Αρχική Ενεργή μάχη:Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών...ΜΕΡΟΣ Ζ’ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (άρθρα 74-105)Σχόλιο του χρήστη ΝΙΚΟΣ Φ | 17 Ιανουαρίου 2026, 01:42




Ως γνωστό ελπίζω και από την ομάδα σύνταξης του άρθρου 90 περί «Αναπροσαρμογής ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας αξιωματικών ειδικών καθηκόντων – Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 113 ν. 4662/2020» οι Αξιωματική ειδικών καθηκόντων του Πυροσβεστικού Σώματος αποτελούν εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό που προσλαμβάνεται ή μετατάσσεται για την κάλυψη συγκεκριμένων υπηρεσιακών αναγκών με εξειδικευμένες γνώσεις ως απόφοιτοι σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αρκετοί από αυτούς εκτός του βασικού τους τίτλου σπουδών είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών ή και διδακτορικών τίτλων στο γνωστικό τους αντικείμενο διαθέτοντας και πιστοποιητικά γλωσσομάθειας. Πρόκειται λοιπόν για υπαλληλικό προσωπικό που αδιαμφισβήτητα, αναβαθμίζει επιστημονικά και ποιοτικά τις υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος σε κάθε τμήμα όπου αυτό εντάσσεται.Με μια πρόχειρη ματιά στο άρθρο 113 του Ν.4662/2020 βλέπουμε ότι οι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων που είναι διορισμένοι πριν την ισχύ του π.δ. 44/2016 χρειάζονται αισθητά λιγότερα χρόνια παραμονής σε κάθε διοικητικό βαθμό για την προαγωγή τους στο επόμενο σε αντίθεση με τους αντίστοιχους ειδικών καθηκόντων οι οποίοι αντιμετωπίζονται ισοπεδωτικά ανεξάρτητα των ετών υπηρεσίας στο πυροσβεστικό σώμα. Έτσι ένας Ανθυποπυραγός για να φτάσει στο βαθμό του Αρχιπυράρχου θα χρειαστεί να διανύσει:•Για τους αξιωματικούς γενικών καθηκόντων που διορίστηκαν πριν την ισχύ του π.δ. 44/2016 είκοσι πέντε (25) χρόνια. •Για τους αξιωματικούς γενικών καθηκόντων που διορίστηκαν μετά την ισχύ του π.δ. 44/2016 τριάντα δυο (32) χρόνια. •Ενώ για τους αξιωματικούς Ειδικών Καθηκόντων ανεξαρτήτως έτος διορισμού τριάντα πέντε (35) χρόνια. Η παράγραφος 3 του άρθρου 113 του Ν.4662/2020 περί «Γενικών τυπικών προσόντων Αξιωματικών» προέβλεπε :«3. Ο κατά βαθμό ελάχιστος χρόνος υπηρεσίας των Αξιωματικών Ειδικών Καθηκόντων, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό και με τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας αυτών ως Αξιωματικών, καθορίζεται ως εξής: •αα. Ανθυποπυραγός τρία (3) έτη. •ββ. Υποπυραγός τέσσερα (4) έτη. •γγ. Πυραγός πέντε (5) έτη. •δδ. Επιπυραγός πέντε (5) έτη. •εε. Αντιπύραρχος τέσσερα (4) έτη στον βαθμό. •στστ. Πύραρχος τέσσερα (4) έτη στον βαθμό. •ζζ. Αρχιπύραρχος τρία (3) έτη στον βαθμό»Δηλαδή ένας Ανθυποπυραγός ειδικών καθηκόντων για να φτάσει στο βαθμό του Αρχιπυράρχου (που είναι και ο καταληκτικός στις περισσότερες των ειδικοτήτων) θα χρειαζόταν να διανύσει είκοσι οκτώ (28) έτη υπηρεσίας. Με την τροποποίηση στο προτεινόμενο άρθρο 90 περί «Αναπροσαρμογής ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας αξιωματικών ειδικών καθηκόντων – Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 113 ν. 4662/2020» προτείνεται:«3. Ο κατά βαθμό ελάχιστος χρόνος υπηρεσίας των αξιωματικών ειδικών καθηκόντων καθορίζεται ως εξής: •α. Ανθυποπυραγός τέσσερα (4) έτη. •β. Υποπυραγός πέντε (5) έτη. •γ. Πυραγός έξι (6) έτη. •δ. Επιπυραγός έξι (6) έτη. •ε. Αντιπύραρχος έξι (6) έτη. •στ. Πύραρχος πέντε (5) έτη. •ζ. Αρχιπύραρχος τρία (3) έτη στον βαθμό»Δηλαδή σε αυτήν την περίπτωση ένας Ανθυποπυραγός ειδικών καθηκόντων για να φτάσει στο βαθμό του Αρχιπυράρχου (που είναι και ο καταληκτικός στις περισσότερες των ειδικοτήτων) θα χρειαστεί να διανύσει τριάντα πέντε (35) χρόνια έτη υπηρεσίας. Αυτό σημαίνει πρόσθετη επιβάρυνση επτά (7) ετών έναντι της ισχύουσας νομοθεσίας που προέβλεπε ο Ν.4662/2020 για τους αξιωματικούς ειδικών καθηκόντων και δέκα (10) έτη έναντι της αντίστοιχης προβλεπόμενης των αξιωματικών γενικών καθηκόντων (πριν την εφαρμογή του π.δ. 44/2016). Η ορατή λοιπόν η βαθμολογική – εξελικτική διάκριση αντιβαίνει τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας μεταξύ εργαζομένων η οποία προασπίζεται συνταγματικά ενώ κατοχυρώνεται από το οικείο άρθρο 22 αυτού όπως επίσης και από την σχετική Ευρωπαϊκή οδηγία 2006/54/ΕΚ αλλά και με τη νομική δέσμευση του Ν.3896/2010 που απαγορεύει κάθε διάκριση στην εξέλιξη των εργαζομένων.Με δεδομένο λοιπόν ότι για την παροχή των εξειδικευμένων αυτών επιστημονικών γνώσεων δεν υφίσταται καμία επιπρόσθετη αντισταθμιστική οικονομική απολαβή όπως συμβαίνει στον λοιπό δημόσιο τομέα (π.χ. επίδομα πτυχίου, συναφών μεταπτυχιακών ή διδακτορικών σπουδών, ξένης γλώσσας κ.α.) φρονώ ότι πρέπει στοιχειωδώς και έννομος να τηρηθεί η αρχή της επαγγελματικής ισότητας στην οικονομική και βαθμολογική εξέλιξη και όχι η επιλεκτική διάκριση μεταξύ υπαλλήλων την οποία ο συντάκτης της παραπάνω νομοθετικής πρότασης προτείνει.