Άρθρο 10 – Σχολικά Δίκτυα Εκπαιδευτικής Υποστήριξης (Σ.Δ.Ε.Υ.) και Επιτροπές Διεπιστημονικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Υποστήριξης (Ε.Δ.Ε.Α.Υ.)

1. Με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης ιδρύονται Σχολικά Δίκτυα Εκπαιδευτικής Υποστήριξης (Σ.Δ.Ε.Υ.), τα οποία συγκροτούνται από σχολικές μονάδες και Ε.Κ. της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, καθώς και της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, και τα οποία αποσκοπούν στην ενδυνάμωση, στην προώθηση της συνεργασίας και στο συντονισμό του έργου των σχολικών μονάδων και Ε.Κ. για τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των μαθητών στην εκπαίδευση και την προαγωγή συνολικά της ψυχοκοινωνικής τους υγείας. Με την ίδια απόφαση ορίζεται μία Σ.Μ.Ε.Α.Ε. που λειτουργεί ως το Κέντρο Υποστήριξης κάθε Δικτύου.
2. Σε κάθε σχολική μονάδα που ανήκει σε Σ.Δ.Ε.Υ. λειτουργεί Επιτροπή Διεπιστημονικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Υποστήριξης (Ε.Δ.Ε.Α.Υ.), ως αρμόδιο όργανο για την εκπαιδευτική αξιολόγηση και υποστήριξη των μαθητών και την υποστήριξη συνολικά της σχολικής κοινότητας. Η Ε.Δ.Ε.Α.Υ. συγκροτείται με απόφαση του οικείου Διευθυντή Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ύστερα από εισήγηση του διευθυντή της Σ.Μ.Ε.Α.Ε. που αποτελεί το Κέντρο Υποστήριξης του Σ.Δ.Ε.Υ.
3. Κάθε Ε.Δ.Ε.Α.Υ. αποτελείται από τα ακόλουθα μέλη με τους αναπληρωτές τους:
α) το διευθυντή της σχολικής μονάδας, ο οποίος επιτελεί ρόλο συντονιστή και ο οποίος αναπληρώνεται από το νόμιμο αναπληρωτή του,
β) έναν εκπαιδευτικό πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εξειδίκευση στην Ε.Α.Ε., που υπηρετεί στη σχολική μονάδα ή στο Κέντρο Υποστήριξης του Σ.Δ.Ε.Υ.,
γ) έναν Ψυχολόγο του κλάδου ΠΕ23 που υπηρετεί στο Κέντρο Υποστήριξης του Σ.Δ.Ε.Υ.,
δ) έναν Κοινωνικό Λειτουργό του κλάδου ΠΕ30 που υπηρετεί στο Κέντρο Υποστήριξης του Σ.Δ.Ε.Υ. και
ε) τους υπεύθυνους εκπαιδευτικούς των τμημάτων του μαθητή ή της ομάδας μαθητών που έχουν ανάγκη υποστήριξης.
4. Στις συνεδριάσεις των Ε.Δ.Ε.Α.Υ καλούνται οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών στις περιπτώσεις που οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. συνεδριάζουν για τον σχεδιασμό Ε.Π.Ε., καθώς και για την παροχή απόψεων σε κάθε άλλη περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο.
5. Πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, η Ε.ΔΕ.Α.Υ. μπορεί να ζητά την τεκμηριωμένη γνώμη του συλλόγου διδασκόντων επί των παρατηρούμενων εκπαιδευτικών και ψυχοκοινωνικών δυσκολιών των προς αξιολόγηση και υποστήριξη μαθητών ή ομάδων μαθητών.
6. Όποτε κρίνεται απαραίτητο, η Ε.Δ.Ε.Α.Υ. μπορεί, κατά περίπτωση, να ζητά τη συνδρομή και μελών άλλων ειδικοτήτων του Ε.Ε.Π. που υπηρετούν στο Κέντρο Υποστήριξης του Σ.Δ.Ε.Υ.
7. Ως γραμματέας της Ε.Δ.Ε.Α.Υ. ορίζεται ο γραμματέας της σχολικής μονάδας και, αν δεν υπάρχει, εκπαιδευτικός που υπηρετεί σε αυτή, ο οποίος προτείνεται από το σύλλογο διδασκόντων.
8. Οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. ασκούν ιδίως τις εξής αρμοδιότητες:
α) Διενεργούν εκπαιδευτικές αξιολογήσεις του είδους των δυσκολιών και των πιθανών εκπαιδευτικών, ψυχοκοινωνικών και άλλων φραγμών στη μάθηση που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένοι μαθητές και προτείνουν την παραπομπή στα Κ.Ε.Σ.Υ. των μαθητών για τους οποίους, ύστερα από την υποστήριξη στο σχολείο τους και την εφαρμογή βραχυχρόνιου προγράμματος παρέμβασης, κρίνεται ότι απαιτείται η έκδοση αξιολογικής έκθεσης. Για την παραπομπή των μαθητών απαιτείται καταρχήν η αίτηση των γονέων ή κηδεμόνων και η τεκμηριωμένη εισήγηση του συλλόγου διδασκόντων, από την οποία προκύπτει ότι έγιναν όλες οι αναγκαίες υποστηρικτικές παρεμβάσεις από τη σχολική μονάδα του μαθητή και την Ε.Δ.Ε.Α.Υ. και εκτίθενται τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων αυτών.
β) Υποστηρίζουν τους εκπαιδευτικούς των σχολικών μονάδων σε σχέση με ζητήματα παιδαγωγικής ανταπόκρισης στην ετερογένεια του μαθητικού πληθυσμού, όπως η εφαρμογή μεθόδων διαφοροποιημένης διδασκαλίας, διαθεματικών και διεπιστημονικών προσεγγίσεων, ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας, βιωματικής μάθησης και εναλλακτικών μορφών μάθησης.
γ) Διαμορφώνουν προγράμματα προσχολικής πρώιμης παρέμβασης, σε συνεργασία με τα Κ.Ε.Σ.Υ. ή τα δημόσια Ιατροπαιδαγωγικά (Ι.Π.Δ.) Κέντρα και οργανώνουν ειδικά επιμορφωτικά προγράμματα για γονείς με παιδιά ηλικίας έως έξι ετών, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες των Δήμων.
δ) Εξειδικεύουν τους βασικούς άξονες των Ε.Π.Ε., όπως αυτοί περιγράφονται από τα Κ.Ε.Σ.Υ. στις εκθέσεις αξιολόγησης, σε συγκεκριμένους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους και έχουν την ευθύνη παρακολούθησης της εφαρμογής τους, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς του τμήματος φοίτησης του μαθητή.
ε) Εισηγούνται και υποστηρίζουν την εκπαιδευτική κοινότητα ως σύνολο, σε ζητήματα που αφορούν την ισότιμη πρόσβαση των μαθητών στην εκπαίδευση, την ανάπτυξη μιας ομαδοσυνεργατικής κοινότητας μάθησης και την αντιμετώπιση φαινομένων όπως η σχολική διαρροή, η σχολική βία και καταστάσεις κρίσεως.
στ) Συνεργάζονται με τα Κ.Ε.Σ.Υ. σε όλα τα θέματα των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τα άρθρο 7 και, ιδίως, ως προς τον σχεδιασμό και την εφαρμογή στοχευμένων εκπαιδευτικών και ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων, σε ατομική ή ομαδική βάση, ως προς την υποστήριξη του συνολικού έργου των σχολικών μονάδων και ως προς την υλοποίηση δράσεων ενημέρωσης, επιμόρφωσης και ευαισθητοποίησης του κοινωνικού συνόλου.
ζ) Συντονίζουν και παρακολουθούν τις δράσεις κοινωνικής στήριξης των μαθητών και συνεργάζονται με κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων και, κατά περίπτωση, με λοιπούς φορείς, όπως Ι.Π.Δ. Κέντρα, άλλες δημόσιες υπηρεσίες της περιοχής τους που παρέχουν ιατρική ή ψυχολογική υποστήριξη, κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και με τις αρμόδιες δικαστικές αρχές, όταν προκύπτουν σαφείς ενδείξεις προβλημάτων ψυχικής υγείας ή παιδικής κακοποίησης ή γονεϊκής παραμέλησης.
9. Οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. συνεργάζονται συστηματικά με το οικείο Κ.Ε.Σ.Υ., το οποίο έχει την ευθύνη υποστήριξης των δράσεών τους, μέσω:
α) της διενέργειας τακτικών τριμηνιαίων συναντήσεων μελών των Ε.Δ.Ε.Α.Υ. με μέλη του προσωπικού του Κ.Ε.Σ.Υ. και
β) έκτακτων συναντήσεων, στις περιπτώσεις που κρίνεται σκόπιμο από τον Προϊστάμενο του Κ.Ε.Σ.Υ., σε συνεργασία με το Διευθυντή της Σ.Μ.Ε.Α.Ε. που αποτελεί το Κέντρο Υποστήριξης του οικείου Σ.Δ.Ε.Υ.

  • 26 Μαρτίου 2018, 13:35 | Ευη Μπαρμπουτη
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Για τη στελεχωση των ΕΔΕΑΥ αναφερονται εκπαιδευτικοι της πρωτοβαθμιας μονο με εξιδικευση.Αρα αποκλειπνται οι κλαδοι ΠΕ61 και ΠΕ71.νηπιαγωγοι και δασκαλοι ειδικης αγωγης με βασικο πτυχιο.Απαξιωνεται το πτυχιο της ειδικης.

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στην παράγραφο 3. β), αναφέρει: «β) έναν εκπαιδευτικό πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εξειδίκευση στην Ε.Α.Ε., που υπηρετεί στη σχολική μονάδα». Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι, η ενταξιακή εκπαίδευση απαιτεί σταθερή, μόνιμη παρουσία εκπαιδευτικού ΕΑΕ με οργανική θέση ως συντονιστή της ένταξης, σε κάθε σχολείο για την υποστήριξη μαθητών και εκπαιδευτικών. ΣΥΝΕΠΩΣ, ΚΑΘΕ ΣΧΟΛΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΕΛΕΧΩΘΕΙ ΜΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΕΑΕ-μέλος των ΕΔΕΑΥ- εάν θέλουμε πραγματικά να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο θεσμός αυτός. Για να είναι αποτελεσματικές οι ΕΔΕΑΥ, πρέπει να λειτουργούν σε όλα ανεξαιρέτως τα σχολεία σε καθημερινή βάση και με μόνιμο προσωπικό. Η τρέχουσα σποραδική λειτουργία τους με διαφορετικό προσωπικό σε ετήσια βάση είναι αναποτελεσματική και εντασσόμενη αυτούσια στο νέο πλαίσιο απλώς συμβάλλει στον γραφειοκρατικό δαίδαλο.
    Στην παράγραφο 4. του άρθρου 10, προβλέπεται ότι, στις συνεδριάσεις των Ε.Δ.Ε.Α.Υ καλούνται οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών στις περιπτώσεις που οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. συνεδριάζουν για τον σχεδιασμό Ε.Π.Ε., καθώς και για την παροχή απόψεων σε κάθε άλλη περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο. Το σχόλιό μας επί της συγκεκριμένης διάταξης είναι ότι, για τις συνεδριάσεις των Ε.Δ.Ε.Α.Υ ενημερώνονται οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών, για την κατάθεση απόψεων τους για το σχεδιασμό Ε.Π.Ε. και για κάθε άλλη περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο από τους ίδιους τους γονείς.
    Στην παράγραφο 6 του άρθρου, προβλέπεται ότι: «Όποτε κρίνεται απαραίτητο, η Ε.Δ.Ε.Α.Υ. μπορεί, κατά περίπτωση, να ζητά τη συνδρομή και μελών άλλων ειδικοτήτων του Ε.Ε.Π. που υπηρετούν στο Κέντρο Υποστήριξης του Σ.Δ.Ε.Υ.», ωστόσο, για την ολοκληρωμένη αξιολόγηση και υποστήριξη στο σχολείο, στα πλαίσια των ΕΔΕΑΥ είναι απαραίτητο να καλούνται όλες οι ειδικότητες που εμπλέκονται στην υποστήριξη του μαθητή όπως λ.χ. οι τοποθετούμενοι ΕΒΠ
    Μία επίσης θετική πρόβλεψη είναι αυτή της παραγράφου 8 του άρθρου 10, όπου αναφέρεται ότι: «Οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. ασκούν ιδίως τις εξής αρμοδιότητες:
    α)… προτείνουν την παραπομπή στα Κ.Ε.Σ.Υ… Για την παραπομπή των μαθητών απαιτείται καταρχήν η αίτηση των γονέων ή κηδεμόνων…». Ορθά προβλέπεται ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ η αίτηση γονέων. Μόνο με την βούληση των γονέων –κηδεμόνων δύναται ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ-ΝΟΜΙΜΑ να διενεργείται αξιολόγηση-παραπομπή για αξιολόγηση καθώς και παρέμβαση σε έναν ανήλικο μαθητή. Η διασφάλιση της συναίνεσης των γονέων για παροχή υποστήριξης, που χρήζει ένας μαθητής, ενδυναμώνεται από τις υπηρεσίες συμβουλευτικής και ψυχοεκπαίδευσης από ΕΜΠΕΙΡΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΌ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ προς τους γονείς. Άλλως οποιαδήποτε παρέμβαση χωρίς την συμμετοχή των γονέων παραμένει άκαρπη και αναποτελεσματική.

  • 26 Μαρτίου 2018, 12:12 | ΠΟΣΓΚΑμεΑ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στην παράγραφο 3. β), αναφέρει: «β) έναν εκπαιδευτικό πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εξειδίκευση στην Ε.Α.Ε., που υπηρετεί στη σχολική μονάδα». Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι, η ενταξιακή εκπαίδευση απαιτεί σταθερή, μόνιμη παρουσία εκπαιδευτικού ΕΑΕ με οργανική θέση ως συντονιστή της ένταξης, σε κάθε σχολείο για την υποστήριξη μαθητών και εκπαιδευτικών. ΣΥΝΕΠΩΣ, ΚΑΘΕ ΣΧΟΛΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΕΛΕΧΩΘΕΙ ΜΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΕΑΕ-μέλος των ΕΔΕΑΥ- εάν θέλουμε πραγματικά να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο θεσμός αυτός. Για να είναι αποτελεσματικές οι ΕΔΕΑΥ, πρέπει να λειτουργούν σε όλα ανεξαιρέτως τα σχολεία σε καθημερινή βάση και με μόνιμο προσωπικό. Η τρέχουσα σποραδική λειτουργία τους με διαφορετικό προσωπικό σε ετήσια βάση είναι αναποτελεσματική και εντασσόμενη αυτούσια στο νέο πλαίσιο απλώς συμβάλλει στον γραφειοκρατικό δαίδαλο.
    Στην παράγραφο 4. του άρθρου 10, προβλέπεται ότι, στις συνεδριάσεις των Ε.Δ.Ε.Α.Υ καλούνται οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών στις περιπτώσεις που οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. συνεδριάζουν για τον σχεδιασμό Ε.Π.Ε., καθώς και για την παροχή απόψεων σε κάθε άλλη περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο. Το σχόλιό μας επί της συγκεκριμένης διάταξης είναι ότι, για τις συνεδριάσεις των Ε.Δ.Ε.Α.Υ ενημερώνονται οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών, για την κατάθεση απόψεων τους για το σχεδιασμό Ε.Π.Ε. και για κάθε άλλη περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο από τους ίδιους τους γονείς.
    Στην παράγραφο 6 του άρθρου, προβλέπεται ότι: «Όποτε κρίνεται απαραίτητο, η Ε.Δ.Ε.Α.Υ. μπορεί, κατά περίπτωση, να ζητά τη συνδρομή και μελών άλλων ειδικοτήτων του Ε.Ε.Π. που υπηρετούν στο Κέντρο Υποστήριξης του Σ.Δ.Ε.Υ.», ωστόσο, για την ολοκληρωμένη αξιολόγηση και υποστήριξη στο σχολείο, στα πλαίσια των ΕΔΕΑΥ είναι απαραίτητο να καλούνται όλες οι ειδικότητες που εμπλέκονται στην υποστήριξη του μαθητή όπως λ.χ. οι τοποθετούμενοι ΕΒΠ
    Μία επίσης θετική πρόβλεψη είναι αυτή της παραγράφου 8 του άρθρου 10, όπου αναφέρεται ότι: «Οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. ασκούν ιδίως τις εξής αρμοδιότητες:
    α)… προτείνουν την παραπομπή στα Κ.Ε.Σ.Υ… Για την παραπομπή των μαθητών απαιτείται καταρχήν η αίτηση των γονέων ή κηδεμόνων…». Ορθά προβλέπεται ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ η αίτηση γονέων. Μόνο με την βούληση των γονέων –κηδεμόνων δύναται ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ-ΝΟΜΙΜΑ να διενεργείται αξιολόγηση-παραπομπή για αξιολόγηση καθώς και παρέμβαση σε έναν ανήλικο μαθητή. Η διασφάλιση της συναίνεσης των γονέων για παροχή υποστήριξης, που χρήζει ένας μαθητής, ενδυναμώνεται από τις υπηρεσίες συμβουλευτικής και ψυχοεκπαίδευσης από ΕΜΠΕΙΡΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΌ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ προς τους γονείς. Άλλως οποιαδήποτε παρέμβαση χωρίς την συμμετοχή των γονέων παραμένει άκαρπη και αναποτελεσματική.

  • 26 Μαρτίου 2018, 11:20 | Ε.Σ.
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Οι ΕΔΕΑΥ θα εκπονούν αξιολογικές εκθέσεις σε συνεργασία με τους συλλόγους διδασκόντων. Πως θα γίνει αυτό εφόσον το προσωπικό τόσο των ΕΔΕΑΥ όσο και των τμημάτων ένταξης των σχολείων είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό αναπληρωτές; Και που έχουν δημοσιοποιηθεί τα αποτελέσματα της λειτουργίας των ΕΔΕΑΥ ώστε να υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση του εκπαιδευτικού τους έργου;
    Γίνεται λόγος για βραχυχρόνιο πρόγραμμα υποστήριξης του μαθητή. Χρονικά πως καθορίζεται και υπό ποιές προυποθέσεις; Και πως αυτό το πρόγραμμα θα εφαρμοστεί όταν το εκπαιδευτικό και επιστημονικό προσωπικό των σχολείων είναι συνεχώς μεταβαλλόμενο;
    Γίνεται αναφορά στους δήμους και ότι αυτοί θα υποστηρίζουν το έργο του σχολέιου όπου απαιτείται. Αρα μεταφέρουμε και άλλο βάρος από το υπουργείο προς τις σχολικές επιτροπές, πέρα από το οικονομικό κομμάτι. Και η ευθύνη του καθύλην αρμόδιου δηλαδή του υπουργείου πάει περίπατο, εφόσον υπάρχει ο δήμος και τα προγράμματα ΕΣΠΑ.

  • 26 Μαρτίου 2018, 11:59 | ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ ΕΥΦΗΜΙΑ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Για τη στελέχωση των ΕΔΕΑΥ να προβλεφθεί και το δικαίωμα αποσπάσεων απο το μόνιμο προσωπικό ΕΕΠ των ΣΜΕΑΕ και όχι μόνο απο αναπληρωτές ΕΕΠ που αλλάζουν κάθε χρόνο, με μεγάλη επιβάρυνση στις ανάγκες εργασίας των ΕΔΕΑΥ.

  • 26 Μαρτίου 2018, 11:07 | ΕΥΑ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ του Π.Ε.Σ.Ε.Α.
    για το νομοσχέδιο τον Υπουργείου Παιδείας που αφορά την
    Αναδιοργάνωση των Δομών Υποστήριξης σε Π.Ε.&Δ.Ε.
    Πειραιάς, 23-03-2018
    Αρ. Πρωτ.: 32

    Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Ειδικής Αγωγής-Π.Ε.Σ.Ε.Α, αναφορικά με το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων «ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», θεωρεί ότι το προαναφερόμενο Σχέδιο Νόμου για τον επανασχεδιασμό και αναδιάρθρωση των δομών, των λειτουργιών των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των δομών της εκπαίδευσης χρειάζεται περισσότερο χρόνο διαβούλευσης με τους αρμόδιους φορείς. Ήδη στον περιορισμένο τελεσιγραφικό χρόνο ηλεκτρονικής διαβούλευσης (διάρκειας 1 εβδομάδας) που έδωσε το Υπουργείο Παιδείας κατατέθηκαν -από πολλούς εμπλεκόμενους φορείς- σημαντικές αναλύσεις και προτάσεις που ζητούν είτε απόσυρσή του είτε εύλογο χρονικό διάστημα για τη διεξαγωγή ενός έντιμου ουσιαστικού διαλόγου.
    Επομένως χρειάζεται οι σχετιζόμενοι με το εκπαιδευτικό σύστημα φορείς να αποτυπώσουν και να συζητήσουν με την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας τα μειονεκτήματά του και τα πλεονεκτήματά του για να αποτραπεί η ψήφιση ενός κρίσιμου νομοθετήματος που θα σέρνεται, θα αμφισβητείται η συνταγματικότητά του και, ταυτόχρονα θα απορρυθμίζει τη δημόσια εκπαίδευση, μέχρι την έκδοση πλήθους μεταβατικών υπουργικών αποφάσεων και κανονιστικών πράξεων. Δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα «η αποστασιοποίηση των εκπαιδευτικών από το ίδιο το έργο τους» ούτε «ο προσωπικοκεντρικός χαρακτήρας» για να δικαιολογήσει την αντικατάσταση του συστήματος. Ο συγκεντρωτικός και γραφειοκρατικός χαρακτήρας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που βλέπει την εκπαίδευση ως μέσο για την παραγωγικότητα με βάση τα οικονομικά μοντέλα της αγοράς, αποτελεί εμπόδιο για τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας που είναι μεν αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Κρίσιμη σημασία αποτελεί και η διαχείρισή της, για ποιους σκοπούς χρησιμοποιείται.
    Στο προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου οι αλλαγές σε διοικητικό επίπεδο με την ενσωμάτωση πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και οι αλλαγές στον τρόπο στελέχωσης των νέων υπηρεσιών θεωρούνται ικανές για την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους στη μάθηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές όχι μόνο στη νομοθεσία αλλά σε πρακτικό και κυρίως σε οικονομικό επίπεδο. Στις νέες υπηρεσίες που προτείνονται είναι τα Κ.Ε.Σ.Υ. που ενσωματώνουν υπηρεσίες που μέχρι σήμερα έχουν διαφορετικό αντικείμενο και απευθύνονται σε διαφορετικό μαθητικό πληθυσμό. Τα Κ.Ε.Σ.Υ. ανάμεσα στις «πολυδιάστατες» αρμοδιότητες τους είναι να παρέχουν υποστήριξη «στο σύνολο της σχολικής και ευρύτερης κοινότητας της περιοχής ευθύνης του (σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές, τοπική κοινότητα) σε πολλαπλά επίπεδα (πρόληψη, αξιολόγηση, εισήγηση, παρέμβαση, ενημέρωση-επιμόρφωση, ευαισθητοποίηση) με στόχο τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των μαθητών στο εκπαιδευτικό αγαθό».
    Η προτεινόμενη οργανωτική σύνθεση θεωρούμε ότι θα δημιουργήσει πολλαπλά προβλήματα σε λειτουργικό αλλά και εργασιακό επίπεδο, γιατί η σημερινή πραγματικότητα με βαθιές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες έχει δημιουργήσει ένα χάσμα ανάμεσα στην εκπαιδευτική πολιτική και στην πρακτική της εφαρμογή. Αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται με τις διατάξεις του προτεινόμενου νόμου. Ωστόσο αν αυτό είναι το όραμα δεν πρέπει να αποσιωπάται ότι αποτελεί ένα ζήτημα περίπλοκο που απαιτεί μια δύσκολη μεταβατική διαδικασία. Μια διαδικασία που απαιτεί άλλον προσανατολισμό στην εκπαίδευση, γενναία χρηματοδότηση, αλλαγή στα προγράμματα σπουδών και στη διδασκαλία, υποστήριξη, επιμόρφωση και ουσιαστική οικονομική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών ώστε σταδιακά και σταθερά να εξασφαλιστεί η ισότιμη εκπαίδευση για όλους.
    Στο όνομα της αποκέντρωσης η σχολική μονάδα επιφορτίζεται με πολλές και πολυδιάστατες αρμοδιότητες και το εκπαιδευτικό προσωπικό καλείται να διαδραματίσει νέους ρόλους, χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προτείνονται «συνεργασίες» του σχολείου με φορείς και υπηρεσίες, χωρίς να έχει καθοριστεί ούτε το νομικό πλαίσιο ούτε και τα πρωτόκολλα συνεργασίας. Το σημερινό σχολείο πριν από οποιαδήποτε νέα καινοτόμα δράση χρειάζεται μόνιμο, σταθερό και ενισχυμένο οικονομικά και επαγγελματικά προσωπικό. Η συνεχής ανασφάλεια και απαξίωση που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί μέσα σε συνθήκες οικονομικής λιτότητας δεν προμηνύει καλούς οιωνούς αλλά μάλλον ενισχύει την «αποστασιοποίησή» τους. Επιχειρείται η συγχώνευση δομών και υπηρεσιών, όπως: α) τα ΠΕΚΕΣ για να απορροφήσουν τα τμήματα επιστημονικής καθοδήγησης, τους Σχολικούς Συμβούλους, τα ΠΕΚ, β) τα ΚΕΣΥ για να καταργηθούν και συγχωνευτούν τα ΚΕΔΔΥ, τα ΚΕΣΥΠ, οι Σταθμοί Συμβουλευτικής Νέων, και γ) τα ΚΕΑ για να συνενωθούν τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, η Αγωγή Υγείας, οι Σχολικές Δραστηριότητες και τα Πολιτιστικά Τμήματα με στόχο την μείωση θέσεων και όχι την ενίσχυση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος.
    Με τη δημιουργία και λειτουργία των ΠΕ.ΚΕ.Σ. στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Π.Ε.&Δ.Ε. το Υπουργείο Παιδείας μετακυλά την επιτελική ευθύνη του και την ουσιαστική υποστήριξή του στο εκπαιδευτικό έργο των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το πλήθος των αρμοδιοτήτων του νέου θεσμού στο οποίο συγκεντρώνονται ευθύνες παιδαγωγικές, διοικητικές, γνωμοδοτικές, εκπαιδευτικού σχεδιασμού και αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου, επιμορφωτικές, συμβουλευτικής γονέων, συντονισμού άλλων εκπαιδευτικών φορέων, προσδίδουν στον θεσμό αυτό βραδυκίνητα και δυσλειτουργικά χαρακτηριστικά. Η προφανής αδυναμία στοιχειώδους ανταπόκρισης στις πολλαπλές ανάγκες που ανακύπτουν στο πεδίο της εφαρμογής του, αναπόφευκτα θα οδηγήσει το όλο εγχείρημα να παραμείνει «κενό γράμμα» και να καταγραφεί στην ιστορία της εκπαίδευσης, ως ακόμα ένας νόμος που έμεινε «στα χαρτιά».
    Η κατάργηση του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων που λειτουργούσαν ανά διεύθυνση εκπαίδευσης, υποβαθμίζει τον αποκεντρωτικό, επιστημονικό, καθοδηγητικό και υποστηρικτικό τους ρόλο προς τις σχολικές μονάδες και τις άλλες εκπαιδευτικές δομές. Η παιδαγωγική καθοδήγηση εξ αποστάσεως, δεν μπορεί να λύσει ζητήματα και ουσιαστικά δεν υπάρχει. Η Πολιτεία μέχρι σήμερα δεν επεδίωξε την ποιοτική αναβάθμιση του θεσμού του Σχολικού Συμβούλου. Ένα θεσμό που διεκδίκησαν τα Συνδικάτα με αγώνες, ενάντια στον διοικητικό αυταρχισμό της μακρινής περιόδου των επιθεωρητών, που το Ελληνικό Κράτος επιχειρεί σήμερα -εκδικητικά και αναιτιολόγητα- να τον απαξιώσει και να τον καταργήσει. Η εμμονή σε αναιτιολόγητα προαπαιτούμενα, φωτογραφικές διατάξεις και εμφανείς αποκλεισμούς ικανών εκπαιδευτικών, σε συνδυασμό με τη λειτουργία των ΠΕ.Κ.Ε.Σ. στις Περιφέρειες, τη μεγάλη μείωση του αριθμού των στελεχών Π.Σ.Ε. και το δικαίωμα αίτησης σε μια μόνο Περιφέρεια, προαναγγέλλουν διακρίσεις με αντισυνταγματικές προεκτάσεις, αλλά και μεγάλα ελλείματα στελέχωσης των νέων δομών Π.Ε.&Δ.Ε.
    Με την ίδρυση της υπερδομής του ΚΕΣΥ και την ενίσχυση των ΕΔΕΑΥ που λειτουργούν με Προγράμματα ΕΣΠΑ καταστρέφει τον εκπαιδευτικό, παιδαγωγικό και διεπιστημονικό προσανατολισμό των ΚΕΔΔΥ, τα προγράμματα συνεκπαίδευσης, καθώς και τις ενταξιακές, & συμπεριληπτικές δομές του ελληνικού σχολείου, που ενισχύθηκαν στους εκπαιδευτικούς νόμους 4368/2006, 4415/2016 και 4452/2017. Μέχρι σήμερα τα ΚΕΔΔΥ επικεντρώνονταν με διεπιστημονικότητα στους μαθητές/τριες με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες υποστηρίζοντας την ένταξή τους στο γενικό ή το ειδικό σχολείο, παρά την εγκατάλειψή τους με ευθύνη των εκάστοτε ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας. Αντιθέτως, φαίνεται ότι το ΚΕΣΥ εστιάζεται σε ένα απροσδιόριστο διοικητικοκεντρικό καθηκοντολόγιο που θα αφορά την επιμόρφωση, την ειδική αγωγή, την συμβουλευτική και τον επαγγελματικό προσανατολισμό.
    Είναι προφανές πλέον, αν ψηφιστεί αυτό το νομοθέτημα, η διάγνωση θα αποδοθεί πλήρως στα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα (ΙΠΔ). Αυτά, αποτελούν μηχανισμό της ελληνικής κρατικής νοσοκομειακής δομής υγείας, η οποία με τη σειρά της αποτελεί έναν από τους πλέον προβληματικούς τομείς της κρατικής διοίκησης, με αποκορύφωμα ίσως, τα ιδιωτικά κέντρα ειδικής αγωγής που λειτουργούν με όρους αγοράς-πελατών-κόστους-κέρδους. Η επιστροφή στο ιατρικό μοντέλο με ουρές στα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα για απλές διαγνώσεις, κατά παραγγελία, γυρνάνε δεκαετίες πίσω την εκπαίδευση, την ειδική αγωγή και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση των αναπήρων παιδιών και των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Φαίνεται ότι στο νέο νόμο καταργείται το κοινωνικό και εκπαιδευτικό μοντέλο στη διαχείριση του μαθητικού πληθυσμού με αναπηρίες και ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, γι’ αυτό ο Πανελλήνιος Επιστημονικός Σύλλογος Ειδικής Αγωγής -Π.Ε.Σ.Ε.Α.- ζητά από τον Υπουργό Παιδείας να συνεχιστεί η Διαβούλευση και ο Διάλογος για το νομοσχέδιο με όλους τους φορείς, για όσο χρόνο απαιτείται, με την παραδοχή ότι η εκπαίδευση, ως θεσμός είναι καθολικός και ενιαίος. Επομένως οι όποιες νομοθετικές παρεμβάσεις όπου και όταν απαιτούνται, θα πρέπει να είναι μέρος μιας ενιαίας νομοθετικής πρότασης που να εναρμονίζεται με τους γενικούς και ειδικούς στόχους, να συνυφαίνονται με την γενική εκπαιδευτική διαδικασία και κατά κανόνα να υλοποιούνται στους χώρους, τα πλαίσια και τα προγράμματα της γενικής εκπαίδευσης.

  • 26 Μαρτίου 2018, 11:52 | ΓΙΩΡΓΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ του Π.Ε.Σ.Ε.Α.
    για το νομοσχέδιο τον Υπουργείου Παιδείας που αφορά την
    Αναδιοργάνωση των Δομών Υποστήριξης σε Π.Ε.&Δ.Ε.
    Πειραιάς, 23-03-2018
    Αρ. Πρωτ.: 32

    Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Ειδικής Αγωγής-Π.Ε.Σ.Ε.Α, αναφορικά με το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων «ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», θεωρεί ότι το προαναφερόμενο Σχέδιο Νόμου για τον επανασχεδιασμό και αναδιάρθρωση των δομών, των λειτουργιών των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των δομών της εκπαίδευσης χρειάζεται περισσότερο χρόνο διαβούλευσης με τους αρμόδιους φορείς. Ήδη στον περιορισμένο τελεσιγραφικό χρόνο ηλεκτρονικής διαβούλευσης (διάρκειας 1 εβδομάδας) που έδωσε το Υπουργείο Παιδείας κατατέθηκαν -από πολλούς εμπλεκόμενους φορείς- σημαντικές αναλύσεις και προτάσεις που ζητούν είτε απόσυρσή του είτε εύλογο χρονικό διάστημα για τη διεξαγωγή ενός έντιμου ουσιαστικού διαλόγου.
    Επομένως χρειάζεται οι σχετιζόμενοι με το εκπαιδευτικό σύστημα φορείς να αποτυπώσουν και να συζητήσουν με την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας τα μειονεκτήματά του και τα πλεονεκτήματά του για να αποτραπεί η ψήφιση ενός κρίσιμου νομοθετήματος που θα σέρνεται, θα αμφισβητείται η συνταγματικότητά του και, ταυτόχρονα θα απορρυθμίζει τη δημόσια εκπαίδευση, μέχρι την έκδοση πλήθους μεταβατικών υπουργικών αποφάσεων και κανονιστικών πράξεων. Δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα «η αποστασιοποίηση των εκπαιδευτικών από το ίδιο το έργο τους» ούτε «ο προσωπικοκεντρικός χαρακτήρας» για να δικαιολογήσει την αντικατάσταση του συστήματος. Ο συγκεντρωτικός και γραφειοκρατικός χαρακτήρας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που βλέπει την εκπαίδευση ως μέσο για την παραγωγικότητα με βάση τα οικονομικά μοντέλα της αγοράς, αποτελεί εμπόδιο για τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας που είναι μεν αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Κρίσιμη σημασία αποτελεί και η διαχείρισή της, για ποιους σκοπούς χρησιμοποιείται.
    Στο προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου οι αλλαγές σε διοικητικό επίπεδο με την ενσωμάτωση πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και οι αλλαγές στον τρόπο στελέχωσης των νέων υπηρεσιών θεωρούνται ικανές για την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους στη μάθηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές όχι μόνο στη νομοθεσία αλλά σε πρακτικό και κυρίως σε οικονομικό επίπεδο. Στις νέες υπηρεσίες που προτείνονται είναι τα Κ.Ε.Σ.Υ. που ενσωματώνουν υπηρεσίες που μέχρι σήμερα έχουν διαφορετικό αντικείμενο και απευθύνονται σε διαφορετικό μαθητικό πληθυσμό. Τα Κ.Ε.Σ.Υ. ανάμεσα στις «πολυδιάστατες» αρμοδιότητες τους είναι να παρέχουν υποστήριξη «στο σύνολο της σχολικής και ευρύτερης κοινότητας της περιοχής ευθύνης του (σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές, τοπική κοινότητα) σε πολλαπλά επίπεδα (πρόληψη, αξιολόγηση, εισήγηση, παρέμβαση, ενημέρωση-επιμόρφωση, ευαισθητοποίηση) με στόχο τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των μαθητών στο εκπαιδευτικό αγαθό».
    Η προτεινόμενη οργανωτική σύνθεση θεωρούμε ότι θα δημιουργήσει πολλαπλά προβλήματα σε λειτουργικό αλλά και εργασιακό επίπεδο, γιατί η σημερινή πραγματικότητα με βαθιές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες έχει δημιουργήσει ένα χάσμα ανάμεσα στην εκπαιδευτική πολιτική και στην πρακτική της εφαρμογή. Αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται με τις διατάξεις του προτεινόμενου νόμου. Ωστόσο αν αυτό είναι το όραμα δεν πρέπει να αποσιωπάται ότι αποτελεί ένα ζήτημα περίπλοκο που απαιτεί μια δύσκολη μεταβατική διαδικασία. Μια διαδικασία που απαιτεί άλλον προσανατολισμό στην εκπαίδευση, γενναία χρηματοδότηση, αλλαγή στα προγράμματα σπουδών και στη διδασκαλία, υποστήριξη, επιμόρφωση και ουσιαστική οικονομική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών ώστε σταδιακά και σταθερά να εξασφαλιστεί η ισότιμη εκπαίδευση για όλους.
    Στο όνομα της αποκέντρωσης η σχολική μονάδα επιφορτίζεται με πολλές και πολυδιάστατες αρμοδιότητες και το εκπαιδευτικό προσωπικό καλείται να διαδραματίσει νέους ρόλους, χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προτείνονται «συνεργασίες» του σχολείου με φορείς και υπηρεσίες, χωρίς να έχει καθοριστεί ούτε το νομικό πλαίσιο ούτε και τα πρωτόκολλα συνεργασίας. Το σημερινό σχολείο πριν από οποιαδήποτε νέα καινοτόμα δράση χρειάζεται μόνιμο, σταθερό και ενισχυμένο οικονομικά και επαγγελματικά προσωπικό. Η συνεχής ανασφάλεια και απαξίωση που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί μέσα σε συνθήκες οικονομικής λιτότητας δεν προμηνύει καλούς οιωνούς αλλά μάλλον ενισχύει την «αποστασιοποίησή» τους. Επιχειρείται η συγχώνευση δομών και υπηρεσιών, όπως: α) τα ΠΕΚΕΣ για να απορροφήσουν τα τμήματα επιστημονικής καθοδήγησης, τους Σχολικούς Συμβούλους, τα ΠΕΚ, β) τα ΚΕΣΥ για να καταργηθούν και συγχωνευτούν τα ΚΕΔΔΥ, τα ΚΕΣΥΠ, οι Σταθμοί Συμβουλευτικής Νέων, και γ) τα ΚΕΑ για να συνενωθούν τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, η Αγωγή Υγείας, οι Σχολικές Δραστηριότητες και τα Πολιτιστικά Τμήματα με στόχο την μείωση θέσεων και όχι την ενίσχυση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος.
    Με τη δημιουργία και λειτουργία των ΠΕ.ΚΕ.Σ. στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Π.Ε.&Δ.Ε. το Υπουργείο Παιδείας μετακυλά την επιτελική ευθύνη του και την ουσιαστική υποστήριξή του στο εκπαιδευτικό έργο των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το πλήθος των αρμοδιοτήτων του νέου θεσμού στο οποίο συγκεντρώνονται ευθύνες παιδαγωγικές, διοικητικές, γνωμοδοτικές, εκπαιδευτικού σχεδιασμού και αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου, επιμορφωτικές, συμβουλευτικής γονέων, συντονισμού άλλων εκπαιδευτικών φορέων, προσδίδουν στον θεσμό αυτό βραδυκίνητα και δυσλειτουργικά χαρακτηριστικά. Η προφανής αδυναμία στοιχειώδους ανταπόκρισης στις πολλαπλές ανάγκες που ανακύπτουν στο πεδίο της εφαρμογής του, αναπόφευκτα θα οδηγήσει το όλο εγχείρημα να παραμείνει «κενό γράμμα» και να καταγραφεί στην ιστορία της εκπαίδευσης, ως ακόμα ένας νόμος που έμεινε «στα χαρτιά».
    Η κατάργηση του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων που λειτουργούσαν ανά διεύθυνση εκπαίδευσης, υποβαθμίζει τον αποκεντρωτικό, επιστημονικό, καθοδηγητικό και υποστηρικτικό τους ρόλο προς τις σχολικές μονάδες και τις άλλες εκπαιδευτικές δομές. Η παιδαγωγική καθοδήγηση εξ αποστάσεως, δεν μπορεί να λύσει ζητήματα και ουσιαστικά δεν υπάρχει. Η Πολιτεία μέχρι σήμερα δεν επεδίωξε την ποιοτική αναβάθμιση του θεσμού του Σχολικού Συμβούλου. Ένα θεσμό που διεκδίκησαν τα Συνδικάτα με αγώνες, ενάντια στον διοικητικό αυταρχισμό της μακρινής περιόδου των επιθεωρητών, που το Ελληνικό Κράτος επιχειρεί σήμερα -εκδικητικά και αναιτιολόγητα- να τον απαξιώσει και να τον καταργήσει. Η εμμονή σε αναιτιολόγητα προαπαιτούμενα, φωτογραφικές διατάξεις και εμφανείς αποκλεισμούς ικανών εκπαιδευτικών, σε συνδυασμό με τη λειτουργία των ΠΕ.Κ.Ε.Σ. στις Περιφέρειες, τη μεγάλη μείωση του αριθμού των στελεχών Π.Σ.Ε. και το δικαίωμα αίτησης σε μια μόνο Περιφέρεια, προαναγγέλλουν διακρίσεις με αντισυνταγματικές προεκτάσεις, αλλά και μεγάλα ελλείματα στελέχωσης των νέων δομών Π.Ε.&Δ.Ε.
    Με την ίδρυση της υπερδομής του ΚΕΣΥ και την ενίσχυση των ΕΔΕΑΥ που λειτουργούν με Προγράμματα ΕΣΠΑ καταστρέφει τον εκπαιδευτικό, παιδαγωγικό και διεπιστημονικό προσανατολισμό των ΚΕΔΔΥ, τα προγράμματα συνεκπαίδευσης, καθώς και τις ενταξιακές, & συμπεριληπτικές δομές του ελληνικού σχολείου, που ενισχύθηκαν στους εκπαιδευτικούς νόμους 4368/2006, 4415/2016 και 4452/2017. Μέχρι σήμερα τα ΚΕΔΔΥ επικεντρώνονταν με διεπιστημονικότητα στους μαθητές/τριες με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες υποστηρίζοντας την ένταξή τους στο γενικό ή το ειδικό σχολείο, παρά την εγκατάλειψή τους με ευθύνη των εκάστοτε ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας. Αντιθέτως, φαίνεται ότι το ΚΕΣΥ εστιάζεται σε ένα απροσδιόριστο διοικητικοκεντρικό καθηκοντολόγιο που θα αφορά την επιμόρφωση, την ειδική αγωγή, την συμβουλευτική και τον επαγγελματικό προσανατολισμό.
    Είναι προφανές πλέον, αν ψηφιστεί αυτό το νομοθέτημα, η διάγνωση θα αποδοθεί πλήρως στα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα (ΙΠΔ). Αυτά, αποτελούν μηχανισμό της ελληνικής κρατικής νοσοκομειακής δομής υγείας, η οποία με τη σειρά της αποτελεί έναν από τους πλέον προβληματικούς τομείς της κρατικής διοίκησης, με αποκορύφωμα ίσως, τα ιδιωτικά κέντρα ειδικής αγωγής που λειτουργούν με όρους αγοράς-πελατών-κόστους-κέρδους. Η επιστροφή στο ιατρικό μοντέλο με ουρές στα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα για απλές διαγνώσεις, κατά παραγγελία, γυρνάνε δεκαετίες πίσω την εκπαίδευση, την ειδική αγωγή και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση των αναπήρων παιδιών και των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Φαίνεται ότι στο νέο νόμο καταργείται το κοινωνικό και εκπαιδευτικό μοντέλο στη διαχείριση του μαθητικού πληθυσμού με αναπηρίες και ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, γι’ αυτό ο Πανελλήνιος Επιστημονικός Σύλλογος Ειδικής Αγωγής -Π.Ε.Σ.Ε.Α.- ζητά από τον Υπουργό Παιδείας να συνεχιστεί η Διαβούλευση και ο Διάλογος για το νομοσχέδιο με όλους τους φορείς, για όσο χρόνο απαιτείται, με την παραδοχή ότι η εκπαίδευση, ως θεσμός είναι καθολικός και ενιαίος. Επομένως οι όποιες νομοθετικές παρεμβάσεις όπου και όταν απαιτούνται, θα πρέπει να είναι μέρος μιας ενιαίας νομοθετικής πρότασης που να εναρμονίζεται με τους γενικούς και ειδικούς στόχους, να συνυφαίνονται με την γενική εκπαιδευτική διαδικασία και κατά κανόνα να υλοποιούνται στους χώρους, τα πλαίσια και τα προγράμματα της γενικής εκπαίδευσης.

  • 26 Μαρτίου 2018, 10:41 | Σταυρουλα
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Σχολικά Δίκτυα Εκπαιδευτικής Υποστήριξης (Σ.Δ.Ε.Υ.) και Επιτροπές Διεπιστημονικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Υποστήριξης (Ε.Δ.Ε.Α.Υ.)
    4. Στις συνεδριάσεις των Ε.Δ.Ε.Α.Υ καλούνται οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών στις περιπτώσεις που οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. συνεδριάζουν για τον σχεδιασμό Ε.Π.Ε., καθώς και για την παροχή απόψεων σε κάθε άλλη περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο. Σχόλιο: Εδώ δε γίνεται λόγος για τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς που υποστηρίζουν το μαθητή. Πέρα από τους υπεύθυνους εκπαιδευτικούς των τμημάτων, τους μαθητές υποστηρίζουν και εκπαιδευτικοί άλλων ειδικοτήτων όπως θεατρολόγοι, εικαστικοί, γυμναστές, ξένων γλωσσών κ.ά. οι οποίοι θα πρέπει να συμμετέχουν στο σχεδιασμό του ΕΠΕ.8.
    Οι Ε.Δ.Ε.Α.Υ. ασκούν ιδίως τις εξής αρμοδιότητες:
    α) Διενεργούν εκπαιδευτικές αξιολογήσεις του είδους των δυσκολιών και των πιθανών εκπαιδευτικών, ψυχοκοινωνικών και άλλων φραγμών στη μάθηση που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένοι μαθητές και προτείνουν την παραπομπή στα Κ.Ε.Σ.Υ. των μαθητών για τους οποίους, ύστερα από την υποστήριξη στο σχολείο τους και την εφαρμογή βραχυχρόνιου προγράμματος παρέμβασης, κρίνεται ότι απαιτείται η έκδοση αξιολογικής έκθεσης. Για την παραπομπή των μαθητών απαιτείται καταρχήν η αίτηση των γονέων ή κηδεμόνων και η τεκμηριωμένη εισήγηση του συλλόγου διδασκόντων, από την οποία προκύπτει ότι έγιναν όλες οι αναγκαίες υποστηρικτικές παρεμβάσεις από τη σχολική μονάδα του μαθητή και την Ε.Δ.Ε.Α.Υ. και εκτίθενται τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων αυτών.Σχόλιο: Σχετικά με την εφαρμογή του βραχυχρόνιου προγράμματος πώς αυτό διασφαλίζεται ότι θα εφαρμόζεται για χρονικό διάστημα που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες κάθε μαθητή, ώστε ανάλογα με τα αποτελέσματα της παρέμβασης να υπάρχει ο επαρκής χρόνος για παραπομπή του μαθητή στο ΚΕΣΥ; Όπως φαίνεται πλέον δε θα χορηγείται γνωμάτευση κατά πρότυπα του ΚΕΔΔΥ μέσω των οποίων διασφαλίζεται η διεπιστημονικότητα στην προσέγγιση του μαθητή
    β) Υποστηρίζουν τους εκπαιδευτικούς των σχολικών μονάδων σε σχέση με ζητήματα παιδαγωγικής ανταπόκρισης στην ετερογένεια του μαθητικού πληθυσμού, όπως η εφαρμογή μεθόδων διαφοροποιημένης διδασκαλίας, διαθεματικών και διεπιστημονικών προσεγγίσεων, ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας, βιωματικής μάθησης και εναλλακτικών μορφών μάθησης
    Σχόλιο: Διατυπώνεται ο προβληματισμός αναφορικά με τη δυνατότητα υποστήριξης των εκπαιδευτικών από τα μέλη των ΕΔΕΑΥ (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς) ως προς τους συγκεκριμένους τομείς της μάθησης, σε συνδυασμό και με το μεγάλο φάσμα αρμοδιοτήτων που καλούνται να υπηρετήσουν στο πλαίσιο της διεπιστημονικής προσέγγισης των εκπαιδευτικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς.
    γ) Διαμορφώνουν προγράμματα προσχολικής πρώιμης παρέμβασης, σε
    συνεργασία με τα Κ.Ε.Σ.Υ. ή τα δημόσια Ιατροπαιδαγωγικά (Ι.Π.Δ.) Κέντρα και
    οργανώνουν ειδικά επιμορφωτικά προγράμματα για γονείς με παιδιά ηλικίας έως
    έξι ετών, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες των Δήμων.
    Σχόλιο: Για ποιον λόγο γίνεται αναφορά στο “έως έξι ετών” από τη στιγμή που η έγκαιρη -και όχι πρώιμη- παρέμβαση αφορά σε παιδιά μέχρι και 4 ετών, πριν δηλαδή φοιτήσουν σε προνήπιο; Στον νόμο 3699/2008 προβλέπονταν “τμήματα πρώιμης παρέμβασης” στα νηπιαγωγεία για την υποστήριξη των μαθητών τα οποία, όμως, δε λειτούργησαν ποτέ. Επίσης, ποιες είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες των Δήμων που θα συνεργαστούν για τα επιμορφωτικά προγράμματα;
    δ) Εξειδικεύουν τους βασικούς άξονες των Ε.Π.Ε., όπως αυτοί περιγράφονται από τα Κ.Ε.Σ.Υ. στις εκθέσεις αξιολόγησης, σε συγκεκριμένους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους και έχουν την ευθύνη παρακολούθησης της εφαρμογής τους, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς του τμήματος φοίτησης του μαθητή
    Σχόλιο: Η συνεργασία αφορά το σύνολο του εκπαιδευτικού προσωπικού που υποστηρίζει-διδάσκει τον μαθητή

  • 26 Μαρτίου 2018, 10:09 | Konstantina
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ του Π.Ε.Σ.Ε.Α.
    για το νομοσχέδιο τον Υπουργείου Παιδείας που αφορά την
    Αναδιοργάνωση των Δομών Υποστήριξης σε Π.Ε.&Δ.Ε.
    Πειραιάς, 23-03-2018
    Αρ. Πρωτ.: 32

    Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Ειδικής Αγωγής-Π.Ε.Σ.Ε.Α, αναφορικά με το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων «ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», θεωρεί ότι το προαναφερόμενο Σχέδιο Νόμου για τον επανασχεδιασμό και αναδιάρθρωση των δομών, των λειτουργιών των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των δομών της εκπαίδευσης χρειάζεται περισσότερο χρόνο διαβούλευσης με τους αρμόδιους φορείς. Ήδη στον περιορισμένο τελεσιγραφικό χρόνο ηλεκτρονικής διαβούλευσης (διάρκειας 1 εβδομάδας) που έδωσε το Υπουργείο Παιδείας κατατέθηκαν -από πολλούς εμπλεκόμενους φορείς- σημαντικές αναλύσεις και προτάσεις που ζητούν είτε απόσυρσή του είτε εύλογο χρονικό διάστημα για τη διεξαγωγή ενός έντιμου ουσιαστικού διαλόγου.
    Επομένως χρειάζεται οι σχετιζόμενοι με το εκπαιδευτικό σύστημα φορείς να αποτυπώσουν και να συζητήσουν με την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας τα μειονεκτήματά του και τα πλεονεκτήματά του για να αποτραπεί η ψήφιση ενός κρίσιμου νομοθετήματος που θα σέρνεται, θα αμφισβητείται η συνταγματικότητά του και, ταυτόχρονα θα απορρυθμίζει τη δημόσια εκπαίδευση, μέχρι την έκδοση πλήθους μεταβατικών υπουργικών αποφάσεων και κανονιστικών πράξεων. Δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα «η αποστασιοποίηση των εκπαιδευτικών από το ίδιο το έργο τους» ούτε «ο προσωπικοκεντρικός χαρακτήρας» για να δικαιολογήσει την αντικατάσταση του συστήματος. Ο συγκεντρωτικός και γραφειοκρατικός χαρακτήρας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που βλέπει την εκπαίδευση ως μέσο για την παραγωγικότητα με βάση τα οικονομικά μοντέλα της αγοράς, αποτελεί εμπόδιο για τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας που είναι μεν αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Κρίσιμη σημασία αποτελεί και η διαχείρισή της, για ποιους σκοπούς χρησιμοποιείται.
    Στο προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου οι αλλαγές σε διοικητικό επίπεδο με την ενσωμάτωση πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και οι αλλαγές στον τρόπο στελέχωσης των νέων υπηρεσιών θεωρούνται ικανές για την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους στη μάθηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές όχι μόνο στη νομοθεσία αλλά σε πρακτικό και κυρίως σε οικονομικό επίπεδο. Στις νέες υπηρεσίες που προτείνονται είναι τα Κ.Ε.Σ.Υ. που ενσωματώνουν υπηρεσίες που μέχρι σήμερα έχουν διαφορετικό αντικείμενο και απευθύνονται σε διαφορετικό μαθητικό πληθυσμό. Τα Κ.Ε.Σ.Υ. ανάμεσα στις «πολυδιάστατες» αρμοδιότητες τους είναι να παρέχουν υποστήριξη «στο σύνολο της σχολικής και ευρύτερης κοινότητας της περιοχής ευθύνης του (σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές, τοπική κοινότητα) σε πολλαπλά επίπεδα (πρόληψη, αξιολόγηση, εισήγηση, παρέμβαση, ενημέρωση-επιμόρφωση, ευαισθητοποίηση) με στόχο τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των μαθητών στο εκπαιδευτικό αγαθό».
    Η προτεινόμενη οργανωτική σύνθεση θεωρούμε ότι θα δημιουργήσει πολλαπλά προβλήματα σε λειτουργικό αλλά και εργασιακό επίπεδο, γιατί η σημερινή πραγματικότητα με βαθιές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες έχει δημιουργήσει ένα χάσμα ανάμεσα στην εκπαιδευτική πολιτική και στην πρακτική της εφαρμογή. Αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται με τις διατάξεις του προτεινόμενου νόμου. Ωστόσο αν αυτό είναι το όραμα δεν πρέπει να αποσιωπάται ότι αποτελεί ένα ζήτημα περίπλοκο που απαιτεί μια δύσκολη μεταβατική διαδικασία. Μια διαδικασία που απαιτεί άλλον προσανατολισμό στην εκπαίδευση, γενναία χρηματοδότηση, αλλαγή στα προγράμματα σπουδών και στη διδασκαλία, υποστήριξη, επιμόρφωση και ουσιαστική οικονομική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών ώστε σταδιακά και σταθερά να εξασφαλιστεί η ισότιμη εκπαίδευση για όλους.
    Στο όνομα της αποκέντρωσης η σχολική μονάδα επιφορτίζεται με πολλές και πολυδιάστατες αρμοδιότητες και το εκπαιδευτικό προσωπικό καλείται να διαδραματίσει νέους ρόλους, χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προτείνονται «συνεργασίες» του σχολείου με φορείς και υπηρεσίες, χωρίς να έχει καθοριστεί ούτε το νομικό πλαίσιο ούτε και τα πρωτόκολλα συνεργασίας. Το σημερινό σχολείο πριν από οποιαδήποτε νέα καινοτόμα δράση χρειάζεται μόνιμο, σταθερό και ενισχυμένο οικονομικά και επαγγελματικά προσωπικό. Η συνεχής ανασφάλεια και απαξίωση που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί μέσα σε συνθήκες οικονομικής λιτότητας δεν προμηνύει καλούς οιωνούς αλλά μάλλον ενισχύει την «αποστασιοποίησή» τους. Επιχειρείται η συγχώνευση δομών και υπηρεσιών, όπως: α) τα ΠΕΚΕΣ για να απορροφήσουν τα τμήματα επιστημονικής καθοδήγησης, τους Σχολικούς Συμβούλους, τα ΠΕΚ, β) τα ΚΕΣΥ για να καταργηθούν και συγχωνευτούν τα ΚΕΔΔΥ, τα ΚΕΣΥΠ, οι Σταθμοί Συμβουλευτικής Νέων, και γ) τα ΚΕΑ για να συνενωθούν τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, η Αγωγή Υγείας, οι Σχολικές Δραστηριότητες και τα Πολιτιστικά Τμήματα με στόχο την μείωση θέσεων και όχι την ενίσχυση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος.
    Με τη δημιουργία και λειτουργία των ΠΕ.ΚΕ.Σ. στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Π.Ε.&Δ.Ε. το Υπουργείο Παιδείας μετακυλά την επιτελική ευθύνη του και την ουσιαστική υποστήριξή του στο εκπαιδευτικό έργο των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το πλήθος των αρμοδιοτήτων του νέου θεσμού στο οποίο συγκεντρώνονται ευθύνες παιδαγωγικές, διοικητικές, γνωμοδοτικές, εκπαιδευτικού σχεδιασμού και αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου, επιμορφωτικές, συμβουλευτικής γονέων, συντονισμού άλλων εκπαιδευτικών φορέων, προσδίδουν στον θεσμό αυτό βραδυκίνητα και δυσλειτουργικά χαρακτηριστικά. Η προφανής αδυναμία στοιχειώδους ανταπόκρισης στις πολλαπλές ανάγκες που ανακύπτουν στο πεδίο της εφαρμογής του, αναπόφευκτα θα οδηγήσει το όλο εγχείρημα να παραμείνει «κενό γράμμα» και να καταγραφεί στην ιστορία της εκπαίδευσης, ως ακόμα ένας νόμος που έμεινε «στα χαρτιά».
    Η κατάργηση του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων που λειτουργούσαν ανά διεύθυνση εκπαίδευσης, υποβαθμίζει τον αποκεντρωτικό, επιστημονικό, καθοδηγητικό και υποστηρικτικό τους ρόλο προς τις σχολικές μονάδες και τις άλλες εκπαιδευτικές δομές. Η παιδαγωγική καθοδήγηση εξ αποστάσεως, δεν μπορεί να λύσει ζητήματα και ουσιαστικά δεν υπάρχει. Η Πολιτεία μέχρι σήμερα δεν επεδίωξε την ποιοτική αναβάθμιση του θεσμού του Σχολικού Συμβούλου. Ένα θεσμό που διεκδίκησαν τα Συνδικάτα με αγώνες, ενάντια στον διοικητικό αυταρχισμό της μακρινής περιόδου των επιθεωρητών, που το Ελληνικό Κράτος επιχειρεί σήμερα -εκδικητικά και αναιτιολόγητα- να τον απαξιώσει και να τον καταργήσει. Η εμμονή σε αναιτιολόγητα προαπαιτούμενα, φωτογραφικές διατάξεις και εμφανείς αποκλεισμούς ικανών εκπαιδευτικών, σε συνδυασμό με τη λειτουργία των ΠΕ.Κ.Ε.Σ. στις Περιφέρειες, τη μεγάλη μείωση του αριθμού των στελεχών Π.Σ.Ε. και το δικαίωμα αίτησης σε μια μόνο Περιφέρεια, προαναγγέλλουν διακρίσεις με αντισυνταγματικές προεκτάσεις, αλλά και μεγάλα ελλείματα στελέχωσης των νέων δομών Π.Ε.&Δ.Ε.
    Με την ίδρυση της υπερδομής του ΚΕΣΥ και την ενίσχυση των ΕΔΕΑΥ που λειτουργούν με Προγράμματα ΕΣΠΑ καταστρέφει τον εκπαιδευτικό, παιδαγωγικό και διεπιστημονικό προσανατολισμό των ΚΕΔΔΥ, τα προγράμματα συνεκπαίδευσης, καθώς και τις ενταξιακές, & συμπεριληπτικές δομές του ελληνικού σχολείου, που ενισχύθηκαν στους εκπαιδευτικούς νόμους 4368/2006, 4415/2016 και 4452/2017. Μέχρι σήμερα τα ΚΕΔΔΥ επικεντρώνονταν με διεπιστημονικότητα στους μαθητές/τριες με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες υποστηρίζοντας την ένταξή τους στο γενικό ή το ειδικό σχολείο, παρά την εγκατάλειψή τους με ευθύνη των εκάστοτε ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας. Αντιθέτως, φαίνεται ότι το ΚΕΣΥ εστιάζεται σε ένα απροσδιόριστο διοικητικοκεντρικό καθηκοντολόγιο που θα αφορά την επιμόρφωση, την ειδική αγωγή, την συμβουλευτική και τον επαγγελματικό προσανατολισμό.
    Είναι προφανές πλέον, αν ψηφιστεί αυτό το νομοθέτημα, η διάγνωση θα αποδοθεί πλήρως στα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα (ΙΠΔ). Αυτά, αποτελούν μηχανισμό της ελληνικής κρατικής νοσοκομειακής δομής υγείας, η οποία με τη σειρά της αποτελεί έναν από τους πλέον προβληματικούς τομείς της κρατικής διοίκησης, με αποκορύφωμα ίσως, τα ιδιωτικά κέντρα ειδικής αγωγής που λειτουργούν με όρους αγοράς-πελατών-κόστους-κέρδους. Η επιστροφή στο ιατρικό μοντέλο με ουρές στα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα για απλές διαγνώσεις, κατά παραγγελία, γυρνάνε δεκαετίες πίσω την εκπαίδευση, την ειδική αγωγή και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση των αναπήρων παιδιών και των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Φαίνεται ότι στο νέο νόμο καταργείται το κοινωνικό και εκπαιδευτικό μοντέλο στη διαχείριση του μαθητικού πληθυσμού με αναπηρίες και ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, γι’ αυτό ο Πανελλήνιος Επιστημονικός Σύλλογος Ειδικής Αγωγής -Π.Ε.Σ.Ε.Α.- ζητά από τον Υπουργό Παιδείας να συνεχιστεί η Διαβούλευση και ο Διάλογος για το νομοσχέδιο με όλους τους φορείς, για όσο χρόνο απαιτείται, με την παραδοχή ότι η εκπαίδευση, ως θεσμός είναι καθολικός και ενιαίος. Επομένως οι όποιες νομοθετικές παρεμβάσεις όπου και όταν απαιτούνται, θα πρέπει να είναι μέρος μιας ενιαίας νομοθετικής πρότασης που να εναρμονίζεται με τους γενικούς και ειδικούς στόχους, να συνυφαίνονται με την γενική εκπαιδευτική διαδικασία και κατά κανόνα να υλοποιούνται στους χώρους, τα πλαίσια και τα προγράμματα της γενικής εκπαίδευσης.