• Σχόλιο του χρήστη 'WWF Ελλάς' | 24 Ιανουαρίου 2026, 23:19
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Σχόλια για άρθρο 18 Κατάρτιση Ειδικών Σχεδίων Πρόληψης – Προσθήκη άρθρου 23Α στον ν. 4662/2020 Τα ολοένα και πιο έντονα εκδηλούμενα περιστατικά καταστροφικών δασικών πυρκαγιών στη χώρα μας καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να ενταχθεί ο σχεδιασμός της πρόληψης εκδήλωσης δασικών πυρκαγιών σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης. Την ανάγκη αυτή φαίνεται πως λαμβάνει υπόψη και η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου ΚΚΠΠ, την οποία χαιρετίζουμε. Ο νόμος 4662/2020 (ΦΕΚ Α΄ 27), όπως ισχύει, μέσω της πρόβλεψης εργαλείων σχεδιασμού και οργάνων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, αποσκοπεί σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, σε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στον σχεδιασμό της πολιτικής προστασίας που «περιλαμβάνει το σύνολο των δράσεων πολιτικής προστασίας που αφορούν όλες τις φάσεις του κύκλου καταστροφών» (άρθρο 9 παρ. 3). Ο κύκλος διαχείρισης καταστροφών ορίζεται ως «το σύνολο των τακτικών και διαχειριστικών αποφάσεων και επιχειρησιακών δραστηριοτήτων σε όλα τα στάδια και τις φάσεις του κύκλου της καταστροφής, ήτοι της πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης» (άρθρο 1 παρ. 12). Ωστόσο, αν και αναφέρεται ρητά η πρόληψη, δεν εμπεριέχονται στον νόμο, όπως ισχύει σήμερα, εχέγγυα για έναν συνολικό και συνεκτικό σχεδιασμό της πρόληψης. Tο πρότυπο που προσφέρεται στους Δήμους (ΙΟΛΑΟΣ 2 – Γενικό Σχέδιο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών εξ αιτίας δασικών πυρκαγιών) από την ΓΓΠΠ αφορά αποκλειστικά στην υποστήριξη του έργου του Πυροσβεστικού Σώματος στην καταστολή των δασικών πυρκαγιών και στην άμεση διαχείριση των συνεπειών τους (δείτε λεπτομέρειες παρακάτω), χωρίς καμία προαίρεση για την πρόληψη, όπως ο ν. 4662/2020 αλλά και η διεθνής πρακτική ορίζει. Ο τοπικός προληπτικός σχεδιασμός μέσω της ανάλυσης κινδύνου με την εξαγωγή στοχευμένων δράσεων πρόληψης και την χρονικής προτεραιοποίησής τους είναι εξίσου καθοριστικής σημασίας. Στο χαμηλότερο επίπεδο σχεδιασμού, οι κίνδυνοι μπορούν να εκτιμηθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια, σε υψηλή χωρική ανάλυση και να ληφθούν κατάλληλα και πρόσφορα μέτρα πρόληψης με βάση τα χαρακτηριστικά του φαινομένου. Περαιτέρω, η εγγύτητα μεταξύ των φορέων μπορεί να προσφέρει τη βέλτιστη τοπική γνώση και εμπειρία και να εξασφαλίσει την αποτελεσματική συνεργασία και την αμοιβαία λογοδοσία. Τα ως άνω συμπεράσματα επιβεβαιώνονται και από την πιλοτική εφαρμογή Σχεδίων Πρόληψης Δασικών Πυρκαγιών στους Δήμους Καλαμάτας, Κισσάμου και Χαλκιδέων, σχεδίων που εκπονήθηκαν από το WWF Ελλάς και το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για τους παραπάνω λόγους, η θεσμική ενίσχυση της πρόληψης σε τοπικό επίπεδο αποτελούσε ένα πάγιο αίτημα του WWF Ελλάς το οποίο περιλαμβανόταν σε όλες τις παρεμβάσεις-μνημόνια προς την ηγεσία του ΥΚΚΠΠ τα τελευταία 4 έτη. Συνεπώς, η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία μας βρίσκει επί της αρχής σύμφωνους, καθώς θα καλύψει ένα νομοθετικό κενό για την ενσωμάτωση της πρόληψης σε τοπικό επίπεδο. Ωστόσο, η προτεινόμενη διάταξη εισάγει ένα νέο εργαλείο σχεδιασμού σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, τα Ειδικά Σχέδια Πρόληψης ως παραρτήματα των Γενικών Σχεδίων που προβλέπει σήμερα ο νόμος τόσο για τις φυσικές, όσο και τις τεχνολογικές καταστροφές, δίχως να προβλέπει επαρκώς πώς αυτά διαδρούν με τα λοιπά εργαλεία σχεδιασμού του παρόντος νόμου και της λοιπής (περιβαλλοντικής και δασικής) νομοθεσίας (ειδικά με την πρόβλεψη της παραγράφου 8). Για τον λόγο αυτό, ελλοχεύει ο κίνδυνος να προκληθεί σύγχυση, ο σχεδιασμός να γίνει πιο σύνθετος και εν τέλει να μην προχωρήσει εντός εύλογου χρόνου. Παράλληλα η εισαγωγή ενός νέου σχεδίου αποκλειστικά για την πρόληψη έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του νόμου και εν γένει με την λογική του κύκλου διαχείρισης καταστροφών, που προτείνει μια ενιαία προσέγγιση, λειτουργία και αλληλεπίδραση μεταξύ των φάσεων του κύκλου. Bάσει του ν. 4662/2020 (Α΄ 27), όπως ισχύει, τα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας των Δήμων έχουν αρμοδιότητα σχετική με όλα τα στοιχεία του κύκλου διαχείρισης καταστροφών και, ειδικότερα, να «συντονίζ[ουν] κατά χωρική αρμοδιότητα το έργο της πολιτικής προστασίας για την πρόληψη, την ετοιμότητα, την αντιμετώπιση και την αποκατάσταση των καταστροφών, σύμφωνα με τις μεθόδους οργάνωσης, τα όργανα και την κατανομή αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος» και «επιμελ[ούνται], […], τη σύνταξη Τοπικού Σχεδίου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Διαχείρισης Συνεπειών για φυσικές, τεχνολογικές καταστροφές και λοιπές απειλές εντός της χωρικής Επικράτειας του Δήμου […]» (άρθρο 21 παρ. 3 στ. α΄ και ε΄). Επιπρόσθετα, ο σχεδιασμός σε επίπεδο Δήμων στηρίζεται στο Γενικό Σχέδιο της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών εξαιτίας δασικών πυρκαγιών με την κωδική ονομασία «Ιόλαος 2», στο πλαίσιο του Γενικού Σχεδίου Πολιτικής Προστασίας με τη συνθηματική λέξη «Ξενοκράτης». Το σχέδιο όμως αυτό αναφέρει ρητά ότι δράσεις και έργα πρόληψης δεν αποτελούν αντικείμενο του και δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτό. Έχοντας αναγνωρίσει το κενό αυτό, προτείναμε ήδη από τον Οκτώβριο 2023 την επικαιροποίηση του Γενικού Σχεδίου της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών εξαιτίας δασικών πυρκαγιών με την κωδική ονομασία «Ιόλαος 2», αξιοποιώντας το μέχρι σήμερα βασικό εργαλείο επιχειρησιακής δράσης των Δήμων για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, ενσωματώνοντας και δράσεις πρόληψης, ώστε να μην χαθεί η γνώση και η διαδικασία με την οποία ήδη έχουν εξοικειωθεί τα στελέχη των ΟΤΑ. Ίσως, λοιπόν, να ήταν πιο δόκιμο και λειτουργικό να ενσωματωθεί η πρόληψη σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο εντός του σχεδίου Ιόλαος και όχι με ένα νέο Ειδικό Σχέδιο. Εφόσον, όμως, επιλέξετε τη θέσπιση ειδικών σχεδίων ως βασική πολιτική πρόληψης, στο πλαίσιο της διαβούλευσης και με στόχο τη βελτίωση των προτεινόμενων, σημειώνουμε τα κάτωθι ειδικότερα σχόλια επί της προτεινόμενης προσθήκης του άρθρου 23Α του ν. 4662/2020. Παρ. 2: Δεν θεωρούμε απαραίτητο να περιλαμβάνεται τόσο λεπτομερής ανάλυση στη συγκεκριμένη παράγραφο, καθώς πολλά από αυτά τα εδάφια θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σε εξουσιοδοτική απόφαση του ΓΓΠΠ ή στις οδηγίες που προβλέπονται στην παράγραφο 8. Παρ. 2 εδ. α΄: Η παραγωγή ποσοτικών και ποιοτικών συνθετικών χαρτών κινδύνου δασικής πυρκαγιάς απαιτεί την ανάλυση πολλών παραμέτρων σχεδιασμού, π.χ. τύπος και δομή βλάστησης, τοπογραφία, κλιματολογικά στοιχεία, χρήσεις γης και άλλες παράμετροι που αναλύονται στην πρόταση του WWF Ελλάς και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών όπως κατατέθηκε τον Οκτώβριο 2023 στο ΥΚΚΠΠ. Οι συγκεκριμένες παράμετροι θα μπορούσαν να περιληφθούν σε εφαρμοστική απόφαση του ΓΓ. Δεν μπορεί να σχεδιαστεί με δεδομένα όπως του EFFIS. Επίσης, δεν περιγράφεται ποια από αυτά πρόκειται να χρησιμοποιηθούν. Το EFFIS καταγράφει πυρκαγιές από 300 στρέμματα και πάνω καμένης έκτασης, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη πυρκαγιές σε καλλιεργήσιμα εδάφη, ως εκ τούτου είναι ανεπαρκής ως βάση δεδομένων. O Εθνικός Χάρτης Εκτίμησης Κινδύνου Δασικών Πυρκαγιών είναι χρήσιμος για να οριστούν οι περιοχές προτεραιότητας στην διάθεση κονδυλίων και την εφαρμογή μέτρων, αλλά δεν μπορεί να χρησιμεύσει για τον σχεδιασμό μέτρων σε τοπική κλίμακα διότι οι απαιτήσεις χωρικής ανάλυσης για ένα τοπικό σχέδιο είναι πολύ υψηλότερες. Παρ. 2 εδ. β΄: Προτείνουμε να περιληφθεί η ανάλυση των αιτίων αλλά και των σημείων έναρξης πυρκαγιών. Τα σημεία έναρξης είναι μια ακόμα παράμετρος που θα αναδείξει περιοχές προτεραιότητας λήψης μέτρων. Η βελτίωση του συστήματος διερεύνησης των αιτιών των πυρκαγιών, η ανάλυση των σχετικών δεδομένων και τάσεων και η δημόσια διάθεσή τους θα ευνοήσουν τη διαμόρφωση μέτρων για την αντιμετώπιση των αιτίων σε τοπικό επίπεδο, θα αντιμετωπίσουν τη συνωμοσιολογία και θα συμβάλουν στην επιστημονική έρευνα. Οι αιτίες των δασικών πυρκαγιών, τα σημεία έναρξης, οι επικίνδυνες ώρες και ημέρες μπορεί να διαφέρουν αισθητά ανά περιοχή, ανάλογα με τις δραστηριότητες και τα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά, και να επηρεάζουν αντίστοιχα τον επιχειρησιακό σχεδιασμό. Επιπρόσθετα, θα βοηθήσει στην ανάδειξη των γενεσιουργών αιτίων και στην καταπολέμηση αυτών με απαραίτητα στοχευμένα θεσμικά, τεχνικά και επιχειρησιακά μέτρα. Με αυτό τον τρόπο θα αποφεύγεται η αποσπασματικότητα στην κατανομή των πόρων και θα επιτυγχάνεται η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδοτικότητά τους στη δασοπυροπροστασία. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή της προδιαγεγραμμένης καύσης έχουν περιληφθεί στα άρθρα 32-34 και 111 (εξουσιοδοτική διάταξη) του παρόντος. Αποτελεί μια ειδική δασοτεχνική μέθοδο που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις σχεδιασμού και εφαρμογής και δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο εργασίας ενός τμήματος Πολιτικής Προστασίας ενός ΟΤΑ. Προτείνουμε να μην συμπεριληφθεί αυτή η πρόβλεψη στην συγκεκριμένη παράγραφο. Αντ’ αυτού, προτείνουμε να αναφέρεται η ανάγκη ανάδειξης περιοχών στις οποίες θα αναγνωρίζεται η ανάγκη διαχείρισης της καύσιμης ύλης και αυτές να λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό των προδιαγεγραμμένων καύσεων από τους αρμόδιους φορείς, όπως αυτοί εξειδικεύονται στο παρόν νομοσχέδιο. Τα μέτρα πρόληψης θα πρέπει να σχεδιάζονται μέσω των Σχεδίων του παρόντος άρθρου αλλά θα πρέπει επίσης να συμφωνούνται και να υλοποιούνται σε συνεργασία με την Δασική Υπηρεσία. Παρ. 2 εδ. γ΄: Προτείνουμε την εξής προσθήκη «[....] αξιολόγηση της κάλυψης από τα υφιστάμενα πυροφυλάκια και δασικά περίπολα και επανασχεδιασμό όπου απαιτείται, αξιοποίηση εθελοντικών οργανώσεων του Μητρώου Εθελοντικών Οργανώσεων Πολιτικής Προστασίας του άρθρου 58». Όποιες εθελοντικές δυνάμεις συμβάλλουν πρέπει να είναι ενταγμένες στο ΜΕΟΠΠ ως οι επίσημες και πιστοποιημένες ομάδες από την Ακαδημία Πολιτικής Προστασίας. Παρ. 2 εδ. ε΄, στ΄ και εβ΄: Να προστεθεί η φράση «[...] και δασικών συνεταιρισμών». Η συμβολή των ΔΑΣΕ στην καταστολή δασικών πυρκαγιών περιγράφεται πλέον με σαφήνεια στην κείμενη νομοθεσία (άρθρο 30 ν. 5106/2024). Παρ. 2 εδ. στ΄: Να προστεθεί η φράση «[...] ειδικά σε περιοχές μίξης οικισμών δασών, σε ομάδες στόχους που προκύπτουν από την ανάλυση αιτιών και σημείων έναρξης του εδαφίου 2β». Παρ. 2 εδ. η΄: Να συμπεριληφθούν οι εγκαταστάσεις SEVESO, οι χώροι ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων (ΧΑΔΑ) και οι αποκατεστημένοι ΧΑΔΑ ή ΧΥΤΑ (γιατί ακόμα και οι αποκατεστημένοι ΧΑΔΑ παράγουν βιοαέριο για τουλάχιστον 3 με 4 δεκαετίες, ενώ ενδεχόμενη ανάφλεξη τους θα δημιουργήσει και μεγάλα προβλήματα στην κατάσβεση αλλά και ιδιαίτερα επιβλαβείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις στους φυσικούς πόρους). Παρ. 2: Να συμπεριληφθεί και ένα εδάφιο ι όπως προτείνεται: «Η κοστολόγηση, σε συνδυασμό με την τεκμηρίωση των αναγκών, μέσα από τους χάρτες κινδύνου, για την υποστήριξη αιτημάτων χρηματοδότησης από ποικίλες χρηματοδοτικές πηγές και σχετικά εργαλεία». Η χρηματοδότηση της αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα περιλαμβάνει ένα σύνθετο πλέγμα ποικίλων χρηματοδοτικών εργαλείων και πόρων που προέρχονται από περισσότερες πηγές - τόσο εθνικές όσο και ενωσιακές - και διοχετεύονται σε περισσότερους δικαιούχους. Παρά την κομβική της σημασία, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη στρατηγικής προσέγγισης και κεντρικού σχεδιασμού του συνολικού προϋπολογισμού για τις απαιτούμενες δράσεις αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών, την πολυσυνθετότητα των σχετικών διαδικασιών και την έμφαση στη χρηματοδότηση δράσεων καταστολής έναντι της πρόληψης. Ένα μείζον ζήτημα στο οποίο χωλαίνει ο μηχανισμός χρηματοδότησης είναι η απουσία σχεδιασμού (ακόμη και στα επιμέρους χρηματοδοτικά εργαλεία) βάσει προηγούμενης τεκμηρίωσης αναγκών. Το WWF Ελλάς, σε συνεργασία με το Μεσογειακό Ινστιτούτο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (MIIR), έχει αναδείξει το ζήτημα αυτό και έχει υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις στην πολιτική ηγεσία με σκοπό την ενίσχυση της εύρυθμης λειτουργίας του εθνικού συστήματος δασοπυροπροστασίας. Παρ. 4: «Για τη σύνταξη των Ειδικών Σχεδίων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, όσοι μετέχουν στον Εθνικό Μηχανισμό και οι φορείς του δημόσιου τομέα της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) παρέχουν κάθε βοήθεια». Εδώ πρέπει, επίσης, να προβλεφθεί ρητά η υποχρέωση και διαφόρων άλλων φορέων εποπτευόμενων από τη Κεντρική Διοίκηση, οι οποίοι δεν ανήκουν στον στενό δημόσιο τομέα, με συναφείς αρμοδιότητες σχετικά με τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών να παρέχουν στοιχεία. Για παράδειγμα, φορείς όπως ο ΔΕΔΔΗΕ αρνούνται ή δεν απαντούν σε ανάλογα αιτήματα παροχής δεδομένων, γεγονός που δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα στην ανάλυση κινδύνου. Επομένως, θα πρέπει να υπάρχει θεσμική υποχρέωση όλων των εμπλεκομένων για παροχή των απαραίτητων δεδομένων στις δημοτικές αρχές, αλλά και στις λοιπές δημόσιες αρχές. Παρ. 5: Η πρόταση για διαδημοτικά σχέδια μας βρίσκει σύμφωνους για δυο λόγους. Πρώτον, διότι πράγματι θα υπηρετήσουν καλύτερα τις απαιτήσεις σε γεωγραφικές ενότητες κοινών γεωμορφολογικών, περιβαλλοντικών ή επιχειρησιακών συνθηκών, γεγονός που σήμερα μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μερικώς μέσω πρωτοκόλλων συνεργασίας μεταξύ γειτονικών Δήμων. Δεύτερον, διότι μέσα από την κατάρτιση αυτών των σχεδίων «ισχυρότεροι» δήμοι (υπό την έννοια της επαρκούς στελέχωσης και διάθεσης πόρων) θα μπορούν να ενισχύσουν μικρότερους και «αδύναμους» γειτονικούς δήμους. Για να αποφευχθεί η επιπλέον εργασία του (περιορισμένου) προσωπικού των ο.τ.α. θα πρέπει το διαδημοτικό σχέδιο να είναι μια σύνθεση των αναγκών και των προτεραιοτήτων των δήμων που συμμετέχουν και οι συμμετέχοντες δήμοι να υπέχουν από την υποχρέωση κατάρτισης ξεχωριστών σχεδίων. Παρ. 8: Η διαχείριση και προστασία εθνικών δρυμών ή άλλων προστατευόμενων περιοχών εκπορεύεται από το δασικό και περιβαλλοντικό δίκαιο. Η προστασία και διαχείριση αυτών των περιοχών με όρους πολιτικής προστασίας δεν θα αποφέρει τα κατάλληλα αποτελέσματα για τα προστατευτέα αντικείμενα. Παρ. 9 εδ. ζ΄: Η διαδικασία αξιολόγησης δεν πρέπει να αφορά μόνο τα διαδημοτικά σχέδια αλλά και τα μεμονωμένα σχέδια των δήμων. Κάθε Ειδικό Σχέδιο Πρόληψης θα πρέπει να αξιολογείται και να επικαιροποιείται ανά έτος. Η διαδικασία της επικαιροποίησης αφορά στον έλεγχο και ενδεχόμενη αλλαγή συγκεκριμένων στοιχείων του Σχεδίου. Κλείνοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε εκ νέου ότι απαραίτητες προϋποθέσεις για να προχωρήσουν οι ως άνω προτάσεις αποτελούν: (α) η ενίσχυση και η συστηματική και επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση ανθρώπινου δυναμικού πολιτικής προστασίας σε επίπεδο οτα α’ βαθμού, (β) ο συντονισμός μεταξύ των δήμων και άλλων αρμόδιων υπηρεσιών σχετικά με την πρόληψη και αντιμετώπιση δασικών πυρκαγιών, και (γ) η διάθεση επιπλέον πόρων αλλά με έλεγχο για την ορθή και στοχευμένη αξιοποίησή τους.