΧΔ, ΧΧΣ) και παράλληλα να επιβαρύνεται με υπέρογκα τέλη «πράσινης» παραγόμενης ενέργειας (ΕΤΜΕΑΡ).
    4. Επανεξέταση όλου του καθεστώτος,
    α. εξασφαλισμένης τιμής (feeding tariff) όλων των ΑΠΕ (παλιών και νέων) που έχουν συμβάσεις εκ του ασφαλούς για 20 – 25 έτη και
    β. της συμμετοχή τους στο pool της αγοράς (ως γνωστό μέχρι σήμερα εξαιρούνται).
    5. Τα κόστη μελετών (πχ έξυπνα δίκτυα) εκσυγχρονισμού και έργων που δεν ολοκληρώνονται (πχ Μεσοχώρα) δεν θα πρέπει να μετακυλίονται στον καταναλωτή αφού δεν έχει οφέλη από αυτά.
    6. Ο ενεργειακός σχεδιασμός με κύριο εγχώριο προϊόν το λιγνίτη τα προηγούμενα χρόνια πέραν των άλλων στήριξε και σε εθνικό σχεδιασμό τη ΔΜ με θέσεις εργασίας και επενδύσεις και αυτό θα πρέπει να συνεχιστεί με σαφή προσδιορισμό κινήτρων έργων και επενδύσεων στην περιοχή, σχετικών με την ενέργεια. Η στροφή προς τα ΑΠΕ με επενδύσεις κατά κύριο λόγο εκτός ΔΜ σημαντική μείωση θέσεων εργασίας, θα δημιουργήσει μεγάλη ανασφάλεια στη περιοχή, αστάθεια στις διασυνοριακές σχέσεις και θα αφήσει διαταραγμένους περιβαλλοντικά χώρους με εύλογη των ανησυχία πολιτών για τελική κατάληξη τους ως «νεκροταφεία» αποβλήτων επικίνδυνων ή μη.
    Εν κατακλείδι, η κατεύθυνση που χαράσσεται, για να υλοποιηθεί, απαιτεί να συνδυαστεί με λεπτομερή σχεδιασμό και όχι να μείνει σε γενικότητες που μπορεί να βρει και να αντιγράψει κανείς από σχετικά εγχειρίδια και μελέτες της ΕΕ αλλά και άλλους σχετικούς Ευρωπαϊκούς φορείς. Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει χωρίς εξειδικευμένο προσωπικό και κυρίως χωρίς επιστημονικό προσωπικό το οποίο δυστυχώς εξωθείται στη μετανάστευση. Μεταξύ άλλων, η γνώση σύγχρονου project management καθίσταται ως μια ‘εκ των ων ουκ άνευ’ απαίτηση για τη σωστή διαχείριση των «άπειρων» έργων που προκύπτουν από το σχέδιο. Επίσης, απαιτούνται πολλές επενδύσεις με μόχλευση ιδιωτικών – κρατικών κεφαλαίων και άντληση Ευρωπαϊκών κονδυλίων καθώς επίσης και συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), τόσο στη χώρα όσο και στις όμορες χώρες με απαραίτητη τη συμμετοχή της ΔΕΗ σε αυτές.

    Με εντολή ΔΣ

  • Είναι σημαντικό το γεγονός ότι για το Εθνικό Σχέδιο του Ενεργειακού Σχεδιασμού το ΥΠΕΝ πραγματοποίησε Ημερίδες ενημέρωσης και συζήτησης τόσο των άμεσα αλλά και των έμμεσα ενδιαφερόμενων. Ο σχεδιασμός περιέχει ένα πλέγμα στόχων – μέτρων τόσο κανονιστικό αλλά και πολιτικό επίπεδο στην βάση της μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, της προώθησης των ΑΠΕ, της εξοικονόμηση ενέργειας, της ασφάλεια εφοδιασμού, της ενεργειακής αυτάρκειας, της ανάπτυξης των δικτύων στο ενεργειακό τοπίο της χώρας για την επόμενη 10 ετία (τουλάχιστον). Παράλληλα, σημαντική έμφαση δίνεται στην μείωση του ενεργειακού κόστους στους καταναλωτές αλλά και στην βιομηχανία το οποίο στοχεύει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Το κείμενο της διαβούλευσης περιέχει γενικές κατευθύνσεις και μέτρα τα οποία θα εξειδικευθούν στα επόμενα έτη. Στο παρόν κείμενο θα τοποθετηθούμε, επί των γενικών κατευθύνσεων, αναφέροντας του εύλογους προβληματισμούς μας και κατά την εξειδίκευση των μέτρων θα έχουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε αναλυτικά. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το υπό διαβούλευση κείμενο θα έπρεπε να εμπεριέχει περισσότερα αριθμητικά δεδομένα για τα αποτελέσματα τα οποία παρουσιάζει όπως επίσης όφειλε να περιέχει πιο πρόσφατα στοιχεία και όχι του 2016. Αρνητικό γεγονός είναι ο λιγοστός χρόνος διάρκειας της διαβούλευσης όφειλε να είναι μεγαλύτερο το χρονικό περιθώριο.

    Σχετικά με το υπό διαβούλευση κείμενο :

    1) Σε αρκετά σημεία του ΕΣΕΚ γίνεται αναφορά στο καθεστώς στήριξης feed in tariff για το οποίο από την μια παρουσιάζονται τα επιτεύγματα του όπως η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τα οφέλη που προκύπτουν από την διεσπαρμένη παραγωγή, η αυξημένη εγκατάσταση των ΑΠΕ και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (η οποία προφανώς και είναι επιθυμητή και επήλθε λόγω του καθεστώτος στήριξης), η μείωση του κόστους των νέων ΑΠΕ κ.α ενώ από την άλλη γίνονται αναφορές για ακραίες ενισχύσεις σε φ/β σταθμούς, βιωσιμότητα του ΕΛΑΠΕ. Παράλληλα γίνεται αναφορά στην αδυναμία επίτευξης των στόχων του 2020 η οποία κυρίως αποδίδεται στην αποτυχία του σχεδιασμού του 2010, στις αστοχίες στην οικονομική εξέλιξη της χώρας και των δυνατοτήτων προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων. Είναι, προφανώς, ανεδαφικό να επαινούνται, στο υπό διαβούλευση κείμενο, τα σημαντικά οφέλη που προέκυψαν από την αυξημένη εγκατάσταση ΑΠΕ ενώ να στοχοποιείται το καθεστώς στήριξης το οποίο συνέβαλλε καθοριστικά στην εγκατάσταση τους. Παράλληλα, όπως εξάλλου γίνεται αναφορά, η εγκατάσταση των ΑΠΕ πραγματοποιήθηκε, κυρίως, από εγχώρια κεφάλαια και όχι από εισαγόμενα κεφάλαια τα οποία θεώρησαν τεράστιο το country risk. Συνέπεια αυτού είναι ότι η χώρα σε ιδιαίτερα δύσκολες εποχές στηρίχθηκε από τους Έλληνες επενδυτές, παρόλο των σοβαρών σφαλμάτων στον σχεδιασμό του 2010, οι οποίοι εμπιστεύτηκαν την χώρα τους και συνέβαλλαν καθοριστικά στην διατήρηση θέσεων εργασίας, στην διατήρηση κεφαλαίων εντός της χώρας και στην προσπάθεια επίτευξης των στόχων του 20-20-20.

    2) Για την ανάλυση και οριοθέτηση των στόχων, στο υπό διαβούλευση κείμενο, γίνεται αναφορά σε δημοσιονομικά και δημογραφικά μεγέθη. Η αναφερόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 55,6δις€ από το 2016 μέχρι το 2030 ή αλλιώς η αύξηση του περίπου κατά 30%, είναι μια επιθυμητή πρόβλεψη με βάση την συμφωνία βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερα μεταβαλλόμενη όχι μόνο ως ποσό αλλά κι ως επίδραση στην αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια. Θυμίζουμε τις ανάλογες προβλέψεις στον σχεδιασμό του 2010, ο οποίος απέτυχε να προβλέψει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και τις συνέπειες αυτών στην ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, με συνέπεια τον εκτροχιασμό και την μη βιωσιμότητα του ΕΛΑΠΕ. Σε δημογραφικό επίπεδο παρατηρείται η μείωση του πληθυσμού κατά 7,45% και η ακόλουθη μείωση των νοικοκυριών κατά 3,7%. Είναι γνωστό ότι οι τελικοί καταναλωτές στην παρούσα λειτουργία του συστήματος αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στην χώρα. Παράλληλά, είναι σημαντικά υψηλοί οι στόχοι της ενεργειακής εξοικονόμησης και την ενεργειακής αποδοτικότητας, ενώ προβλέπεται η αντικατάσταση μέρους της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας σε όλα τα επίπεδα κατανάλωσης ενέργειας, με την χρήση φυσικού αερίου και ΑΠΕ. Ελπίζουμε ότι πέραν των σχετικών αναφορών, στο υπό διαβούλευση κείμενο, η προβλεπόμενη αύξηση ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας για το 2030 (+ 5%) να έχει συμπεριλάβει τις σημαντικές επιπτώσεις των ανωτέρω.

    3) Στον γενικότερο σχεδιασμό προτείνεται η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας, για την κατανάλωση ενέργειας, από τα ρυπογόνα στερεά-ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο-λιγνίτης) και η αντικατάσταση αυτών με την σημαντική διείσδυση του φυσικού αερίου και των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση. Σε συνέχεια το φυσικό αέριο χαρακτηρίζεται ως μεταβατικό καύσιμο, όσον αφορά την ηλεκτροπαραγωγή, ενώ προβλέπεται η συνολική μείωση κατανάλωσης του (ηλεκτροπαραγωγή) μεταξύ 2016 -2030 περίπου κατά 28,5%, αλλά αυτή θα επιτευχθεί κατόπιν του 2025 καθώς έως αυτό το έτος υπάρχει αύξηση της κατανάλωσης του για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ελπίζουμε, στα ανωτέρω, να έχουν ληφθεί ρεαλιστικά υπ΄ όψιν το μέγεθος των ήδη εγκατεστημένων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο και τις αναγκαίες ώρες λειτουργίας τους, την εγκατάσταση νεών μονάδων φ/α (βλ. νέα μονάδα συνδυασμένου κύκλου του Ομίλου Μυτιληναίου), την πρόσθετη ισχύ της υφιστάμενης μονάδας φυσικού αερίου της Μεγαλόπολης και την εγκατάσταση νέας λιγνιτικής μονάδας της ΔΕΗ (Πτολεμαΐδα 5). Γίνεται αντιληπτό, ότι η βιωσιμότητα των υφιστάμενων αλλά και των νέων επενδύσεων σε ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες είναι κρίσιμης σημασίας και εφόσον δεν διασφαλιστεί θα δημιουργηθούν σημαντικές αρρυθμίες, οι οποίες στο παρελθόν αντιμετωπίστηκαν με την υπέρμετρη αύξηση των μηχανισμών στήριξης (ΜΑΜΚ, ΑΔΙ), οι οποίοι είχαν συνέπεια τον εκτροχιασμό του μοντέλου στήριξης των ΑΠΕ.

    4) Όσον αφορά την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας και την σταδιακή υποχώρηση του συγκεκριμένου δείκτη, θα έπρεπε να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία για τον τρόπο επίτευξης καθώς δεν διαφαίνεται ότι αυτή μπορεί να επιτευχθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, η αύξηση της διείσδυσης φυσικού αερίου στην τελική κατανάλωση, κατά τουλάχιστον 50% τα επόμενα χρόνια, δεν μειώνει τον δείκτη ενεργειακής εξάρτησης εκτός της περίπτωσης που υπάρξουν απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα σχετικά όχι μόνο με την έρευνα αλλά και με την εξόρυξη εγχώριου φυσικού αερίου. Συνεπώς, με τα μετρήσιμα στοιχεία, όσον αφορά την προμήθεια φυσικού αερίου η χώρα θα έχει σημαντικά υψηλό δείκτη ενεργειακής εξάρτησης, ο οποίος εκτός των δημοσιονομικών επιπτώσεων, ενέχει κινδύνους για το ευρύτερο ενεργειακό κόστος (π.χ προστασία καταναλωτών και ανταγωνιστικότητα επιχειρήσεων), ενώ δημιουργεί ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες και μέτρα σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω.

    5) Στο υπό διαβούλευση κείμενο αναφέρονται σε γενικό επίπεδο οι υφιστάμενες δομές – μηχανισμοί σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού τόσο σε ηλεκτρική ενέργεια αλλά και σε προμήθεια φυσικού αερίου. Στις αγορές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου υπάρχει σημαντική αλληλεπίδραση γεγονός το οποίο έγινε πολύ έντονα εμφανές τον χειμώνα του 2016. Η αύξηση της διείσδυσης του φυσικού αερίου τόσο στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, τουλάχιστον για τα επόμενα 7 έτη, στον οικιακό και βιομηχανικό τομέα δημιουργεί αυξημένες ανάγκες και μέτρα για την κάλυψη προμήθειας σε περίπτωση κρίσης φυσικού αερίου. Σε συνέχεια η αύξηση της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή αλλά και στους οικιακούς καταναλωτές δημιουργεί μεγαλύτερο όγκο αναγκαστικά διαθέσιμου φυσικού αερίου σε περιπτώσεις κρίσης εφοδιασμού καθώς οι οικιακοί καταναλωτές βρίσκονται υπό την προστασία του Σχεδίου Διαχείρισης Κρίσεων Εφοδιασμού. Συνεπώς, η αυξημένη διείσδυση φυσικού αερίου είναι συνυφασμένη με επιπλέον σημαντικά μέτρα ασφάλειας εφοδιασμού τα οποία αναμέναμε να αναφερθούν στο υπό διαβούλευση κείμενο. Τα προτεινόμενα μέτρα σχετικά με τον Δείκτη Συγκέντρωσης Προμηθευτών, ο οποίος είναι αρκετά υψηλός, και την διαφοροποίηση των εισόδων φυσικού αερίου στην χώρα θα συμβάλλουν θετικά αλλά παραμένει ως ερωτηματικό εάν θα είναι ικανά να αποφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η χώρα σκοπεύει να εξελιχθεί σε κεντρική είσοδο φυσικού αερίου στην Ν.Α Ευρώπη με διαφορετικούς Προμηθευτές, πραγματοποιώντας σημαντικές επενδύσεις σε αποθηκευτικούς χώρους, γεγονός το οποίο προσθέτει όχι μόνο τοπικές αλλά και ευρύτερης φύσης εξασφαλίσεις στην προμήθεια φυσικού αερίου. Όσον αφορά την ηλεκτροπαραγωγή, λόγω της σημαντικής εξάρτησης της από το φυσικό αέριο, θεωρούμε ότι θα πρέπει τα μέτρα ασφάλειας εφοδιασμού να εξεταστούν υπό το πρίσμα κοινού σχεδιασμού ώστε να αποφευχθούν δυστοκίες του παρελθόντος. Οι μηχανισμοί απόκρισης ζήτησης, εναλλακτικού καυσίμου, Διακοπτόμενων Καταναλωτών τόσο στο φυσικό αέριο αλλά και στην ηλεκτροπαραγωγή αφορούν την συνολική ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας, οπότε θεωρούμε προφανές ότι θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από το σύνολο των καταναλωτών και όχι όπως συμβαίνει στο παρόν με την Διακοψιμότητα του ν.4203.

    6) Η ανάπτυξη των διασυνδέσεων σε εγχώριο επίπεδο (ΜΔΝ) θα έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί ήδη σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό ώστε να είχε επιτευχθεί η κατάργηση των ρυπογόνων μονάδων πετρελαίου, η μείωση της εξάρτησης από το συγκεκριμένο καύσιμο, η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και η ελάφρυνση των λογαριασμών των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας (βλ. ΥΚΩ). Παράλληλα, όπως αναφέρει το υπό διαβούλευση κείμενο, η διασύνδεση των ΜΔΝ με το ηπειρωτικό δίκτυο θα αυξήσει την αξιοποίηση του ανανεώσιμου δυναμικού στο ΜΔΝ. Βέβαια για να επιτευχθεί η περεταίρω αξιοποίηση θα πρέπει να πραγματοποιηθούν και οι ανάλογες επενδύσεις στην ανάπτυξη των τοπικών δικτύων για την εγκατάσταση νέων μονάδων ΑΠΕ. Σημαντική παράμετρος στην διασύνδεση των ΜΔΝ, η οποία ελπίζουμε να έχει ληφθεί υπ΄ όψιν, είναι η εποχικότητα της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια λόγω της τουριστικής περιόδου. Ευελπιστούμε ότι η ανάπτυξη του τουρισμού στα ελληνικά νησιά θα συνεχίσει να αυξάνεται με τους σημαντικούς ρυθμούς του παρόντος και τα επόμενα χρόνια, συνεπώς θα πρέπει να ληφθεί υπ όψιν η μεταβλητότητα της ζήτησης, θέμα στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω.

    7) Ως προς την συνολική ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια τα επόμενα χρόνια, πέραν των δημοσιονομικών και δημογραφικών στοιχείων, οφείλουμε να προβάλλουμε στο παρόν σενάρια εκτίμησης της ζήτησης τόσο σε επίπεδο εποχικότητας , αιχμιακών φορτίων αλλά και μεταβολής της λόγω των στόχων εξοικονόμησης ενέργειας, την ανάπτυξη της αυτοπαραγωγής και του ενεργειακού συμψηφισμού. Θεωρούμε ως βασική προτεραιότητα την πρόβλεψη ζήτησης, κατόπιν των ανωτέρω επιδράσεων, και όσον αφορά την συμπεριφορά του καταναλωτή στις συνθήκες της χονδρεμπορικής αγοράς (ενεργός καταναλωτής). Υπό το πρίσμα αυτό θα μπορούμε να επιλέξουμε τεχνολογίες ΑΠΕ οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες του συστήματος με τον οικονομικότερο και περιβαλλοντικά ορθό τρόπο. Σε αυτό τον τομέα οφείλει η χώρα αφενός μεν, να προχωρήσει με ταχύτατους ρυθμούς στην ψηφιοποίηση των δικτύων αφετέρου δε, να επενδύσει στην καινοτομία και ανάπτυξη βέλτιστων εργαλείων πρόβλεψης και διαχείρισης ζήτησης. Οι επενδύσεις αυτές εκτός της προστιθέμενης αξίας, της αξιοποίησης του υψηλού επιστημονικού δυναμικού θα διασφαλίσουν και την γενικότερη εξοικονόμηση πόρων από την βέλτιστη λειτουργία του ενεργειακού συστήματος.

    8) Στην χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας πραγματοποιούνται στο παρόν τεράστιες αλλαγές για τις οποίες ακόμα δεν υπάρχουν εκτιμήσεις στο πως θα εξελιχθεί η αγορά τα επόμενα έτη. Είναι γεγονός ότι η έναρξη λειτουργίας των 4 νέων αγορών θα δημιουργήσει ένα εντελώς νέο πλαίσιο λειτουργίας στην χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ενώ η σύζευξη των αγορών με γειτονικές χώρες θα πραγματοποιείται με την ύπαρξη κοινών κανόνων. Στο παρόν υπάρχουν περιορισμοί στις ανώτερες τιμές στην χονδρεμπορική αγορά, γεγονός το οποίο έχει φέρει σημαντικές τριβές μεταξύ των Προμηθευτών, σε κάθε περίπτωση όμως τα επόμενα έτη θα υπάρξει σαφή αύξηση αυτών των ορίων. Παράλληλα, οι συζευγμένες χώρες δεν έχουν υιοθετήσει, στο παρόν ελπίζουμε στο μέλλον, τις ίδιες περιβαλλοντικές υποχρεώσεις γεγονός το οποίο θα δημιουργήσει αρρυθμίες και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα τα οποία πρέπει να ληφθούν υπ΄ όψιν. Στο υπό διαβούλευση κείμενο γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην διεύρυνση των υποχρεώσεων των νέων ΑΠΕ στην χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στα πολιτικά μέτρα αναφέρεται ότι η διεύρυνση θα υπάρξει τόσο σε επίπεδο τεχνολογίας αλλά και σε επίπεδο συμβασιακών μοντέλων. Παράλληλα, διατηρείται το καθεστώς ενίσχυσης διαφορικής προσαύξησης και προβλέπεται, ως στόχος, η αποζημίωση των νέων ΑΠΕ μόνο από την χονδρεμπορική αγορά. Προφανώς, η στόχευση είναι να μειωθούν τα όρια ισχύος για την ανάληψη υποχρεώσεων στην χονδρεμπορική αγορά των νέων ΑΠΕ, το οποίο σημαίνει ότι με μικρότερη εγκατεστημένη ισχύ ένας σταθμός ΑΠΕ θα αναλαμβάνει υποχρεώσεις στην χονδρεμπορική αγορά και θα συνάπτει ΣΕΔΠ. Δεν αντιλαμβανόμαστε πως θα γίνει διεύρυνση των υποχρεώσεων αγοράς σε επίπεδο συμβασιακών μοντέλων από την στιγμή που η όποια μείωση των ορίων και ανάληψη υποχρεώσεων αγοράς είναι συνυφασμένη με τις Συμβάσεις Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης. Κομβικό ρόλο στις νέες αγορές φέρουν οι ΦΟΣΕ καθώς η βέλτιστη πρόβλεψη-διαχείριση του χαρτοφυλακίου των νέων ΑΠΕ θα μειώσει κατά πολύ την μεταβλητότητα τους με τα προφανή οφέλη. Στο υπό διαβούλευση σχέδιο ο ρόλος των ΦΟΣΕ επεκτείνεται και στο επίπεδο διαχείρισης ζήτησης στους τελικούς καταναλωτές γεγονός το οποίο με την συνεργία των μοντέλων πρόβλεψης ζήτησης, στα οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω, θα δώσουν σημαντικές υπηρεσίες ευελιξίας στο σύστημα παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Παρότι στο παρόν υπάρχουν μόλις δύο αποφάσεις της ΡΑΕ σχετικά με ιδιώτες ΦΟΣΕ, πιστεύουμε ότι χρειάζεται άμεσα περεταίρω ανάπτυξη ο συγκεκριμένος τομέας. Το θέμα της αποθήκευσης ενέργειας είναι μια παράμετρος για την οποία υπάρχουν συχνές αναφορές στο υπό διαβούλευση κείμενο και προωθείται ως λύση στην μεταβλητότητα των ΑΠΕ, ενώ αναφορές υπάρχουν και για την κεντρική αντλησιοταμίευση. Σημαντική παράμετρος είναι η απώλεια ενέργειας (μεταξύ αποθήκευσης και έγχυσης), η οποία οριοθετείται περίπου στο 30%, συνεπώς για να διοχετευθεί μια MWH ηλεκτρικής ενέργειας χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν περί των 1,42MWH ηλεκτρικής ενέργειας. Στην παρούσα τοποθέτηση μας δεν θα προβούμε σε ανάλυση των οικονομικών απαιτήσεων για αποθήκευση ενέργειας αλλά στο παρόν διαβλέπουμε την έντονη χρήση φυσικού αερίου για την ευελιξία του συστήματος, για το οποίο αναφερθήκαμε ανωτέρω.

    9) Η περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ και ο υπερδιπλασιασμός της παραγόμενης ενέργειας στα επόμενα έτη, δημιουργεί ιδιαίτερες ανάγκες σχετικά τόσο με το αδειοδοτικό – χωροταξικό πλαίσιο αλλά και με τον ΕΛΑΠΕ. Το ιδιαίτερα προβλήματα στο αδειοδοτικό και χωροταξικό πλαίσιο είναι γνωστά και αναμέναμε οι λύσεις τους να αναφέρονταν στο υπό διαβούλευση κείμενο. Δεν συνάδει με την στόχευση του ΕΣΕΚ να μην προβλέπονται οι άμεσες παρεμβάσεις για την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των σταθμών ΑΠΕ, η οποία θα επιτρέψει την αυξημένη εγκατάσταση τους. Οι ρυθμίσεις για την χρήση γης θα έπρεπε να έχουν από το παρελθόν οριοθετηθεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αναγκαιότητα διείσδυσης των σταθμών ΑΠΕ οι οποίοι εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, όπως έχει ήδη αποφανθεί με αποφάσεις του και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Σχετικά με τον ΕΛΑΠΕ, η εισροή νέων πόρων, όπως οι Εγγυήσεις Προέλευσης, δεν έχουν ακόμα θεσμοθετηθεί ενώ η διασφάλιση των υφιστάμενων εισροών στο παρόν είναι αίολη. Παρόλο που με τον ν.4414 δημιουργήθηκαν οι αναγκαίες συνθήκες βιωσιμότητας του ΕΛΑΠΕ και τον Απρίλιο του 2018 επιτεύχθηκε, με την προσπάθεια και των φορέων της αγοράς, η συμφωνία διατήρησης της Χρέωσης Προμηθευτών μέχρι και το 2020, στο παρόν ανακοινώθηκε η άμεση κατάργηση της από 1/1/2019 και η επιστροφή χρημάτων για το 2018 στους Προμηθευτές. Δεν αντιλαμβανόμαστε, γεγονός το οποίο είχαμε θέσει από τον Απρίλιο του 2018, πως το ετήσιο πλεόνασμα του ΕΛΑΠΕ, το οποίο έχει προέλθει, πλέον της Χρέωσης Προμηθευτών, και από την αύξηση της ΟΤΣ αλλά και των δικαιωμάτων CO2, θα επιστραφεί στους Προμηθευτές (πλέον των 70εκατ€ safety buffer); Η σταθερότητα και η αξιοπιστία του ΕΛΑΠΕ είναι βασικές προϋποθέσεις για την περεταίρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, για την οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο υπό διαβούλευση σχέδιο, οι οποίες στο παρόν δεν εξασφαλίζονται. Αναμέναμε με ενδιαφέρον στο υπό διαβούλευση σχέδιο να υπάρχουν οι σχετικές κατευθύνσεις για τον ΕΛΑΠΕ και όχι η γενική αναφορά περί Εγγυήσεων Προέλευσης. Σε συνέχεια, όσον αφορά τον ΕΛΑΠΕ, βλέπουμε διαφορετικές προβλέψεις σχετικά με την μέση τιμή των ρύπων για το 2019 μεταξύ Δελτίου ΕΛΑΠΕ και ΕΣΕΚ. Η διαφορά των προβλέψεων σε επίπεδο έτους είναι περί των 65εκατ € σε έσοδα του ΕΛΑΠΕ. Σημαντική διαφορά προκύπτει και στην εγκατάσταση νέων μονάδων ΑΠΕ την επόμενη διετία η οποία ξεπερνά τα 1,2GW σε σχέση με τις παραδοχές του Δελτίου ΕΛΑΠΕ, με προφανή αύξηση των εκροών εφόσον επαληθευτούν οι προβλέψεις του ΕΣΕΚ. Προβληματισμό μας δημιουργεί η αύξηση του συντελεστή φόρτισης των αιολικών (+8,8%)και των φ/β εγκαταστάσεων (+0,8%), που προβλέπει στα επόμενα έτη το υπό διαβούλευση κείμενο. Ενδεχομένως αυτή να οφείλεται στην ανάπτυξης των τεχνολογιών στην εγκατάσταση των ΑΠΕ αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψιν και η γήρανση των υφιστάμενων σταθμών που θα αντιπροσωπεύουν περί του 50% της εγκατεστημένης ισχύος.
    10) Ως γενικό σχόλιο επι του κειμένου διαβούλευσης θα θέλαμε να αναφέρουμε την σαφή αδυναμία του συστήματος να παρακολουθεί τις εξελίξεις στις αγορές, την πορεία στην επίτευξη των στόχων, της πρόβλεψης αστοχιών και των αναγκαίων προληπτικών ενεργειών. Είναι γεγονός ότι οι έγκαιρες, διορθωτικές ενέργειες προλαμβάνουν τις δυσμενείς εξελίξεις, λόγω των σφαλμάτων του σχεδιασμού, οι οποίες στο παρελθόν αντιμετωπίστηκαν με ακραίες μονομερείς ενέργειες, πλήττοντας σημαντικά το κύρος της χώρας. Ο ΕΣΕΚ είναι μια «άσκηση» ισορροπιών μεταξύ της βέλτιστης χρήσης των δυνατοτήτων της χώρας με στόχο την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, την μείωση του ενεργειακού κόστους, την ενίσχυσης του ανταγωνισμού, την αύξηση του παραγωγικού δυναμικού με επίκεντρο τον εξαγωγικό χαρακτήρα, την προστασία των καταναλωτών και ειδικότερα των ευάλωτων. Είναι κρίσιμης σημασίας να λάβουμε υπ΄ όψν τα σφάλματα του παρελθόντων όχι μόνο σε Εθνικό αλλά και Ευρωπαϊκό επίπεδο, με σκοπό να προνοήσουμε και να θεσμοθετήσουμε, ως χώρα, το πλαίσιο των βέλτιστων διορθωτικών μέτρων. Η διασφάλιση του σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος, αναγκαία προϋπόθεση για εισροή νέων κεφαλαίων, επιτυγχάνεται με τον ενδελεχή σχεδιασμό τόσο σε επίπεδο στόχων αλλά και σε επίπεδο ενδεχόμενων διορθωτικών ενεργειών. Η εκπλήρωση των στόχων μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου είναι κρίσιμης σημασίας και οφείλει να είναι αδιαπραγμάτευτη ειδικότερα υπό πεπαλαιωμένους όρους και νοοτροπίες που παρουσιάζονται κατά καιρούς.
    Τέλος, πιστεύουμε ότι ο ΕΣΕΚ υποχρεούται να έχει την αποδοχή και στήριξη του συνόλου του πολιτικού κόσμου γεγονός το οποίο θα συμβάλλει σημαντικά στην αξιοπιστία του επενδυτικού περιβάλλοντος.

    Ως ΠΟΣΠΗΕΦ θα παραθέτουμε κατά την εξέλιξη όλου του εγχειρήματος τις τεκμηριωμένες απόψεις μιας με σκοπό την επίτευξη των στόχων του υπό διαβούλευση σχεδίου και την βέλτιστη λειτουργία του εγχώριου ενεργειακού συστήματος.

    Με εκτίμηση
    Το Διοικητικό Συμβούλιο της
    ΠΟΣΠΗΕΦ

  • 7 Δεκεμβρίου 2018, 14:25 | ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΔΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΝΗΣΙΑ: ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ ΤΙ;
    3.3. Στόχοι εξέλιξης και ανάπτυξης ενεργειακού συστήματος (σελ. 46).
    Στις σελίδες 46 και 49 ορθώς δίνεται η κατεύθυνση της διασύνδεσης ως η τελική λύση για το πρόβλημα της ηλεκτροδότησης των ΜΔΝ και στο Παράρτημα Π3 (σελ. 209) δίνεται το σχετικό προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα.
    Υπάρχουν 3 κατηγορίες:
    1. Οι Κυκλάδες, όπου η διασύνδεση έχει τοποθετηθεί με ορίζοντα το 2025.
    2. Τα Δωδεκάνησα και το Β. Αιγαίο με ορίζοντα το 2030.
    3. Τα υπόλοιπα μικρά και απομακρυσμένα νησιά που θα παραμείνουν μη διασυνδεδεμένα.
    Είναι απαραίτητο να δοθεί από τώρα μια προοπτική τόσο για όσους ενδιαφέρονται να επενδύσουν στις ΑΠΕ όσο και στους κατοίκους των νησιών οι οποίοι δικαιολογημένα ανησυχούν για την υπέρμετρη ανάπτυξη των ανταγωνιστικών ΑΠΕ (αιολικά – ηλιακά – στα επόμενα ΑΗ) σε μεγέθη που υπερβαίνουν τις ανάγκες του κάθε νησιού. Ουδείς θα ήθελε να δει κάποια νησιά να μετατρέπονται σε εργοστάσια παραγωγής πράσινης ενέργειας σε κλίμακα δυσανάλογη προς αυτήν που αντιστοιχεί στις ανάγκες τους. Μια εύλογη πρόταση είναι, μετά τη διασύνδεση, να καθοριστούν ποσοστώσεις συμβολής των ανταγωνιστικών ΑΠΕ στα επίπεδα που υπάρχουν στο υπόλοιπο διασυνδεδεμένο σύστημα.
    Το μέγα ερώτημα είναι τι θα γίνει μετά τη διασύνδεση με τις μη ανταγωνιστικές ΑΠΕ ελεγχόμενης παραγωγής (κυρίως Βιομάζα, Βιοαέριο και υβριδικές – στα επόμενα ΒΒΥ), που στα μη διασυνδεδεμένα συστήματα, είχαν ρόλο εξισορροπητικό του κάθε συστήματος – συμπληρωματικά προς τις πετρελαϊκές. Για τις τρεις κατηγορίες διασύνδεσης προτείνονται οι παρακάτω λύσεις:
    1. Για τις Κυκλάδες, όπου η διασύνδεση έχει τοποθετηθεί με ορίζοντα το 2025, οι σταθμοί ΒΒΥ μπορούν να πάρουν ένα μέρος από το ρόλο των πετρελαϊκών σταθμών τόσο στην περίοδο μέχρι την διασύνδεση εκάστου (βασική τροφοδοσία, εξισορρόπηση ΑΗ) όσο και στην μετέπειτα περίοδο (εφεδρεία στη διασύνδεση).
    Εφόσον οι ΒΒΥ κατά το χρόνο ενεργοποίησής τους είχαν ιδιαίτερο καθεστώς ενίσχυσης σε σχέση με το ισχύον στο συνδεδεμένο σύστημα, μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους ως μονάδες βάσης, μεταπίπτοντας στο καθεστώς ενίσχυσης που ίσχυε κατά το χρόνο ενεργοποίησης τους στο διασυνδεδεμένο σύστημα.

    2. Τα Δωδεκάνησα και το Β. Αιγαίο με ορίζοντα το 2030, πλην της παραπάνω λύσης, θα μπορούσε να εξεταστεί η μεγιστοποίηση της παραγωγής των ΒΒΥ με την αξιοποίηση μεγαλύτερου μέρους της οργανικής ύλης του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα (υπολείμματα αγροτικής παραγωγής και μεταποίησης), των αστικών αποβλήτων, αλλά και πρόσθετων δραστηριοτήτων που μπορούν να αναπτυχθούν ή να αναζωπυρωθούν, όπως ενεργειακές καλλιέργειες, θερμοκήπια, πτηνοτροφία, κτηνοτροφία κλπ. Αυτή η κατεύθυνση απαιτεί την συνεργασία με τις υπηρεσίες Αγροτικής ανάπτυξης

    3. Τα υπόλοιπα μικρά και απομακρυσμένα νησιά που θα παραμείνουν μη διασυνδεδεμένα. Εδώ ενδείκνυται η περαιτέρω ανάπτυξη του μοντέλου των Έξυπνων Νησιών, που μπορούν να γίνουν εξυπνότερα επεκτείνοντας δημιουργικά τις τεχνολογίες ΒΒΥ. Βεβαίως, εδώ θα χρειαστεί επιπλέον υποστήριξη με υψηλότερες ΤΑ (άλλωστε οι τωρινές τιμές κόστους των πετρελαϊκών στα περισσότερα υπερβαίνουν τις τρέχουσες ΤΑ), μεγαλύτερη διάρκεια συμβάσεων εγγυημένης τιμής (25 – 30 έτη), πρόσβαση σε αναπτυξιακά προγράμματα για επιχορήγηση κεφαλαίου κλπ. Αυτές οι ενισχύσεις θα δώσουν τη δυνατότητα ανάπτυξης επιτόπιας παραγωγής πρώτων υλών ή / και προσφυγή σε πρώτες ύλες που μεταφέρονται από άλλα μέρη της Ελλάδας.
    Μια άλλη προοπτική είναι οι μονάδες Βιοαερίου που, μετά την διασύνδεση, να μπορούν να μετατραπούν σε μονάδες Βιομεθανίου είτε συμπιεσμένου για τις μεταφορές είτε χαμηλής πίεσης για χρήσεις ανάλογες με του Φυσικού Αερίου, σε συνδυασμό με ανάπτυξη τοπικών υποδομών διανομής. Για να είναι βιώσιμη η λύση του Βιομεθανίου, είναι απαραίτητο να καθοριστεί πλέγμα κινήτρων ευνοϊκότερων από αυτά που θα ισχύσουν για τον ίδιο τομέα στο μη νησιωτική χώρα. Τέτοια κίνητρα είναι η υποχρεωτική ανάμιξη συμπιεσμένου βιομεθανίου (CBM) με συμπιεσμένο φυσικό αέριο (CNG) κατά το πρότυπο του βιοντήζελ και της βιοαιθανόλης, καθώς και η απαλλαγή από ειδικό φόρο καυσίμων του βιομεθανίου. Για τις μεταφορές ήδη υπάρχει το ανάλογο στα υγρά καύσιμα, όπου πρόσφατα αναγγέλθηκε η επιδότηση των υγρών συμβατικών καυσίμων στα νησιά, που κάλλιστα μπορεί να επεκταθεί στο συμπιεσμένο μεθάνιο.

  • 7 Δεκεμβρίου 2018, 13:12 | Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ)
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Οι παρατηρήσεις του ΙΕΝΕ στο Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα συνοψίζονται ως εξής:

    1. Όσον αφορά τους κεντρικούς ποσοτικούς στόχους του εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού μέχρι το 2030, αυτοί, εκτός από τους ήδη αναφερθέντες στην σελίδα 41 του Σχεδίου θα πρέπει να περιλαμβάνουν και έναν ακόμη, ο οποίος κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός σε επίπεδο εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού και αφορά την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας. Πιο συγκεκριμένα:
    • Πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια τα επόμενα χρόνια για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας. Προτείνεται η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από το σημερινό επίπεδο του 73,6% (2016) στον τρέχοντα μέσο όρο της ΕΕ, δηλ. περί το 54% μέχρι το 2030.

    2. Ειδική αναφορά στο ποσοστό μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας στην ενότητα “3.3.1. Στόχοι εξέλιξης και λειτουργίας ενεργειακού συστήματος” στην σελίδα 46 του Σχεδίου, όπου θα τονίζεται η μείωση αυτή στον τρέχοντα μέσο όρο της ΕΕ, δηλ. περί το 54% το 2030.

    3. Οι συνολικές ενεργειακές επενδύσεις στην Ελλάδα την περίοδο 2020-2030 εκτιμώνται από το ΙΕΝΕ ότι θα ανέλθουν σε €43,450 εκατ. Έχουν προστεθεί οι εκτιμώμενες επενδύσεις στους κλάδους της διύλισης, εμπορίας πετρελαίου, καθώς και στο upstream. Ο συνημμένος Πίνακας (βλ. https://www.iene.gr/articlefiles/esek.pdf) αναλύει διεξοδικά τις αναμενόμενες ενεργειακές επενδύσεις ανά κλάδο ενέργειας. Τυχόν παράλειψη των προγραμματισμένων επενδύσεων στον κλάδο των υδρογονανθράκων δίνει μία εσφαλμένη εικόνα του συνολικού ενεργειακού επενδυτικού δυναμικού στη χώρα.

    4. Διάγραμμα 27, σελίδα 43:
    Συμμετοχή των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας 55% το 2030:
    Προτείνεται:
    (α) ΜΔΝ: Συμμετοχή των ΑΠΕ στον ηλεκτρισμό στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (ΜΔΝ) κατ’ ελάχιστον 60% το 2030, περιορίζοντας τη χρήση πετρελαίου και τις εκπομπές, αλλά και τις ΥΚΩ.
    Σημειώνεται ότι τα νησιά που θα διασυνδεθούν με το εθνικό σύστημα έως το 2030 θα καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες τους και για μακρό χρονικό ορίζοντα χωρίς μονάδες πετρελαίου.
    (β) Ηπειρωτική χώρα: Συμμετοχή των ΑΠΕ στον ηλεκτρισμό 48% το 2030.
    Η περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ στο 55% θα απαιτήσει επεμβάσεις στα δίκτυα Διανομής και Μεταφοράς, καινοτόμες τεχνολογίες διαχείρισης και μάλλον συστήματα αποθήκευσης για την επίτευξή του. Οι απαιτούμενες σημαντικές επενδύσεις στα δίκτυα δεν φαίνεται ότι είναι εφικτές για να επιτύχουν τον στόχο το 2030, αφού δεν υπάρχει κάποια προετοιμασία, λείπουν οι σχετικές μελέτες χωρίς να εκδηλώνονται και οι δέουσες πρωτοβουλίες, οπότε χρειάζεται χρόνος και προτείνεται χαμηλότερος στόχος στην ηπειρωτική χώρα.

    5. Διάγραμμα 27, σελίδα 43:
    Μερίδιο των ΑΠΕ για τις ανάγκες θέρμανσης και ψύξης >30% το 2030.
    Προτείνεται:
    Ειδικός στόχος για την διείσδυση των ηλιακών συστημάτων θέρμανσης νερού χρήσεως στην ηπειρωτική χώρα και στα Νησιά, πχ. 0,45 m2 ηλιακού συλλέκτη/κάτοικο, ή αντίστοιχο στόχο που μπορεί να προτείνει η ΕΒΗΕ.

    6. Γενική Παρατήρηση
    Προτείνεται η συμπλήρωση ως παρ. 3.4 στο ΕΣΕΚ:
    Μετά την οριστικοποίηση του ΕΣΕΚ και των στόχων, θα ακολουθήσει ως τελείως αναγκαίο η εκπόνηση του «Σχεδίου Εφαρμογής» για την επίτευξη των στόχων.
    Θα περιλαμβάνει (ενδεικτικά):
    • Τις πολιτικές που θα υιοθετηθούν,
    • Μελέτες-έρευνα,
    • Φιλικό στους επενδυτές θεσμικό πλαίσιο, μακράν της γραφειοκρατίας,
    • Υποστηρικτικά μέτρα,
    • Παρακολούθηση και έλεγχο προόδου, κλπ.
    Βασική επιδίωξη πρέπει να είναι η μείωση του ενεργειακού κόστους για την οικονομία και τους καταναλωτές και η μεγιστοποίηση του οικονομικού και κοινωνικού οφέλους (απασχόληση, εγχώριες κατασκευαστικές δραστηριότητες, κλπ). Ο όγκος των έργων είναι μεγάλος και με ένα πρόγραμμα εφαρμογών που θα τηρείται με συνέπεια θα υπάρξουν πρωτοβουλίες για εγχώριες κατασκευαστικές ακόμη και βιομηχανικές δραστηριότητες.
    Βεβαίως, το πρόγραμμα εφαρμογής θα είναι δυναμικό στην διάρκεια της δεκαετίας.

    7. Γενική Παρατήρηση
    Το Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα δεν παρουσιάζει συστηματικά κάποια οργανική συνοχή και ιεράρχηση μεταξύ των δράσεων που παρουσιάζει αλλά ούτε τους απαιτούμενους πόρους και τη δομική οργάνωση και διαχείρισή τους για την επιτυχή υλοποίηση του συνολικού κύκλου κάθε δράσης.

    8. Γενική Παρατήρηση
    Το Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα παρουσιάζει ένα και μόνο βασικό σενάριο δράσεων, χωρίς εναλλακτικά σενάρια, ενώ αναλύσεις ευαισθησίας με την διακύμανση βασικών παραμέτρων που επηρεάζουν σημαντικά το εθνικό ενεργειακό σύστημα απουσιάζουν πλήρως από το σχέδιο, δημιουργώντας εύλογες απορίες και αμφιβολίες. Προτείνεται να συμπεριληφθεί τουλάχιστον ένα εναλλακτικό σενάριο για το ενεργειακό μέλλον της χώρας καθώς και κάποια ανάλυση ευαισθησίας, η οποία να παρουσιάζει σαφώς τις επιπτώσεις της απόκλισης από τους στόχους του σχεδίου για το ενεργειακό σύστημα.

  • 7 Δεκεμβρίου 2018, 13:16 | ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΜΙΚΡΩΝ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΕΣΜΥΕ)
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΜΙΚΡΩΝ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΕΣΜΥΕ) ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΙΜΑ (ΕΣΕΚ)

    ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ – ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ

    Κατά αρχήν χαιρετίζουμε την προσπάθεια που έχει γίνει μετά από την προφανώς πολύ επίπονη εργασία που επιτελέστηκε από τους συνεργάτες και τα στελέχη του Υπουργείου. Το κείμενο που παρουσιάστηκε αποτελεί σαφώς μια βάση για την κατάρτιση του τελικού κειμένου που θα υποβληθεί προς έγκριση.
    Οι πρώτες διαπιστώσεις από την ανάγνωση του ΕΣΕΚ και λαμβάνοντας υπόψη ότι απουσιάζουν από αυτό τα αναλυτικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η εκπόνησή του, είναι:

    • Οι στόχοι που τίθενται για το 2030 πρέπει να είναι περισσότερο φιλόδοξοι. Οι ποσοτικές παραδοχές που έχουν ληφθεί υπόψη (π.χ. εθνική κατανάλωση του 2030) θεωρούμε ότι είναι υποεκτιμημένες και για το λόγο αυτό εκτιμούμε ότι το ποσοστό των ΑΠΕ στην Ακαθάριστη Τελική Κατανάλωση Ενέργειας και στην Ακαθάριστη Τελική Κατανάλωση Ηλεκτρικής Ενέργειας πρέπει να αυξηθεί.
    • Απουσιάζουν οι ποσοτικοί στόχοι για το 2050 με τους στόχους που τίθενται για το 2040 να φαίνεται ότι δεν είναι επαρκείς για την σχεδόν 100% διείσδυση στην ακαθάριστη τελική ηλεκτρική κατανάλωση το 2050. Αυτό σημαίνει ότι το σενάριο μετά το 2030 θα πρέπει να συμπεριλάβει πρόσθετα μέτρα πολιτικής, διαπίστωση που πρέπει να ληφθεί υπόψη σήμερα με την λήψη μέτρων για την ποσοτική αύξηση των προβλεπόμενων στο ΕΣΕΚ νέων εγκαταστάσεων ΑΠΕ.
    • Ο εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός πρέπει να γίνει θεσμός, με δεσμεύσεις και οργάνωση για την υποστήριξη και κινητοποίηση της κοινωνίας και της διοίκησης όσον αφορά τα ενεργειακά θέματα και την κλιματική αλλαγή. Ο εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός να μην καταλήξει να γίνει ένα ευχολόγιο και κάτι που μας επιβάλλεται από την Ε.Ε. και τους διεθνείς οργανισμούς, αλλά να είναι ένα σημαντικό εργαλείο για την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας.
    • Με δεδομένο ότι στην χώρα δεν υπάρχει παράδοση σχεδιασμού, ανάλογης κουλτούρας και δεσμεύσεων της Πολιτείας και της κοινωνίας των πολιτών θα πρέπει να τεθούν σαφείς ενδιάμεσοι ρεαλιστικοί ποσοτικοί στόχοι (τουλάχιστον ανά διετία) και παράλληλα να δημιουργηθεί μηχανισμός περιφρούρησης, προώθησης και διόρθωσής τους. Ο μηχανισμός θα πρέπει να έχει θεσμικό ρόλο και η πολιτική του να είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή του ΕΣΕΚ ανεξάρτητα από τις αλλαγές στην πολιτική και τις εναλλαγές των κομμάτων – για να υπάρχει συνέχεια και αποτέλεσμα στην εφαρμογη του. Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας ικανός διοικητικός μηχανισμός που θα οργανώνει και να υποστηρίζει τον σημαντικό αυτό θεσμό.
    • Η εφαρμογή του ΕΣΕΚ θα πρέπει να γίνει μέσω κατοχυρωμένου θεσμικού μηχανισμού, λόγω του υπερεπείγοντος της κλιματικής αλλαγής αλλά και της ανάγκης αύξησης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Ο μηχανισμός πρέπει σε τακτά χρονικά διαστήματα να αξιολογεί τα πεπραγμένα, να σχεδιάζει για το επόμενο χρονικό διάστημα και να θέτει στόχους, αναθέτοντας έργο και ελέγχοντας θεσμικούς παράγοντες αλλά και όλους τους σχετικούς εμπλεκόμενους συμμετέχοντες. Να αξιολογεί κάθε προηγούμενη φάση και να τηρεί δεσμεύσεις για το επόμενο χρονικό διάστημα λαμβάνοντας υπόψη τα εμπόδια και τα θέματα που θα προκύπτουν την επόμενη περίοδο. Ο ΕΣΕΚ και ο μηχανισμός παρακολούθησης να ενταχθεί σε ένα μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας με θεσμικό ρόλο και σε συνεργασία με όλους τους φορείς που εμπλέκονται στον τομέα της ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής με δεσμευτικό χαρακτήρα όσον αφορά τους κάθε φορά τιθέμενους στόχους και με την υποχρέωση να βρίσκει λύσεις για όλα τα θέματα που καθυστερούν την επίτευξη των στόχων.
    • Για την επιτυχή εφαρμογή του ΕΣΕΚ απαιτούνται συνεχόμενες δράσεις ενημέρωσης του κοινού καθώς και συνεχής επιμόρφωση και εκπαίδευση της εμπλεκόμενης διοίκησης για τα οφέλη από την εφαρμογή των στόχων του εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού.
    • Ο ΕΣΕΚ θα πρέπει να λάβει υπόψη και να προωθήσει ενέργειες για τον εκσυγχρονισμό του ενεργειακού συστήματος της χώρας, τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης και την ενίσχυση της ασφάλειας του εφοδιασμού με την αξιοποίηση εγχώριων πηγών όπως οι ΑΠΕ, την διαφοροποίηση του αναπτυξιακού μοντέλου συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της εγχώριας προστιθέμενής αξίας μέσω προώθησης συγκεκριμένων τεχνολογιών με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (όπως τα ΜΥΗΕ) με απώτερο στόχο την μείωση του κόστους ενέργειας προς όφελος της οικονομίας και των καταναλωτών.
    • Ο ΕΣΕΚ θα πρέπει να θέσει εφικτούς στόχους για την συμμετοχή των Ενεργειακών Κοινοτήτων στο ενεργειακό μίγμα και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες βελτίωσης και διόρθωσης του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας έτσι ώστε να προωθηθεί ο πολυσυμμετοχικός χαρακτήρας και η ιδιωτική πρωτοβουλία μικρομεσαίων επενδυτών.
    • Η επίτευξη των στόχων που θέτει το ΕΣΕΚ καθιστούν επιτακτική την άμεση αναδιάρθρωση & αναμόρφωση του αδειοδοτικού πλαισίου με βάση τα νέα δεδομένα της αγοράς καθώς και την άμεση βελτίωση και απλοποίησή του, ειδικά σε περιπτώσεις τεχνολογιών όπως τα ΜΥΗΕ τα οποία εκτίθενται σε πολυετείς αδειοδοτικές διαδικασίες και η ύπαρξη ενός ξεκάθαρου πλαισίου με συνέχεια είναι απαραίτητη, ώστε να επιτευχθούν τα προβλεπόμενα μεγέθη συμμετοχής από αυτές τις τεχνολογίες.
    • Η σημαντική αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ απαιτεί τον σχεδιασμό και την δημιουργία μηχανισμών αποθήκευσης (π.χ. αντλιοταμίευση, μπαταρίες, κλπ) έτσι ώστε να αυξηθεί η ευελιξία των σταθμών παραγωγής και η επάρκεια ισχύος αλλά και παράλληλα να ελαχιστοποιηθούν οι περικοπές ανανεώσιμης παραγωγής.
    • Ο ΕΣΕΚ θα πρέπει να συμπεριλάβει διαχρονικά μέτρα για την διατήρηση της λειτουργίας των παλιών εγκαταστάσεων ΑΠΕ με το μικρότερο δυνατό κόστος. Αν δεν διατηρήσουμε σε ισχύ τα MW των παλιότερων εγκαταστάσεων, οποιαδήποτε πρόβλεψη για την επίτευξη στόχων είναι επισφαλής.
    • Είναι πολύ σημαντικό να καταστούν κοινωνοί και αρωγοί του ΕΣΕΚ όλοι οι εμπλεκόμενοι στην εφαρμογή του ενεργειακού σχεδιασμού φορείς – κρατικοί και ιδιωτικοί (διαχειριστές των δικτύων, αδειοδοτούσες υπηρεσίες, δικαστική εξουσία, τράπεζες, επενδυτές, τοπική κοινωνία), ο ρόλος των οποίων πρέπει να είναι ξεκάθαρος.
    • Στα πλαίσια αυτά ο Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός θα πρέπει να δίνει σαφής κατευθύνσεις σε όλο το εμπλεκόμενο ενεργειακό, θεσμικό και διοικητικό σύστημα για το περιβάλλον και την ενέργεια (ΥΠΕΚΑ – ΡΑΕ – ΑΔΜΗΕ – ΔΕΔΔΗΕ – Περιβάλλον και αντίστοιχες Περιφεριακές Διοικητικές δομές αυτών).
    • Ειδικά στην περίπτωση του χωροταξικού σχεδιασμού, δεν πρέπει να κάνουμε βήματα πίσω με την διαμόρφωση ενός νέου, ανίσχυρου να εφαρμοστεί χωροταξικού πλαισίου που θα είναι έρμαιο μικροπολιτικών και τοπικών συμφερόντων, οι οποίες θα καθορίζουν με τοπικιστικά και μικροπολιτικά κριτήρια όλο και μεγαλύτερες περιοχές αποκλεισμού, εγκαθιδρύοντας εκ νέου το κίνημα «όχι στην δική μου αυλή».
    • Τεράστιο θέμα αποτελεί η αναμόρφωση και ο επανασχεδιασμός του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας (και ιδιαίτερα του δικτύου ΜΤ) έτσι να καταστεί δυνατή η εγκατάσταση των προβλεπόμενων μονάδων ΑΠΕ και να εξαλειφθούν υφιστάμενα προβλήματα έλλειψης δυνατότητας απορρόφησης ισχύος νέων μονάδων (κυρίως μικρών και αποκεντρωμένων), καθυστερήσεων και ανεφάρμοστων λύσεων σύνδεσης. Είναι σαφές ότι το υφιστάμενο σύστημα των δικτύων δεν είναι ικανό να υποστηρίξει την ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ την επόμενη δεκαετία και επομένως είναι απολύτως απαραίτητο να καθοριστούν οι άμεσες ενέργειες που πρέπει να γίνουν έτσι ώστε να μην καταστεί ο συγκεκριμένος παράγοντας ως ο πλέον ανασταλτικός για την προβλεπόμενη σημαντική αύξηση τη επέκτασης των ΑΠΕ σε χωρικό και σε οικονομικό επίπεδο.
    • Συγκεκριμένη στρατηγική επίσης πρέπει να καταστρωθεί για την υιοθέτηση των έξυπνων δικτύων (4η Βιομηχανική επανάσταση) στο ενεργειακό σύστημα της χώρας με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα υλοποίησης.

    Ο εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός πρέπει να ενταχθεί σε μια μακροχρόνια αναπτυξιακή προοπτική για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές, οικολογικές και άλλες εξελίξεις και στις ενέργειες που γίνονται σε Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο επίπεδο για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Το ΕΣΚΕ το οποίο παρουσιάσθηκε καλείται να καλύψει μια περίοδο έντονων τεχνολογικών και κανονιστικών αλλαγών με στόχο τη συμβολή στην απανθρακοποίηση της ΕΕ σε όλους τους τομείς δραστηριότητας μέχρι το 2050 καλύπτοντας τις απαιτήσεις και τις δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Το σύνθετο και πολυδιάστατο αυτό θέμα αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα με τη δημιουργία ενός μόνο σεναρίου χωρίς να αντιμετωπίζει διαφορετικές τάσεις στην τεχνολογία αλλά και στην αγορά των τομέων που εξετάζει. Προτείνεται Ο εμπλουτισμός του ΕΣΚΕ με σενάρια διαφορετικής διείσδυσης και υλοποίησης μέτρων και εξέλιξης των κυρίων παραμέτρων αναφοράς ώστε να είναι εφικτή η αποτύπωση των ενεργειακών εξελίξεων και η επίτευξη στόχων. Προτείνεται στην περιγραφή του μοντέλου (ΠΠ2)να αναφερθούν εκτός από τους τομείς της τελικής κατανάλωσης και ο χρονικός ορίζοντας του μοντέλου κατά αντιστοιχία με ότι αναφέρεται στην παραπομπή-βιβλιογραφία (Documentation on the Development of the Swiss TIMES Electricity Model (STEM-E))» στο υποσέλιδο της σελίδας 203 του ΕΣΚΕ. Επίσης κρίνεται σκόπιμη η σαφής αναφορά της επίδρασης των μέτρων που αφορούν τη συνέχιση των πολιτικών 2020-30 και των πρόσθετων προτεινόμενων μέτρων μέχρι το 2040 (στην Π3.2) όπως και να υπάρξει αναφορά και πρόβλεψη μέτρων μέχρι το 2050 με συγκεκριμένους δείκτες (της οικονομίας αλλά και του ενεργειακό τομέα ειδικότερα-δίκτυα, εισαγωγές, κόστος ενέργειας, εκτιμήσεις επενδύσεων της Π7.1).

    Το ΕΣΚΕ περιλαμβάνει προτεραιότητες, μέτρα και στόχους χωρίς να επιμερίζει χρονικά την υλοποίηση τους, παραθέτοντας μόνο τη συνολική επίδραση τους στο Παράρτημα κυρίων βασικών παραμέτρων. Για παράδειγμα, στις ΠΠ8 σελ.146 , ΠΠ2 σελ.188, ΠΠ2 σελ. 189 (ΠΠ8-σελ 156) αναφέρεται ενίσχυση ή ενθάρρυνση των ΑΠΕ σε ξενοδοχεία, της εφαρμογής καινοτόμων τεχνολογιών στο βιομηχανικό τομέα και της διείσδυσης των τεχνολογιών υδρογόνου κ.α., και βιοκαυσίμων αντίστοιχα. Προτείνεται ο επιμερισμός τους σε συνδυασμό με την παράθεση κριτηρίων επιλογής και ιεράρχησης των προτεινόμενων τεχνολογικών/κανονιστικών επιλογών.

    Όσον αφορά τους στόχους μείωσης εκπομπών εντός ETS και ειδικότερα τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής προτείνεται να υπάρξει σαφής αναφορά για τη λειτουργία / ένταξη / απένταξη υφιστάμενων και μελλοντικών θερμικών μονάδων στο σύστημα καθώς και αλλαγών του κανονιστικού πλαισίου της ενεργειακής αγοράς. Επίσης κρίνεται αναγκαία και η αποτύπωση του αναμενόμενου κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Όσον αφορά τους μεμονωμένους τομείς δραστηριοτήτων που υπάγονται στο ETS, ο επιμερισμός των στόχων για όλους τους επιμέρους κλάδους αποτελεί αναγκαία παράμετρο για το μελλοντικό σχεδιασμό της στόχευσης και λειτουργίας τους.

    Επίσης, στη σελ. 40 (Π3.2 – Εθνικοί Ενεργειακοί και περιβαλλοντικοί στόχοι στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών πολιτικών), αναφέρεται «Μέσω αυτής της διαδικασίας προκύπτει η προσαρμογή των εθνικών στόχων στη βάση αντίστοιχων κεντρικών ευρωπαϊκών (δηλαδή οι στόχοι για τους τομείς που εντάσσονται στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών-ETS) , για τις ΑΠΕ, για την ΕΞΕ και που προτείνονται τελικά στο πλαίσιο του παρόντος εθνικού σχεδίου». Παρακάτω στην ίδια παράγραφο (σελ.41) αναφέρεται ότι ο στόχος της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών από εγκαταστάσεις που υπάγονται στο ΣΕΔΕ είναι 43% για το 2030 (σε σχέση με τις εκπομπές του 2005) και ότι «σύμφωνα με το σενάριο ΣΕΣΠ του ενεργειακού συστήματος που παρουσιάζεται στο παρόν σχέδιο επιτυγχάνεται επίτευξη αυτού του στόχου με ποσοστό μείωσης που ανέρχεται στο 63%». Παρακάτω στο Διάγραμμα 27 – σελ.43: «Εθνικοί ενεργειακοί και περιβαλλοντικοί στόχοι για την περίοδο 2021-2030, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών πολιτικών» αναφέρεται ότι ο στόχος είναι «τουλάχιστον 43%» και να μην ξεπεραστούν οι 41 ΜtCO2eq. Προτείνεται να γίνει ξεκάθαρη αναφορά ως προς τον τελικό στόχο για το 2030 (43% ή 63%).
    Προτείνεται να συμπεριληφθούν τα παραπάνω στην Π3.2 και στο Διάγραμμα 27-σελ.43. Προτείνεται να υπάρξουν διαγράμματα αντίστοιχα του Διαγράμματος 27 για το 2040 και 2050.

    Στη σελίδα 104 (Π5.2 – Διαμόρφωση βασικού σεναρίου πολιτικής) αναφέρεται ότι “Οι παραδοχές που γίνονται για τις επιμέρους παραμέτρους που επηρεάζουν την εξέλιξη του ενεργειακού συστήματος, οι οποίες και περιορίζουν ή ενισχύουν την ανάπτυξη επιμέρους ενεργειακών μεγεθών, συνοψίζονται στις προβλέψεις για την εξέλιξη των παρακάτω μεγεθών για την περίοδο 2018-2040: οικονομική δραστηριότητα ανά κλάδο, πληθυσμός και αριθμός νοικοκυριών, διεθνείς τιμές καυσίμων, τιμές δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, εξέλιξη του επενδυτικού κόστους των ενεργειακών τεχνολογιών, δυναμικό των τεχνολογιών ΑΠΕ, ανάπτυξη των υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου”. Προτείνεται η υιοθέτηση ενός σεναρίου εξέλιξης τιμών CO2 που θα επανεκτιμηθεί λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβλητότητα της αγοράς με αντίστοιχη ανάλυση ευαισθησίας (Π3: Υποθέσεις και περιορισμοί – σελ.208).

    Επίσης θα πρέπει να υπάρχει σύνδεση των στόχων και μέτρων με την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας αλλά και με τη στόχευση της έρευνας και της καινοτομίας.

    Tέλος να αναφερθεί πότε θα πρέπει να αναθεωρηθεί το ίδιο το ΕΣΚΕ (π.χ. το 2022) έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η απαραίτητη έγκαιρη επικαιροποίηση του.

  • 7 Δεκεμβρίου 2018, 13:54 | ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΟΛΙΟΜΥΤΗ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Οι ονομασίες «Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής» θα πρέπει να αφαιρεθούν από τον τίτλο του υπουργείου. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο το αποδεικνύει. Έχω να θέσω τις εξής ερωτήσεις:
    1. Το Ελληνικό κοινοβούλιο ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία (ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ) τη συμφωνία του Παρισιού (12/12/2015) για την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με αυτή, για την αντιμετώπιση και αποτροπή της ανεξέλεγκτης κλιματικής αλλαγής (δηλαδή για να κρατήσουμε την αύξηση της θερμοκρασίας σε κάτω από 1,5 C μέχρι το 2050) πρέπει να ΑΠΕΞΑΡΤΗΘΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΥΚΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ. Δηλαδή, δεν πρέπει να κάψουμε ουτε τα ήδη υπάρχοντα αποθέματα ορυκτών καυσίμων όχι να ψάχνουμε για καινούργια και ειδικά στις πιο δύσκολες περιοχές όπως της Ηπείρου, Αρτας, Πρέβεζας, Ιονίου, Πατραικού, Κρήτης στην Ελλάδα. Εσείς γιατί αντιθέτως πήρατε μια απόφαση που θα μας οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα?
    2. Έχει γίνει κοινωνικοοικονομική μελέτη των επιπτώσεων των εξορύξεων; Πώς θα πλήξει τις άλλες οικονομικές δραστηριότητες του τόπου όπως τον τουρισμό, τις καλλιέργειες, τα νερά;
    3. Ποια είναι τα ακριβή σενάρια που έχετε μελετήσει για πιθανά μικρά ή μεγάλα βιομηχανικά ατυχήματα (Συνθήκη Σεβέζο) από σταθμούς χερσαίων και θαλάσσιων εξορύξεων στην Ήπειρο, στην Άρτα/ Πρέβεζα, στο Ιόνιο και στην Κρήτη; Τα έχετε δώσει στην δημοσιότητα; Τα έχουν καταλάβει οι ντόπιες κοινωνίες; Οι επιπτώσεις αυτών των πιθανών ατυχημάτων στην οικονομία των περιοχών ποιες θα είναι; Ποια είναι τα ακριβή πλάνα αντιμετώπισης τους; Ποιος θα πληρώσει για ένα πιθανό (ή ακόμα και απίθανο) ατύχημα, τι ακριβώς θα πληρώσει και για πόσον καιρό;
    4. Η «αλλαγή του υφιστάμενου αναπτυξιακού μοντέλου, προς την κατεύθυνση μιας βιώσιμης, πράσινης οικονομίας χαμηλών ή και μηδενικών εκπομπών άνθρακα με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας» (ιστοσελίδα ΥΠΕΝ) πώς συνδυάζεται με τις χερσαίες και θαλάσσιες εξορύξεις πετρελαίων;
    5. Γιατί οι παραχωρήσεις δεν έλαβαν καθόλου δημοσιότητα; Γιατί δεν ενημερώθηκαν οι πολίτες; Γιατί δε ζητήθηκε η συναίνεση των πολιτών;
    6. Ποιες είναι οι ενεργειακές ανάγκες της χώρας και πώς σκέφτεστε να τις μειώσετε;
    7. Πώς είναι δυνατή η διατήρηση της βιοποικιλότητας με τη σύγχρονη έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων στις περιοχές που παραχωρήθηκαν;
    8. Είναι μνημονιακή δέσμευση η παραχώρηση δημοσίων εκτάσεων σε πετρελαϊκές εταιρείες για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων;

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Σχόλια ΔΕΣΦΑ ΑΕ επί του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα
    7.12.2018

    Γενικά
    Η μελέτη ορίζει τον «οδικό χάρτη» για τη συμπόρευση της Ελλάδας με τους Ευρωπαϊκούς στόχους όσον αφορά την μείωση των εκπομπών CO2. Για τον σκοπό αυτόν ορίζεται το ενεργειακό μίγμα, υπό μορφή στόχων, στις διάφορες χρήσεις. Η προσπάθεια που έχει γίνει είναι αξιόλογη. Ωστόσο, θεωρούμε ότι έχουν ορισθεί πολύ φιλόδοξοι στόχοι στον τομέα εξοικονόμησης ενέργειας και ανάπτυξης ΑΠΕ χωρίς να έχει εκτιμηθεί η επίδραση αυτών στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.

    Ηλεκτρική Ενέργεια (ΗΕ)
    (α) Ζήτηση ΗΕ: Στο Σχέδιο υποτίθεται μέση ετήσια αύξηση της κατανάλωσης ΗΕ 0,4% και της τελικής κατανάλωσης ενέργειας κατά 0,45%, και μάλιστα φαίνεται ότι μέχρι το 2030 η ετήσια κατανάλωση HE θα είναι μικρότερη από αυτήν του 2016. Λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (2,19% κατά μέσο όρο στο διάστημα 2018-2020 και 1,34% στο διάστημα 2021-2023 σύμφωνα με τις προβλέψεις ΔΝΤ Οκτωβρίου 2018), αυτό προϋποθέτει μεγάλη εξοικονόμηση ενέργειας, η οποία, κατά την άποψή μας, δεν προκύπτει επαρκώς οτι θα μπορεί να επιτευχθεί από τα μέτρα που αποτυπώνονται.
    (β) Παραγωγή ΗΕ: Προβλέπεται υπερδιπλασιασμός της εγκατεστημένης δυναμικότητας ΑΠΕ στην περίοδο αναφοράς, ή μέση αύξηση κατά 4,7% ετησίως. Αυτό οδηγεί σε μείωση των ποσοτήτων φυσικού αερίου που καταναλώνονται για ηλεκτροπαραγωγή, και σε σταδιακή μείωση της εγκατεστημένης ισχύος των μονάδων φυσικού αερίου μετά το 2030. Οι μονάδες φυσικού αερίου αναλαμβάνουν κυρίως τον ρόλο κάλυψης των διαστημάτων που οι ΑΠΕ είναι ανενεργές. Θεωρούμε ότι πράγματι αυτή είναι η τάση, ωστόσο η σημερινή και η προβλεπόμενη για το άμεσο μέλλον κατάσταση της τεχνολογίας ΑΠΕ, καθώς και το μέγεθος των επενδύσεων που απαιτούνται σε δίκτυα ΗΕ, δεν επιτρέπουν κατά την άποψή μας μια τόσο γρήγορη επέκταση με ανεκτό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας (θεωρώντας ότι όλες οι ενισχύσεις ΑΠΕ και η ανάκτηση των επενδύσεων των δικτύων ΗΕ καταλήγουν στην τιμή ΗΕ). Επίσης, δεν έχουν ληφθεί υπόψη τα προβλήματα αποδοχής που αντιμετωπίζουν ορισμένα είδη ΑΠΕ όπως τα αιολικά και γεωθερμικά. Μια πιο ομαλή μετάβαση βασιζόμενη περισσότερο στο φυσικό αέριο σε συνδυασμό με ταχύτερη αποδέσμευση από τον λιγνίτη, ίσως είναι πιο οικονομικός τρόπος για την επίτευξη του ίδιου στόχου μείωσης εκπομπών CO2, και αξίζει να εξετασθεί.
    Η διείσδυση των ΑΠΕ πρέπει να επιτευχθεί, αλλά η ταχύτητα διείσδυσης θεωρούμε οτι θα πρέπει είναι χαμηλότερη κατά τα πρώτα χρόνια της περιόδου αναφοράς και μεγαλύτερη όσο ωριμάζουν οι νέες τεχνολογίες ώστε να μην έχουν ανάγκη αξιόλογων ενισχύσεων, ενώ στο Σχέδιο αποτυπώνεται το αντίθετο. Σημειώνεται ότι κατά τη μελέτη BP Energy Outlook του 2018, τα φωτοβολταϊκά δεν αναμένεται να γίνουν ανταγωνιστικά πριν από το 2025 περίπου.

    Μεταφορές
    Στόχος της Ε.Ε. είναι ένα υψηλής ποιότητας, πλήρως ενοποιημένο και αποδοτικό σύστημα μεταφορών, χωρίς ή με ελάχιστες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη κάνει πολλές αναφορές στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ενεργειακή μετάβαση του συγκεκριμένου τομέα για τη μείωση των εκπομπών ρύπων.
    Στα υφιστάμενα μέτρα πολιτικής περιγράφεται η σημασία της προώθησης του φυσικού αερίου τόσο σε δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς, σε οχήματα συλλογής απορριμμάτων, όσο σε λοιπά οχήματα διπλού καυσίμου. Στα μέτρα πολιτικής περιόδου 2020-2030, για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές, αναφέρεται η χρήση ενεργειακά αποδοτικότερων οχημάτων των δημοσίων υπηρεσιών, των αστικών μέσων μαζικής μεταφορά, η προώθηση εναλλακτικών καυσίμων στις μεταφορές, πρόγραμμα αντικατάστασης επιβατικών οχημάτων και ελαφριών φορτηγών, η ολοκλήρωση θεσμικού πλαισίου ανάπτυξης σχετικών υποδομών κ.α..
    Γενικότερα στη μελέτη περιγράφεται η κατεύθυνση για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές με χρήση εναλλακτικών καυσίμων, μέρος των οποίων αποτελεί και το φυσικό αέριο. Η τάση αυτή, όμως, δεν αποτυπώνεται στις αριθμητικές προβλέψεις συμμετοχής του φυσικού αερίου στην τελική κατανάλωση ενέργειας στις μεταφορές. Παραλείπεται η προοπτική του φυσικού αερίου για αντικατάσταση πετρελαϊκών προϊόντων κίνησης, που θα οδηγήσει σε μείωση των ρύπων. Στη μελέτη φαίνεται να μην έχει γίνει ποσοτικοποίηση της διείσδυσης του CNG και του LNG ως καυσίμου, τόσο για τη χρήση του σε δημόσια μέσα μεταφοράς, επιβατικά οχήματα (CNG) αλλά και βαρέα οχήματα (LNG), σύμφωνα και με τις σχετικές κοινοτικές πολιτικές για ενοποιημένο σύστημα καθαρών μεταφορών.
    Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η ολοκλήρωση των υποδομών Small Scale LNG στον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας θα συμβάλει στην ανάπτυξη της χρήσης LNG και ως καυσίμου ναυσιπλοΐας. Ένας τομέας με μεγάλο δυναμικό ειδικά για την Ελλάδα, που προωθείται από νομοθεσίες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, για την επίτευξη των στόχων μείωσης εκπομπών ρύπων.
    Θεωρούμε ότι το κεφάλαιο αυτό πρέπει να αναθεωρηθεί ώστε να περιλάβει ποσοτικά και τον ρόλο του φυσικού αερίου καθώς και του βιομεθανίου που προκύπτει από επεξεργασία οργανικών αποβλήτων.

    Μέτρα πολιτικής για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης
    Στο μέτρο Μ4.13 «επέκταση δικτύων διανομής φυσικού αερίου συμπεριλαμβανομένων και των αυτόνομων δικτύων CNG» (σελ.172) προτείνουμε να περιληφθούν και τα δίκτυα LNG μικρής κλίμακας.

    Φορολογία ενεργειακών πηγών
    Στο μέτρο Μ3.1 του πίνακα 12 «Εξειδίκευση μέτρων πολιτικής για τις αγορές ενέργειας» (σελ. 185) αναφέρεται ότι θα απαλειφθούν τα τέλη και οι φόροι που βαρύνουν ανταγωνιστικές πηγές ενέργειας (λιγνιτική παραγωγή, φυσικό αέριο, κλπ.). Γενικά οι φόροι μειώνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και πρέπει να επιβάλλονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίο για το δημόσιο όφελος. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιοι φόροι διατηρηθούν στην ενέργεια, είτε στην πρωτογενή είτε στην τελική κατανάλωση (αν δεν απαλειφθούν όλοι), θεωρούμε ότι πρέπει να επιβάλλονται ανάλογα με την περιβαλλοντική επιβάρυνση που προκαλείται ώστε να υπηρετούν ταυτόχρονα και τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης.

    Λανθασμένη αναφορά
    Πρέπει να σημειωθεί ότι στη σελίδα 182 παρουσιάζονται έργα από το Σχέδιο Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου (ΕΣΦΑ) όπως καταρτίζεται από τον ΔΕΣΦΑ. Στην παράγραφο αυτή έχει συμπεριληφθεί λανθασμένα και ο τερματικός σταθμός ΥΦΑ στην Αλεξανδρούπολη, έργο το οποίο δεν αποτελεί προγραμματισμένο έργο ΕΣΦΑ.

    Ερώτηση
    Τέλος, σύμφωνα με το ΕΣΕΚ, δίνεται ο εξής ορισμός:
    «Βιοενέργεια: Ευρεία κατηγορία ενεργειακών προϊόντων, η οποία περιλαμβάνει στερεή βιομάζα, βιοαέριο, βιοκαύσιμα και βιορευστά. Η στερεή βιομάζα, το βιοαέριο και τα βιορευστά καταναλώνονται στον τομέα ηλεκτροπαραγωγής και στην τελική κατανάλωση για θέρμανση και ψύξη, ενώ τα βιοκαύσιμα καταναλώνονται στις μεταφορές.»
    Υπάρχει η δυνατότητα ποσοτικοποίησης των επιμέρους προϊόντων ανά τομέα τελικής κατανάλωσης?

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Συμπληρωματική παρατήρηση.

    Στις 30/11/2018 ο Υπουργός ΠΕΝ είπε στη Βουλή ότι «οι λιγνίτες έχουν πρόγραμμα, όταν τελειώνει η ζωή της λιγνιτικής μονάδας αποσύρεται, αυτός είναι ο Μακροχρόνιος Ενεργειακός Προγραμματισμός». Οπότε βεβαίως το ερώτημα που ανακύπτει είναι πότε «τελειώνει» η ζωή της κάθε μιας λιγνιτικής μονάδας και τι στην πραγματικότητα εννοεί ο Υπουργός.

    Με βάση την επάρκεια λιγνιτικών αποθεμάτων, η διάρκεια ζωής των λιγνιτικών μονάδων έχει προσδιοριστεί κατά το παρελθόν στα περίπου 48-52 έτη. Μόνο στα ήδη ανοικτά ορυχεία υπάρχουν σήμερα ακόμα 1 δισεκατομμύριο τόνοι απολήψιμου λιγνίτη.

    Δυστυχώς, η Καθαρή Ηλεκτροπαραγωγή [GWh], που προβλέπει στη σελ. 215 το «Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια & το Κλίμα (ΕΣΕΚ, 12054GWh το 2020, 10023GWh το 2025, 9317GWh το 2030, 5421GWh το 2035 και 4598GWh το 2040) είναι πολύ κάτω απ’ τις παραγωγικές δυνατότητες των λιγνιτικών μονάδων που θα παραμένουν -κατά τον Υπουργό ΠΕΝ- στις αντίστοιχες χρονολογίες σε λειτουργία.

    Οι λιγνιτικές μονάδες καλύπτουν το φορτίο βάσης του ηλεκτροδοτικού συστήματος της χώρας και προκειμένου να είναι όσο πιο οικονομικά συμφέρουσα η λειτουργία τους, ανεξαρτήτως αν ανήκουν στη ΔΕΗ ή σε τρίτους, πρέπει να δουλεύουν τουλάχιστον 6500 ώρες το χρόνο. Δυστυχώς το ΕΣΕΚ είτε δεν αντιλαμβάνεται την έννοια του φορτίου βάσης είτε προτιμά να καλύπτει το φορτίο βάσης με μονάδες φυσικού αερίου. Εφόσον δεν θα έχει τελειώσει η διάρκεια ζωής των λιγνιτικών μονάδων, αυτές απλά θα παραμένουν ανενεργές και η Πολιτεία θα αναζητεί τρόπους αποζημίωσης προκειμένου να μην κλείσουν.

    Σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει σαφές πρόβλημα ασφάλειας εφοδιασμού της χώρας και αύξησης του κόστους ηλεκτροπαραγωγής για τους πολίτες, οδηγώντας ακόμα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας και έξαρση των ρευματοκλοπών. Το Κοινωνικό Τιμολόγιο δεν λύνει το πρόβλημα, απλά ανακατανέμει το λογαριασμό σ’ εκείνους που πληρώνουν.

  • 7 Δεκεμβρίου 2018, 01:05 | Χρήστος Φασούλας
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ο ΕΣΕΚ ένα κείμενο που έχει γίνει με τις οδηγίες και την έγκριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγεί την χώρα σε ενεργειακή υποτέλεια εξαρτώμενη από εισαγωγές ρεύματος και από το εισαγόμενο και ακριβό φυσικό αέριο.
    Παράλληλα για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής στηρίζει τις επιδοτούμενες με πολλούς τρόπους και ενεργειακά αναξιόπιστες, Βιομηχανικές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και τον τουρισμό.
    Θυσιάζονται στο βωμό της πράσινης ενεργειακής ανάπτυξης όλα τα συγκριτικά φυσικά προτερήματα της χώρας μας, το ανάγλυφο των νησιών και των βουνών μας για τα αιολικά, τα πεντακάθαρα νερά των ορεινών ποταμών μας για τα μικρά υδροηλεκτρικά και οι παραγωγικοί αγροί μας για τα φωτοβολταϊκά. Περιοχές που αντί να τις προστατέψουμε ως φυσικό απόθεμα με τεράστια βιοποικιλότητα όπως τα Αγραφα, η Πίνδος, η Εύβοια τα Πιέρια, η Κρήτη, η Μάνη, η Σαμοθράκη οι Κυκλάδες και αλλού μετατρέπονται σε σωρούς από μπάζα.
    Η ανεπάρκεια των ΑΠΕ στην ηλεκτροδότηση έχει αποδειχθεί από την μέχρι τώρα λειτουργία τους. Στη σελίδα 30 της Μελέτης Επάρκειας Ισχύος 2013-2020 του ΑΔΜΗΕ, διαβάζουμε πως “Σε όλα τα σημεία αναφοράς η συμβολή των αιολικών θεωρείται ίση με 10% της συνολικής ισχύος τους”. Ακόμα κι αυτό το 10% ωστόσο είναι πολύ, μακροχρόνιες παρατηρήσεις σε Γερμανία-Βρετανία-Δανία απέδειξαν πως η αξιοπιστία ισχύος των αιολικών τείνει προς το 1%, με αποτέλεσμα να απαιτούν διαρκώς στρεφόμενες εφεδρείες ορυκτών καυσίμων και τελικά να μη μειώνονται οι εκπομπές «αερίων του θερμοκηπίου».
    Η επιπλέον αύξηση στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας με αυτό τον σχεδιασμό που επιμελώς αποκρύπτεται, είναι δεδομένη και οδηγεί τους πολίτες της χώρας και την παραγωγή σε ενεργειακή φτώχεια . Οι μόνοι ωφελημένοι θα είναι αυτοί που μας έχουν επιβάλει τον ενεργειακό σχεδιασμό, οι ευρωπαϊκές χώρες του βορά που μας υποχρεώνουν να αγοράσουμε τις ανεμογεννήτριες που παράγουν.
    Ουσιαστικά όλη η πριμοδότηση των ΑΠΕ λόγω της μη ενεργειακής απόδοσής τους αποτελεί έναν ακόμα φόρο με τεράστιο όμως περιβαλλοντικό αντίκτυπο.
    Πιστεύω ότι πολλοί θα προτιμούσαν να πληρώσουν αυτό τον φόρο αρκεί ο ενεργειακός σχεδιασμός άφηνε το περιβάλλον (όποιο από αυτό μας έχει μείνει ακόμα) ανέγγιχτο.

  • 7 Δεκεμβρίου 2018, 00:27 | ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΙΜΑ
    Α) Πριν από οποιοδήποτε σχολιασμό του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) θεωρείται σκόπιμο να εξετάσει κανείς τα ενεργειακά δρώμενα τουλάχιστο στην ΕΕ-28, αν όχι παγκόσμια, προκειμένου να προσεγγίσει καλύτερα τα δεδομένα και τις προοπτικές του ενεργειακού σχεδιασμού, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη τις ιδιαιτερότητες της χώρας μας. Προς την κατεύθυνση αυτή από την πρόσφατη έκδοση EU energy in figures σημειώνονται τα ακόλουθα:
    1. Ε.Ε.-28 (2016): ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΑΠΟ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΠΟΡΩΝ
    Παρατηρείται σημαντική αύξηση (+24,3%) του βαθμού ενεργειακής εξάρτησης της Ε.Ε. -28 στο συνολικό ενεργειακό ισοζύγιο από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους, συγκεκριμένα δε από ποσοστό 43,1% (1995) αυξήθηκε σε 53,6% (2016). Ωστόσο, σημειώνονται πολύ σημαντικές διαφορές στους βαθμούς ενεργειακής εξάρτησης μεταξύ των διαφόρων χωρών. Έτσι, υπάρχει ομάδα χωρών με πολύ μεγάλο βαθμό ενεργειακής εξάρτησης, όπως, Βέλγιο 76%, Ελλάδα 73,7%, Κύπρος 96,2%, Ισπανία 71,9%, Ιταλία 77,5% , Ιρλανδία 69,1%, Μάλτα 100% και Πορτογαλία 73,5%, που είχαν και εξακολουθούν κατά περίπτωση να έχουν κατά τα τελευταία χρόνια σοβαρά οικονομικά προβλήματα (μνημόνια κλπ, τυχαίο άραγε;), ενώ από το άλλο μέρος υπάρχουν χώρες με μικρό βαθμό ενεργειακής εξάρτησης όπως Εσθονία 6,8%, Ρουμανία 22,3%, Πολωνία 30,3%, Σουηδία 32% , Τσεχία 32,7% και U.K. 35%,3%. Μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.-28 σημειώνονται, επίσης, κολοσσιαίες διαφορές στη συμμετοχή διαφορετικών πηγών ενέργειας στο ηλεκτρικό τους ισοζύγιο. Έτσι, αναφέρονται χαρακτηριστικά η Σουηδία με πολύ υψηλό βαθμό εγχώριων ενεργειακών πόρων που ξεπερνά το 97% ( πυρηνική ενέργεια 40,4%, ΑΠΕ και νερά % 57,2%) και η Γαλλία με συμμετοχή των εγχώριων ενεργειακών πόρων σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90% (πυρηνική ενέργεια 72,5%, ΑΠΕ και νερά 18,4%) και συνακόλουθα με πολύ χαμηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και από το άλλο μέρος η Πολωνία, ομοίως, με πολύ υψηλό ποσοστό (>92%) των εγχώριων ενεργειακών πόρων ( στερεά καύσιμα 78,2%, ΑΠΕ και νερά 14%), αλλά συγχρόνως με υψηλό δείκτη εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ακόμη, η Τσεχία εμφανίζει πολύ υψηλό ποσοστό (>92%) συμμετοχής των εγχώριων ενεργειακών πόρων στο ηλεκτρικό της ισοζύγιο ( στερεά καύσιμα 50,4%, πυρηνική ενέργεια 29% , ΑΠΕ και νερά 12,7%). Αναφορικά με τη Γερμανία, τη μεγαλύτερη παραγωγό ενέργειας, ηλεκτρικής ενέργειας (Η.Ε.) και μακράν την ισχυρότερη οικονομία μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. -28, η κατανομή των διαφόρων πηγών στην παραγωγή Η.Ε. κατά το 2016 ήταν: στερεά καύσιμα 40,33%, πετρέλαιο και προϊόντα του 0,90%, φυσικό αέριο 14,44%, πυρηνική ενέργεια 13,04%, ΑΠΕ και νερά 29,88% και λοιπές πηγές 1,14%, αλλά με χαμηλότερη συμμετοχή των εγχώριων πόρων (~64%). Σημειώνεται ότι στη Γερμανία και στην Πολωνία κατά την 20ετία 1998-2017 κατασκευάστηκαν αρκετές λιγνιτικές μονάδες με νέα τεχνολογία καύσης, με υψηλό καθαρό βαθμό απόδοσης (>40%) και ιδιαίτερα φιλικές προς το περιβάλλον, καθώς και με ετοιμότητα υποδοχής ειδικού εξοπλισμού δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCR), ενόψει πολύ πιθανής μελλοντικής ανάπτυξης και στην ΕΕ τεχνολογίας σε βιομηχανική κλίμακα για την αξιοποίηση (CCU) ή/και την αποθήκευσή του (CCS) σε υπόγειους ή/και υποθαλάσσιους σχηματισμούς. Προσεκτική εξέταση της σύνθεσης του ενεργειακού και του ηλεκτρικού, αντίστοιχα, ισοζυγίου των διαφόρων χωρών της ΕΕ-28, σε συνδυασμό και με το συσχετισμό οικονομικο-πολιτικής δύναμης και επιρροής, επεξηγεί τη στάση των διαφόρων χωρών και τη λήψη των σχετικών αποφάσεων σε επίπεδο Ε.Ε., σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά δρώμενα (πολιτική για την κλιματική αλλαγή, κόστος εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κλπ). Με απλά λόγια ισχυρές χώρες, που δεν διαθέτουν ίδια σημαντικά κοιτάσματα στερεών καυσίμων, επιβάλλουν μέσω αποφάσεων των αρμόδιων οργάνων της ΕΕ πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις, δηλ. αυξήσεις στις τιμές των δικαιωμάτων για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό σχετικά ασύμφορες τις συμβατικές μονάδες με στερεά καύσιμα. Έτσι, ευνοούνται συγκεκριμένες πολιτικές και αντίστοιχες τεχνολογίες – πηγές ενέργειας, τόσο στην ηλεκτροπαραγωγή (π.χ. ΑΠΕ, φυσικό αέριο) όσο και στη βιομηχανία, αντίστοιχα.

    2. ΕΛΛΑΔΑ (2016): ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ
    Η χώρα μας το 2016 παρήγαγε ενέργεια από εγχώριους πόρους ίση περίπου με 6,78 mtoe , εισήγαγε ενεργειακούς πόρους 19,05 mtoe και κατανάλωσε 24,14 mtoe. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την κατανάλωση ενέργειας, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του σχετικού πίνακα, οι διάφορες πηγές κατανέμονται ως εξής: πετρέλαιο και προϊόντα του 53,1%, στερεά καύσιμα 18,1%, φυσικό αέριο 14,5%, ΑΠΕ και νερά 10,9% και λοιπές πηγές 3,4%.
    Η εγκατεστημένη ηλεκτρική ισχύς για την παραγωγή Η.Ε. στη χώρα μας ανέρχονταν κατά το 2016 σε 19,17 GW με κατανομή: ορυκτά καύσιμα 56,3%, υδροηλεκτρικά 17,7%, αιολικά 12,4% και φωτοβολταϊκά 13,6%.
    ΕΛΛΑΔΑ (2016) ΟΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (%) ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (%)
    ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΤΟΥ 53,1 10,83
    ΣΤΕΡΕΑ ΚΑΥΣΙΜΑ 18,1 33,16
    ΑΕΡΙΟ 14,5 26,6
    ΑΠΕ ΚΑΙ ΝΕΡΑ 10,9 29,01
    ΛΟΙΠΕΣ ΠΗΓΕΣ 3,4 0,40
    ΣΥΝΟΛΟ 100 100

    Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (Η.Ε.) στην Ελλάδα κατά το 2016 ανήλθε σε 51,41 G Wh, κατανέμεται δε ως ακολούθως κατά πηγή προέλευσης (σε παρένθεση τα αντίστοιχα ποσοστά του 1995): στερεά καύσιμα 33,16% (69,1), πετρέλαιο και προϊόντα του 10,83% (21,3), φυσικό αέριο 26,6% (0,2), ΑΠΕ και νερά 29,02% (9,2) και λοιπές πηγές 0,41% (0,24). Παρατηρούμε, δηλ. ότι το ποσοστό της παραγωγής Η.Ε. με εγχώριους ενεργειακούς πόρους (λιγνίτες, ΑΠΕ και νερά) από 78,3% κατά το 1995 μειώθηκε σε 62,2 % το 2016. Ωστόσο, λόγω και των εισαγωγών Η.Ε. από γειτονικές χώρες κατά το 2016, το ποσοστό της με εγχώριους πόρους παραχθείσας Η.Ε. ήταν μόλις 50,6% στο συνολικό ηλεκτρικό ισοζύγιο. Σημειώνεται, επίσης, ότι με σημαντική καθυστέρηση πρόκειται να αποπερατωθεί και να τεθεί εντός 2ετίας η πρώτη και μόνη, δυστυχώς, νέας τεχνολογίας καύσης λιγνιτική μονάδα Πτολ/δα 5 με παραπλήσια χαρακτηριστικά με τις αντίστοιχες μονάδες στη Γερμανία και Πολωνία, όπως προαναφέρθηκε. Εξετάζοντας κι άλλους δείκτες προκύπτει ότι η θέση της Ελλάδας σε σχέση με το Μ.Ο. των 28 χωρών της Ε.Ε. κατά το 2016 ήταν γενικά μειονεκτική και ειδικότερα: Κατά κεφαλή ΑΕΠ 55%, κατανάλωση ενέργειας ανά άτομο 69,6%, τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ανά άτομο 90,8%, ενεργειακή εξάρτηση 137,5%, ενεργειακή ένταση (toe/M€2010) 110%, ένταση άνθρακα (kg CO2/toe) 133,3% και, τέλος, θετικό πρόσημο είχαν οι δείκτες ΑΠΕ ως προς την ολική τελική ενέργεια 128,2%.

    Β) ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ. ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΓΧΩΡΙΟΥ ΛΙΓΝΙΤΗ

    1. Στον πρόλογο του υπό διαβούλευση προτεινομένου εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού αναφέρεται μεταξύ άλλων ….¨καθώς και την εκμετάλλευση των εγχώριων πηγών ενέργειας προκειμένου να μειωθεί η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας¨. Υποθέτει κανείς εκ προοιμίου ότι και ο λιγνίτης συγκαταλέγεται μεταξύ των εγχώριων ενεργειακών πόρων (Σελ.1).
    2. …..¨ο τομέας των υπηρεσιών αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος του ΑΕΠ. Ο κλάδος της βιομηχανίας είναι 70%) στο ηλεκτρικό ισοζύγιο για την εξεταζόμενη περίοδο, δηλ. μέχρι το 2030. Έτσι, θα μειωθεί ο βαθμός ενεργειακής εξάρτησης, που είναι βασική προϋπόθεση στην προσπάθεια για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη γενικότερη έξοδο από την καταστροφική οικονομική, κι όχι μόνο, περιδίνηση της τελευταίας, τουλάχιστο, δεκαετίας. Ειδικότερα, εάν εφαρμοσθεί ο προτεινόμενος ΕΣΕΚ, οι επιπτώσεις θα είναι σημαντικές και ανεπίστρεπτες για την περιοχή της Δ. Μακεδονίας (άξονας Κοζάνης – Πτολ/δας – Αμυνταίου ) με τις σημαντικότατες για τη χώρα λιγνιτοενεργειακές δραστηριότητες, καθόσον με τα σημερινά δεδομένα προβλέπεται μέχρι το 2030 περαιτέρω μείωση της συμμετοχής των λιγνιτικών ΑΗΣ στο ηλεκτρικό ισοζύγιο, δηλ. απόσυρση των τεσσάρων μονάδων του ΑΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ (~2020), ΑΗΣΑΔ 1 και 2 (2029 το αργότερο), ΑΗΣΑΔ 3 ΚΑΙ 4 (2030) και ΑΗΣ Αμυνταίου 1 και 2, συνολικής ισχύος περίπου 3000 MW, ενώ θα ενταχθεί το 2020 η νέα μονάδα Πτολ/δα 5 ισχύος 660 MW. Ως εκ τούτου, ενόψει της διαφαινόμενης με τον προτεινόμενο ΕΣΕΚ βέβαιης, πλέον, προοπτικής της μη εξάντλησης των εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων λιγνίτη στα λειτουργούντα-ανοικτά, σήμερα, λιγνιτωρυχεία της περιοχής Πτολ/δας – Αμυνταίου ελλείψει καταναλωτών ΑΗΣ, προκύπτει η αδήριτη ανάγκη της επικαιροποίησης και του συνολικού επανασχεδιασμού της εξέλιξης των αποθέσεων αγόνων υλικών, ώστε να αποδοθούν προς αποκατάσταση και επωφελή αξιοποίηση για τις επόμενες γενιές οριζόντιες ή και παραοριζόντιες εκτάσεις στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Σημειώνεται ότι ο χρονικός ορίζοντας για ένα παρόμοιο εγχείρημα είναι ήδη περιορισμένος σύμφωνα και με τη διεθνή εμπειρία από παρόμοιες εκμεταλλεύσεις και τεράστια εκ των πραγμάτων η οικονομική επιβάρυνση και το έργο που θα κληθεί να υλοποιήσει η ΔΕΗ ΑΕ. Τελικά, θεωρούμε ότι για τον περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων στη Δ. Μακεδονία, πρέπει να ληφθούν άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα στην κατεύθυνση: – της χρονικής παράτασης με απομειούμενο ρυθμό συμμετοχής του λιγνίτη στο ηλεκτρικό ισοζύγιο της χώρας μέχρι την εξάντληση των ευρισκόμενων ήδη σε εκμετάλλευση λιγνιτικών κοιτασμάτων και με περιβαλλοντική προσαρμογή (αναβάθμιση ΑΗΣ , ανέγερση μονάδων νέας τεχνολογίας καύσης κλπ), διεκδικώντας τούτο σθεναρά σε επίπεδο Ε.Ε. και παράλληλα -της ριζικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, κυρίως στον πρωτογενή τομέα, πρωτίστως με αξιοποίηση του πλούσιου υδάτινου δυναμικού (αρδευτικά έργα, δυναμικές καλλιέργειες, κτηνοτροφία κλπ) αλλά και στο δευτερογενή τομέα με την αξιοποίηση του σημαντικού, πλην λιγνίτη, ορυκτού πλούτου της περιοχής (μάρμαρα, χρωμίτες, διάφορα βιομηχανικά ορυκτά κ.α.).
    ΧΡ. Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ τ. Δ/ντης ΛΚΔΜ/ΔΕΗ ΑΕ, Μέλος ΔΣ ΔΕΗ ΑΕ Λευκόβρυση Κοζάνης, 06-12-2018

  • 6 Δεκεμβρίου 2018, 20:08 | Μαρία παπαδάκη
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    “Το προτεινόμενο Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα συνάδει με σενάρια αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας άνω των 3°C, παραβιάζει τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα που έχει ήδη επικυρώσει η χώρα, και αδυνατεί να μας προστατέψει από τις καταστροφικές κλιματικές αλλαγές.

    Η χώρα οφείλει να στραφεί άμεσα προς την καθαρή ενέργεια και να εναρμονιστεί με τα επιστημονικά δεδομένα με συγκεκριμένα βήματα:

    Σταδιακή αλλά οριστική απεξάρτηση από τον λιγνίτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030 με ουσιαστική υποστήριξη των λιγνιτικών περιοχών της χώρας
    Μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050
    100% ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως τα τέλη της δεκαετίας του 2030
    Ακύρωση όλων των σχεδίων για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων.
    Αυτοί οι στόχοι είναι φιλόδοξοι, αλλά αναγκαίοι και πλήρως ρεαλιστικοί. Σε αυτή την επιλογή, η Ελλάδα δεν θα είναι μόνη της, όπως δείχνει άλλωστε και το πρόσφατο παράδειγμα της Ισπανίας αλλά και άλλων χωρών.
    Σας ζητάμε να αναλάβετε την ευθύνη που σας αναλογεί και να θέσετε την ασφάλεια και τη μακροχρόνια ευημερία της χώρας μας πάνω από οποιαδήποτε άλλα συμφέροντα.”

  • 5 Δεκεμβρίου 2018, 22:05 | Παπαθεοδωροπουλου
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Το προτεινόμενο Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα συνάδει με σενάρια αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας άνω των 3°C, παραβιάζει τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα που έχει ήδη επικυρώσει η χώρα, και αδυνατεί να μας προστατέψει από τις καταστροφικές κλιματικές αλλαγές.

    Η χώρα οφείλει να στραφεί άμεσα προς την καθαρή ενέργεια και να εναρμονιστεί με τα επιστημονικά δεδομένα με συγκεκριμένα βήματα:

    Σταδιακή αλλά οριστική απεξάρτηση από τον λιγνίτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030 με ουσιαστική υποστήριξη των λιγνιτικών περιοχών της χώρας
    Μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050
    100% ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως τα τέλη της δεκαετίας του 2030
    Ακύρωση όλων των σχεδίων για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων.
    Αυτοί οι στόχοι είναι φιλόδοξοι, αλλά αναγκαίοι και πλήρως ρεαλιστικοί. Σε αυτή την επιλογή, η Ελλάδα δεν θα είναι μόνη της, όπως δείχνει άλλωστε και το πρόσφατο παράδειγμα της Ισπανίας αλλά και άλλων χωρών.
    Σας ζητάμε να αναλάβετε την ευθύνη που σας αναλογεί και να θέσετε την ασφάλεια και τη μακροχρόνια ευημερία της χώρας μας πάνω από οποιαδήποτε άλλα συμφέροντα.

  • 5 Δεκεμβρίου 2018, 14:37 | Μιχάλης Αγραφιώτης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Προτάσεις για τον Εθνικό σχεδιασμό για την ενέργεια και το κλίμα

    Θα αναφερθώ επιγραμματικά στη Δυτική Μακεδονία, μια περιφέρεια με πολλά θέματα σε ότι αφορά την Ενέργεια και το κλίμα και με ιδιαίτερη προσέγγιση στο Ενεργειακό λεκανοπέδιο Κοζάνης- Πτολεμαΐδας που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Προτείνω:

    1. Δημιουργία ΠΕΚΕΠ Πρότυπο Ελληνικού Κέντρου Ενεργειακής Παραγωγής (Σύμπραξη ΥΠΕΝ-ΕΕ-ΔΕΗ-ΙΤ)
    Οφείλετε ως Υπουργείο να αποκαταστήσετε όλες τις ζημιές στο φυσικό περιβάλλον που έχουν δημιουργηθεί από την λειτουργία από τη ΔΕΗ Α.Ε. Προτείνω η Ελληνική Πολιτεία από κοινού με την Ευρωπαϊκή Ένωση τη ΔΕΗ Α.Ε. και ιδιωτικές επενδύσεις να προχωρήσουν στη δημιουργία του πρότυπου Ελληνικού κέντρου Ενεργειακής Παραγωγής. Το κέντρο θα έχει αιολικά – φωτοβολταϊκά – γεωθερμικά – υδροηλεκτρικά και ενεργειακά πάρκα τα οποία θα συνδέονται και με φυσικό αέριο και σκοπός του θα είναι η παραγωγή ενέργειας ανάλογη με αυτή που παρήγαγε η Δυτική Μακεδονία ως λιγνιτικό κέντρο και η δημιουργία σχολών για την εξέλιξη της ενεργειακής παραγωγής στην Ελλάδα για τις μετέπειτα γενιές μέσα στο χώρο του παλιού ΛΚΔΜ. Το Πρότυπο Ελληνικό Κέντρο Ενεργειακής Παραγωγής θα έχει ως στόχο την πρωταρχική ενεργειακή κάλυψη της χώρας σε συνδυασμό με πράσινη ενεργειακή τεχνοτροπία αλλά ταυτόχρονα και μελέτες για την αποκατάσταση εδαφών και όχι μόνο. Στο ΠΕΚΕΠ πρέπει να συγκεντρωθεί όλη η τεχνοτροπία, όπως και οι ενεργειακές επενδύσεις της χώρας, με φθηνή φορολογία, ώστε η Δυτική Μακεδονία να παραμείνει το ενεργειακό κέντρο της χώρας. Με αυτόν τον τρόπο θα αποκαταστήσει η πολιτεία την περιοχή που έχει υποχρέωση, αλλά ταυτόχρονα θα δημιουργηθεί και ένας πόλος ανάπτυξης για μια πολύπαθη περιοχή.

    2. Λίμνες Πολυφύτου – Ιλαρίωνα (Σύμπραξη ΥΠΕΝ-ΕΕ-ΔΕΗ-ΙΤ)

    Οι λίμνες πρέπει να αξιοποιηθούν. Η σημερινή ρευστή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί να διαιωνίζεται.
    Προτείνω την επιστημονική μελέτη μακροχρόνιας και μελλοντικής αξιοποίησης των υδάτων – Πολυφύτου Υλαρίωνα της λίμνης για την ύδρευση της Θεσσαλονίκης, της Κεντρικής Μακεδονίας αλλά και της Θεσσαλίας. Τα νερά πρέπει να προστατευτούν και να διαφυλαχτούν για το μέλλον γιατί θα έχουμε σοβαρότατο πρόβλημα ύδρευσης τον επόμενο αιώνα στη χώρα μας. Παράλληλα, με τεχνοτροπία από το Ισραήλ οφείλει η σύμπραξη να προχωρήσει στην συντήρηση των Γεφυρών Σερβίων και Ρυμνίου, στην δημιουργία του αρδευτικού Βορείας Ζώνης Πολυφύτου, στην αξιοποίηση των περιοχών γύρω από τα φράγματα Ιλαρίωνα και Πολυφύτου, για την ανάδειξη πρωτογενούς τομέα των Δήμων Κοζάνης, Σερβίων- Βελβεντού, και Δεσκάτης, και στην αναπτυξη Ιχθυοκαλλιεργιών αλλά και επιστημονικής κατάρτισης για τις λίμνες για την διαφύλαξη της πανίδας και της χλωρίδας της περιοχής, όπως και των υδάτων.Η σύμπραξη θα προχωρήσει σε πλήρη ανάπτυξη της περιοχής και σε άριστη συνεργασία με τους πολίτες με σκοπό την ανάδειξη του φυσικού πλούτου της περιοχής.

    Εθνικός σχεδιασμός για την ενέργεια και το κλίμα χωρίς το Νομό Κοζάνης δεν μπορεί να υπάρξει

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Είναι θετικό που διατυπώνεται και τίθεται σε διαβούλευση το ΕΣΕΚ παρά τις σημαντικές αδυναμίες που έχει. Η Χημική Βιομηχανία είναι σημαντικός καταναλωτής ενέργειας αλλά έχει να επιδείξει διαχρονικά μεγάλα ποσοστά εξοικονόμησης και αποτελεί τη λύση σε πολλά από τα θέματα που θέτει το σχέδιο.Είναι σημαντικό οι στόχο, ασαφείς στη παρούσα φάση, που τίθενται να συνοδευθούν από πολιτικές και μέτρα
    3. Ελεγκτικός Μηχανισμός Προόδου
    Πρέπει εξ αρχής να θεσμοθετηθεί μηχανισμός ελέγχου και παρακολούθησης και να υπάρξει σαφής εμπλοκή των συναρμόδιων υπουργείων τόσο στο ΕΣΕΚ όσο και σε κάθε σχετική νομοθεσία. Το ΕΣΕΚ δεν περιλαμβάνει κανένα τέτοιο μηχανισμό, που ειδικά στην Ελλάδα είναι απαραίτητος για την ουσιαστική εφαρμογή των μέτρων αυτών . Είναι γνωστή στις Αρχές η παρανομία που υπάρχει στη διακίνηση των φθοριούχων αερίων.
    4.Οικονομικά στοιχεία
    Απουσιάζουν τα οικονομικά στοιχεία για το κόστος των διαφόρων σεναρίων Επιπροσθέτως, δεν υπάρχει πρόβλεψη για την εξέλιξη των τιμών ενέργειας/ηλεκτρισμού στους καταναλωτές, ούτε για τις επιπτώσεις στην εθνική οικονομία τόσο από την ανάγκη εξεύρεσης κεφαλαίων για την κατασκευή των νέων σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΠΕ και συμβατικοί), την επέκταση και ενίσχυση των δικτύων, την εισαγωγή φυσικού αερίου, την αξιοποίηση των εσόδων από την δημοπράτηση δικαιωμάτων εκπομπών κ.α.
    Ενότητα 4.4.2.4 (Μέτρα πολιτικής βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης στη βιομηχανία)
    Τα μέτρα που αναφέρονται είναι αόριστα και περιορισμένα , θα έπρεπε να ήταν το αποτέλεσμα μιας βιομηχανικής πολιτικής για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας σε αρμονία με τους στόχους του κλίματος.
    Το αναφερόμενο ως μέτρο της μετεγκατάστασης των βιομηχανιών σε ΒΕΠΕ και επιχειρηματικά πάρκα δεν αντιλαμβανόμαστε πως θα συμβάλει στην ενεργειακή αποδοτικότητα, προβλέπονται κάποια μέτρα που δεν αναφέρονται?
    Ενότητα 4.7.4 (Προκλήσεις [για την Ερευνα, Καινοτομία και Ανταγωνιστικότητα])
    Το ποσοστό της έρευνας στο ΑΕΠ της Ελλάδας είναι χαμηλό γενικά , πολύ δε περισσότερο όσον αφορά την ενέργεια και το περιβάλλον, ως πρόβλημα πρέπει να αναγνωρισθεί και αντιμετωπισθεί είναι ουσιαστική παράμετρος στη μετάβαση στην οικονομία μηδενικού άνθρακα.
    Ενότητα 6.3 (Βελτίωση ενεργειακής απόδοσης)
    Το ΕΣΕΚ θα πρέπει να εισάγει έναν διαφορετικό σκεπτικό ενίσχυσης της ενεργειακής απόδοσης, που να μην βασίζεται στην εφαρμογή εισοδηματικών κριτηρίων, ώστε να ενισχύονται τα ενεργειακά ευάλωτα νοικοκυριά και όχι τα κοινωνικά με συγκεκριμένα κριτήρια.
    4.4.2.3
    Μέτρα πολιτικής βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές
    Παρά τη σημαντική συμμετοχή της κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές , η αντιμετώπιση είναι γενική και ασαφής. Δεν αντιμετωπίζεται η δημιουργία εμπορικών λιμένων στην επικράτεια με τις κατάλληλες υποδομές χύδην παραλαβής που θα μειώσουν το ενεργειακό αποτύπωμα της μεταφοράς πρώτων υλών και προϊόντων καθώς και οι εμπορευματικές μεταφορές με το σιδηρόδρομο.

  • 4 Δεκεμβρίου 2018, 20:37 | ΑΙΜΙΛΙΑ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ο Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός στην παρούσα μορφή του μας οδηγεί σε ανεξέλεγκτη κλιματική αλλαγή και έρχεται σε αντίθεση με τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα που έχει ήδη επικυρώσει η Ελλάδα. Η χώρα οφείλει να υιοθετήσει φιλόδοξους στόχους για την πλήρη απανθρακοποίηση της οικονομίας της έως το 2050:

    -Σταδιακή, αλλά οριστική απεξάρτηση από τον λιγνίτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030 με ουσιαστική υποστήριξη των λιγνιτικών περιοχών της χώρας
    -Μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050
    -100% ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως τα τέλη της δεκαετίας του 2030
    -Ακύρωση των σχεδίων για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων.

    Αυτοί οι στόχοι είναι φιλόδοξοι, αλλά αναγκαίοι και πλήρως ρεαλιστικοί, όπως δείχνει το παράδειγμα άλλων χωρών, με πιο πρόσφατο τον Ενεργειακό Σχεδιασμό της Ισπανίας που ακυρώνει τις εξορύξεις υδρογονανθράκων, προχωρά στο κλείσιμο όλων των μονάδων άνθρακα έως το 2025 και δεσμεύεται για ένα ενεργειακό σύστημα μηδενικού άνθρακα με 100% ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2050.

  • 4 Δεκεμβρίου 2018, 17:36 | Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη-CISD
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στις 13/11/2018 δόθηκε σε διαβούλευση από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ο νέος Εθνικός Σχεδιασμός για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) ο οποίος προδιαγράφει πολιτικές, κατευθύνσεις και μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας όχι μόνο για την κρίσιμη δεκαετία 2020-2030, αλλά και πέραν αυτής, καθώς οι όποιες επιλογές αυτής της δεκαετίας θα σημαδέψουν και θα καθορίσουν αυτές των επόμενων.
    Περίπου ένα μήνα πριν δημοσιεύτηκε από την Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή του ΟΗΕ (IPCC) η ειδική έκθεσή της, απευθύνοντας μία τελευταία δραματική έκκληση προς την ανθρωπότητα να λάβει άμεσα δράση για συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό Κελσίου, δηλαδή για εκμηδενισμό των εκπομπών ως το 2050 με την σοβαρή υποσημείωση ότι οποιαδήποτε Μη συμμόρφωση θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε μη αναστρέψιμες, ανεξέλεγκτες κλιματικές αλλαγές, με ολέθριες συνέπειες προφανώς και για τη χώρα μας.
    Την ίδια στιγμή γνωρίζουμε καλά ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν συμφωνήσει να περιορίσουν την ενεργειακή κατανάλωση από ορυκτά καύσιμα (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, κάρβουνο) ως το 2050 στο 20% με την επισήμανση ότι η σταδιακή μετάβαση στην «καθαρή ενέργεια» συνεπάγεται και τη ριζική στροφή στις ανανεώσιμες πηγές.
    Παρ’ όλ’ αυτά, το ΕΣΕΚ προβλέπει αδιανόητα υψηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αγνοώντας τις δραματικές εκκλήσεις των επιστημόνων αλλά και το γεγονός ότι οι επιλογές που θα έχουμε από το 2030 και μετά για την αναστροφή της κλιματικής αλλαγής και των επιπτώσεών της, αλλά και για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών, θα είναι πολύ λιγότερες από αυτές που έχουμε σήμερα., ο κεντρικός στόχος της επόμενης δεκαετίας για την Ελλάδα φαίνεται να είναι η μετατροπή της χώρας σε χώρα παραγωγής υδρογονανθράκων.
    Παράλληλα, δεν προβλέπεται ουσιαστική απεξάρτηση από το πετρέλαιο, η χρήση του οποίου μειώνεται μόνο κατά 24% ώς το 2040 ενώ την ίδια στιγμή προτείνεται η αύξηση της κατανάλωσης φυσικού αερίου κατά 24% το 2040 και μαζί καθυστερεί αδικαιολόγητα και η προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας για μετά το 2025.
    Και αν ανατρέξει κανείς στην ιστοσελίδα του ελληνικού ΥΠΕΞ στη λέξη-κλειδί «ενεργειακή διπλωματία» διαβάζει ότι για την Ελλάδα τα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου αποτελούν προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.
    Και όλα αυτά ενώ οι εκπομπές από τον τομέα μεταφορών μειώνονται μόλις κατά 17% ώς το 2040, ενώ από τον κτιριακό τομέα παραμένουν σε παρόμοια επίπεδα με τα σημερινά με αποτέλεσμα να παραμένει αμετάβλητος ο βαθμός εξάρτησης της οικονομίας μας από εισαγόμενα καύσιμα, στο 67% ως το 2040. Επιπλέον, δεν υπάρχει απολύτως καμία πρόβλεψη για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από άλλους τομείς της οικονομίας πλην του ενεργειακού, παρά το γεγονός ότι σήμερα αντιπροσωπεύουν το 27% των συνολικών εκπομπών της Ελλάδας. Ως αποτέλεσμα, οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της χώρας μειώνονται μόλις κατά 23% ώς το 2030 και μόλις κατά 33% ώς το 2040.
    Εκτιμούμε έτσι ότι το ΕΣΕΚ αποτυγχάνει να προστατέψει την Ελλάδα από τις κλιματικές αλλαγές, την ίδια στιγμή που κρατάει την ελληνική κοινωνία δεσμευμένη από τα ορυκτά καύσιμα επ’ αόριστον, φαίνεται να αδυνατεί να προχωρήσει σε αυτές τις ριζικές δομικές τομές που χρειάζεται η ελληνική οικονομία και τέλος οι στόχοι του εμπεριέχουν σενάρια αύξησης της θερμοκρασίας πάνω από τους 3 βαθμούς Κελσίου.

    Ως εκ τούτου, εκτιμάμε ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο δεν είναι αξιόπιστο καθώς επιπλέον παρουσιάζει μια σειρά ενεργειακών δράσεων μέχρι το 2030 τις οποίες απλώς επεκτείνει μέχρι το 2040 χωρίς να υπάρχει καμία λειτουργική και οργανική συνοχή ούτε καν μια ιεράρχηση μεταξύ αυτών. Έτσι εκτός από το κενό που παραμένει δημιουργεί και ισχυρές αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα των εν λόγω δράσεων οι οποίες ήδη έχουν προωθηθεί χωρίς ωστόσο να επιφέρουν μέχρι σήμερα τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τέλος, το Εθνικό Σχέδιο εστιάζεται αποκλειστικά σε ένα και μόνο σενάριο δράσεων, χωρίς άλλα εναλλακτικά σενάρια, ενώ δεν παρουσιάζει αποτελέσματα από συγκεκριμένες παραμέτρους που επηρεάζουν σημαντικά το εθνικό ενεργειακό σύστημα.

    Αμφιβολίες τέλος δημιουργούνται και ως προς τη συμμόρφωση του εν λόγω Εθνικού Σχεδίου με τη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα, που έχει τεθεί σε ισχύ τόσο από τη χώρα μας όσο και από την Ευρωπαϊκή Ενωση, γιατί είναι ιδιαίτερα χαμηλή η προβλεπόμενη εξοικονόμηση ενέργειας, η οποία σε συνδυασμό με την υψηλή συμμετοχή του πετρελαίου στη συνολική ενεργειακή κατανάλωση της χώρας για τα έτη 2030 και 2040, όπως προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα σενάρια ενεργειακών πολιτικών για τη συμμόρφωση με τη Συμφωνία των Παρισίων.