ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ – ΑΙΤΗΜΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 71 ΠΑΡ. 1 ΠΕΡ. β
(Συνταγματική και διοικητική θεμελίωση)
Η παράγραφος 1 περ. β του άρθρου 71, με την οποία τίθεται ανώτατο όριο ηλικίας τα τριάντα πέντε (35) έτη για την εισαγωγή εν ενεργεία πυροσβεστών, υπαρχιπυροσβεστών, αρχιπυροσβεστών και Πυρονόμων στη Σχολή Αξιωματικών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας μέσω πανελλαδικών εξετάσεων, εισάγει αδικαιολόγητο και αντισυνταγματικό περιορισμό του δικαιώματος υπηρεσιακής εξέλιξης.
Η ρύθμιση παραβιάζει ευθέως το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος περί ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, καθώς και το άρθρο 5 παρ. 1 περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή, εφόσον αποκλείει αυθαίρετα συγκεκριμένη κατηγορία εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων από την πρόσβαση σε ανώτερες δημόσιες θέσεις, χωρίς αντικειμενικό και πρόσφορο λόγο δημοσίου συμφέροντος.
Περαιτέρω, παραβιάζεται το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει η πρόσβαση και εξέλιξη των δημοσίων υπαλλήλων να διέπεται από την αρχή της αξιοκρατίας. Η κατάληψη της θέσης του αξιωματικού στη Σχολή Αξιωματικών προϋποθέτει πρωτίστως επιτυχία σε πανελλαδικές γραπτές εξετάσεις, δηλαδή σε αντικειμενική, αδιάβλητη και καθαρά γνωστική διαδικασία. Η ηλικία δεν αποτελεί αξιολογικό κριτήριο γνώσεων, διοικητικής ικανότητας ή επαγγελματικής επάρκειας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να λειτουργεί ως λόγος αποκλεισμού.
Η δυσανάλογη φύση του μέτρου αναδεικνύεται από το γεγονός ότι το ίδιο θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει, μέσω Σχολών Μετεκπαίδευσης και εναλλακτικών υπηρεσιακών διαδρομών, την κατάληψη αξιωματικού βαθμού ακόμη και σε ηλικία περί τα πενήντα (50) έτη. Η αποδοχή αξιωματικής ιδιότητας σε μεγαλύτερες ηλικίες καταδεικνύει ότι η ηλικία δεν συνδέεται ουσιωδώς με την άσκηση αξιωματικών καθηκόντων, καθιστώντας τον αποκλεισμό των νεότερων, αλλά άνω των 35 ετών, απολύτως αδικαιολόγητο και αντιφατικό.
Η εν λόγω ρύθμιση παραβιάζει επίσης την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος), καθώς το επιλεγέν μέτρο δεν είναι ούτε πρόσφορο ούτε αναγκαίο για την εξυπηρέτηση οποιουδήποτε σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Εφόσον ο επιδιωκόμενος στόχος είναι η επιλογή ικανών αξιωματικών, αυτός επιτυγχάνεται πλήρως μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων και της υπηρεσιακής αξιολόγησης, χωρίς την ανάγκη θέσπισης αυθαίρετου ηλικιακού αποκλεισμού.
Επιπλέον, ο ηλικιακός περιορισμός δεν εναρμονίζεται με το ευρωπαϊκό διοικητικό κεκτημένο και τη συγκριτική πρακτική των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η πρόσβαση εν ενεργεία στελεχών σε αξιωματικές θέσεις μέσω εξετάσεων δεν υπόκειται σε απόλυτα ηλικιακά όρια, αλλά βασίζεται στην αξιολόγηση προσόντων, γνώσεων και εμπειρίας. Η ελληνική ρύθμιση συνιστά, συνεπώς, ευρωπαϊκή ιδιομορφία χωρίς θεσμική ή λειτουργική δικαιολογία.
Κατ’ αποτέλεσμα, το ανώτατο όριο ηλικίας των τριάντα πέντε (35) ετών συνιστά αντισυνταγματικό αποκλεισμό, παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού και συνταγματικού δικαίου και στερεί από το Πυροσβεστικό Σώμα τη δυνατότητα αξιοποίησης έμπειρων και ικανών στελεχών.
Για τους ανωτέρω λόγους, ζητείται η πλήρης κατάργηση του ανώτατου ορίου ηλικίας της παρ. 1 περ. β του άρθρου 71 και η αντικατάστασή του με σύστημα επιλογής που να βασίζεται αποκλειστικά στην επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις, στον χρόνο υπηρεσίας και στην επιχειρησιακή εμπειρία, σε πλήρη συμμόρφωση με το Σύνταγμα, τις αρχές της αξιοκρατίας και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή διοικητική πρακτική.
ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ – ΑΙΤΗΜΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 71 ΠΑΡ. 1 ΠΕΡ. β (Συνταγματική και διοικητική θεμελίωση) Η παράγραφος 1 περ. β του άρθρου 71, με την οποία τίθεται ανώτατο όριο ηλικίας τα τριάντα πέντε (35) έτη για την εισαγωγή εν ενεργεία πυροσβεστών, υπαρχιπυροσβεστών, αρχιπυροσβεστών και Πυρονόμων στη Σχολή Αξιωματικών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας μέσω πανελλαδικών εξετάσεων, εισάγει αδικαιολόγητο και αντισυνταγματικό περιορισμό του δικαιώματος υπηρεσιακής εξέλιξης. Η ρύθμιση παραβιάζει ευθέως το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος περί ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, καθώς και το άρθρο 5 παρ. 1 περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή, εφόσον αποκλείει αυθαίρετα συγκεκριμένη κατηγορία εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων από την πρόσβαση σε ανώτερες δημόσιες θέσεις, χωρίς αντικειμενικό και πρόσφορο λόγο δημοσίου συμφέροντος. Περαιτέρω, παραβιάζεται το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει η πρόσβαση και εξέλιξη των δημοσίων υπαλλήλων να διέπεται από την αρχή της αξιοκρατίας. Η κατάληψη της θέσης του αξιωματικού στη Σχολή Αξιωματικών προϋποθέτει πρωτίστως επιτυχία σε πανελλαδικές γραπτές εξετάσεις, δηλαδή σε αντικειμενική, αδιάβλητη και καθαρά γνωστική διαδικασία. Η ηλικία δεν αποτελεί αξιολογικό κριτήριο γνώσεων, διοικητικής ικανότητας ή επαγγελματικής επάρκειας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να λειτουργεί ως λόγος αποκλεισμού. Η δυσανάλογη φύση του μέτρου αναδεικνύεται από το γεγονός ότι το ίδιο θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει, μέσω Σχολών Μετεκπαίδευσης και εναλλακτικών υπηρεσιακών διαδρομών, την κατάληψη αξιωματικού βαθμού ακόμη και σε ηλικία περί τα πενήντα (50) έτη. Η αποδοχή αξιωματικής ιδιότητας σε μεγαλύτερες ηλικίες καταδεικνύει ότι η ηλικία δεν συνδέεται ουσιωδώς με την άσκηση αξιωματικών καθηκόντων, καθιστώντας τον αποκλεισμό των νεότερων, αλλά άνω των 35 ετών, απολύτως αδικαιολόγητο και αντιφατικό. Η εν λόγω ρύθμιση παραβιάζει επίσης την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος), καθώς το επιλεγέν μέτρο δεν είναι ούτε πρόσφορο ούτε αναγκαίο για την εξυπηρέτηση οποιουδήποτε σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Εφόσον ο επιδιωκόμενος στόχος είναι η επιλογή ικανών αξιωματικών, αυτός επιτυγχάνεται πλήρως μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων και της υπηρεσιακής αξιολόγησης, χωρίς την ανάγκη θέσπισης αυθαίρετου ηλικιακού αποκλεισμού. Επιπλέον, ο ηλικιακός περιορισμός δεν εναρμονίζεται με το ευρωπαϊκό διοικητικό κεκτημένο και τη συγκριτική πρακτική των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η πρόσβαση εν ενεργεία στελεχών σε αξιωματικές θέσεις μέσω εξετάσεων δεν υπόκειται σε απόλυτα ηλικιακά όρια, αλλά βασίζεται στην αξιολόγηση προσόντων, γνώσεων και εμπειρίας. Η ελληνική ρύθμιση συνιστά, συνεπώς, ευρωπαϊκή ιδιομορφία χωρίς θεσμική ή λειτουργική δικαιολογία. Κατ’ αποτέλεσμα, το ανώτατο όριο ηλικίας των τριάντα πέντε (35) ετών συνιστά αντισυνταγματικό αποκλεισμό, παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού και συνταγματικού δικαίου και στερεί από το Πυροσβεστικό Σώμα τη δυνατότητα αξιοποίησης έμπειρων και ικανών στελεχών. Για τους ανωτέρω λόγους, ζητείται η πλήρης κατάργηση του ανώτατου ορίου ηλικίας της παρ. 1 περ. β του άρθρου 71 και η αντικατάστασή του με σύστημα επιλογής που να βασίζεται αποκλειστικά στην επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις, στον χρόνο υπηρεσίας και στην επιχειρησιακή εμπειρία, σε πλήρη συμμόρφωση με το Σύνταγμα, τις αρχές της αξιοκρατίας και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή διοικητική πρακτική.