• Σχόλιο του χρήστη 'Απστρια Μ.Π.' | 25 Ιανουαρίου 2026, 00:13
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Η προνοσοκομειακή φροντίδα τραύματος δεν συνιστά μεμονωμένη τεχνική δεξιότητα, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο επιχειρησιακό σύστημα διαχείρισης συμβάντων. Μελέτες έχουν δείξει ότι η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων στο πεδίο εξαρτάται όχι μόνο από την τεχνική επάρκεια των ανταποκριτών, αλλά και από τη λειτουργική τους ένταξη σε ένα σύστημα με σαφή πρωτόκολλα, διαλειτουργικότητα υπηρεσιών και ορθολογική διαχείριση χρόνου και πόρων (Teuben et al., 2020; Esmaeilzadeh et al., 2022). Στο πλαίσιο αυτό, οι πυροσβέστες ως πρώτοι ανταποκριτές καλούνται να εφαρμόσουν ένα περιορισμένο αλλά κρίσιμο φάσμα παρεμβάσεων προνοσοκομειακής φροντίδας τραύματος, προσαρμοσμένο στο επίπεδο εκπαίδευσης και στον επιχειρησιακό τους ρόλο. Η έγκαιρη αναγνώριση απειλητικών καταστάσεων, ο έλεγχος της αιμορραγίας, η βασική υποστήριξη της αναπνοής και η ασφαλής διαχείριση της σκηνής αποτελούν λειτουργικές δεξιότητες πρώτης γραμμής, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να υποκαθιστούν το έργο των επαγγελματιών υγείας, αλλά να λειτουργήσουν συμπληρωματικά έως την άφιξη εξειδικευμένης βοήθειας. Ελληνικό θεσμικό πλαίσιο (Π.Δ. 8/1991, Ν. 4368/2016, Ν. 4619/2019, Ν. 4662/2020, Ν. 5239/2025, Διαταγή Π/Σ 56511/2024) Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του Πυροσβεστικού Σώματος και τη συμμετοχή του στην αντιμετώπιση επειγόντων συμβάντων συγκροτείται κυρίως από το Π.Δ. 8/1991, τον Ν. 4368/2016, τον Ν. 4619/2019, τον Ν. 4662/2020, τον Ν. 5239/2025 και, σε διοικητικό επίπεδο, από τη Διαταγή του Πυροσβεστικού Σώματος με αριθμό 56511 οικ. Φ.702.16/14-10-2024. Τα κανονιστικά αυτά κείμενα ορίζουν τη θεσμική αποστολή, τις αρμοδιότητες και τον επιχειρησιακό ρόλο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στο σύστημα Πολιτικής Προστασίας και στο πλαίσιο υγείας και ασφάλειας στην εργασία, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν με ενιαίο και ρητό τρόπο τον ρόλο της ως προνοσοκομειακού πρώτου ανταποκριτή. Το Π.Δ. 8/1991 καθορίζει τον βασικό οργανωτικό και επιχειρησιακό κορμό του Πυροσβεστικού Σώματος, προσδιορίζοντας ως κύρια αποστολή του την πρόληψη και καταστολή πυρκαγιών, τη διάσωση προσώπων και αγαθών, καθώς και την παροχή συνδρομής σε περιπτώσεις θεομηνιών και τεχνολογικών ατυχημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η διάσωση και η προστασία της ανθρώπινης ζωής αναγνωρίζονται ως κεντρικοί άξονες της αποστολής του Σώματος, χωρίς όμως να συνοδεύονται από ρητή πρόβλεψη για παροχή δομημένων υπηρεσιών προνοσοκομειακής φροντίδας ή για υποχρεωτική εκπαίδευση του προσωπικού σε δεξιότητες υποστήριξης της ζωής. Ήδη από το 2016, με το άρθρο 78 του Ν. 4368/2016, προβλέφθηκε η δυνατότητα ενίσχυσης των πληρωμάτων του ΕΚΑΒ από προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος, υπό προϋποθέσεις και με περιορισμένη εκπαίδευση, εισάγοντας εμμέσως τον ρόλο του «πρώτου ανταποκριτή» στην ελληνική διοικητική πρακτική. Η ρύθμιση αυτή αναδεικνύει ότι ο επιχειρησιακός ρόλος των πυροσβεστών στην υποστήριξη ζωής προηγήθηκε της πλήρους θεσμικής του κατοχύρωσης και αναπτύχθηκε σε καθεστώς μερικής κανονιστικής κάλυψης. Περαιτέρω, με τη Διαταγή του Πυροσβεστικού Σώματος με αριθμό 56511 οικ. Φ.702.16/14-10-2024, παρέχονται ρητές διευκρινίσεις αναφορικά με την παροχή βοήθειας σε υπέρβαρα άτομα και τη συνδρομή των πυροσβεστικών δυνάμεων στα ασθενοφόρα οχήματα για τη διακομιδή αυτών. Ειδικότερα, η διαταγή προβλέπει ότι το Πυροσβεστικό Σώμα δύναται να ενεργοποιείται όχι μόνο κατόπιν αιτήματος του ΕΚΑΒ, αλλά και έπειτα από απευθείας ενημέρωση της Υπηρεσίας από πολίτες, ενώ η αρχική αξιολόγηση της αναγκαιότητας επέμβασης πραγματοποιείται από το ίδιο το προσωπικό του Π.Σ. στο πεδίο, με μεταγενέστερη ενημέρωση του αρμόδιου υγειονομικού φορέα εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο. Η διοικητική αυτή πράξη επιβεβαιώνει σε επιχειρησιακό επίπεδο ότι το Πυροσβεστικό Σώμα αναλαμβάνει ρόλο πρώτου ανταποκριτή σε περιστατικά που άπτονται άμεσα της προνοσοκομειακής φροντίδας, ιδίως όταν απαιτείται εξειδικευμένος χειρισμός, ανύψωση και μεταφορά ασθενών υπό συνθήκες κινδύνου. Παράλληλα, η διαταγή αυτή αναδεικνύει τη διεύρυνση του ρόλου των πυροσβεστών πέραν της κλασικής διάσωσης, χωρίς όμως να συνοδεύεται από ρητή πρόβλεψη για πιστοποιημένη ιατρική εκπαίδευση, τυποποιημένα πρωτόκολλα κλινικής αξιολόγησης ή ειδικό καθεστώς νομικής κάλυψης για τις παρεμβάσεις αυτές. Ο Ν. 4662/2020 αναδιαρθρώνει το σύστημα Πολιτικής Προστασίας και επανατοποθετεί το Πυροσβεστικό Σώμα ως βασικό επιχειρησιακό βραχίονα του κρατικού μηχανισμού στην πρόληψη, ετοιμότητα, απόκριση και αποκατάσταση από καταστροφές. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμοδιότητες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας διευρύνονται λειτουργικά, καθώς της ανατίθεται ρόλος συντονισμένης επιχειρησιακής απόκρισης σε ένα ευρύ φάσμα κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων φυσικών καταστροφών, τεχνολογικών ατυχημάτων και μαζικών συμβάντων. Παρά τον ενισχυμένο αυτό ρόλο, ο νόμος δεν εισάγει ρητή ρύθμιση για την παροχή προνοσοκομειακής φροντίδας τραύματος από πυροσβέστες ούτε για την πιστοποίηση των σχετικών δεξιοτήτων τους. Η απουσία ρητής θεσμικής πρόβλεψης για τον ρόλο των πυροσβεστών ως πρώτων ανταποκριτών στον τομέα της υποστήριξης της ζωής δημιουργεί ένα κανονιστικό κενό με άμεσες επιχειρησιακές συνέπειες. Στην πράξη, οι πυροσβέστες καλούνται συχνά να παρέχουν βασική βοήθεια σε τραυματίες σε τροχαία ατυχήματα, απεγκλωβισμούς και συμβάντα υψηλής επικινδυνότητας, χωρίς όμως να διαθέτουν ενιαίο, θεσμοθετημένο πλαίσιο εκπαίδευσης, πρωτοκόλλων και νομικής κάλυψης για τις παρεμβάσεις αυτές. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ασάφειες ως προς το εύρος των επιτρεπόμενων ενεργειών τους και ενισχύει τον κίνδυνο νομικής έκθεσης σε περίπτωση ανεπιθύμητης έκβασης. Περαιτέρω, το ισχύον ποινικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τον Ν. 4619/2019 (Ποινικός Κώδικας), εισάγει έμμεσες αλλά ουσιώδεις συνέπειες για τη λειτουργία των πυροσβεστών ως πρώτων ανταποκριτών. Ειδικότερα, οι διατάξεις που αφορούν την παράλειψη παροχής βοήθειας (άρθρο 307) και τα εγκλήματα από αμέλεια (άρθρα 302, 308, 310) δημιουργούν ένα καθεστώς αυξημένης νομικής έκθεσης για τα στελέχη που επιχειρούν στο πεδίο χωρίς σαφώς οριοθετημένο ρόλο, πιστοποιημένη εκπαίδευση και θεσμοθετημένα πρωτόκολλα. Στο πλαίσιο αυτό, οι πυροσβέστες βρίσκονται σε ένα οριακό νομικό σημείο, όπου αφενός αναμένεται επιχειρησιακά να παρέμβουν για τη διάσωση της ανθρώπινης ζωής, αφετέρου όμως δεν απολαμβάνουν ρητής θεσμικής προστασίας για τις παρεμβάσεις τους στην προνοσοκομειακή φάση. Στο πλαίσιο της υπό διαμόρφωσης αναθεώρησης του θεσμικού πλαισίου του Ν. 4662/2020, επιχειρείται η ενσωμάτωση εκπαίδευσης σε βασικές δεξιότητες προνοσοκομειακής φροντίδας τραύματος στα προγράμματα σπουδών των Σχολών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας. Η ρύθμιση αυτή συνιστά σημαντικό βήμα θεσμικής σύγκλισης με τις διεθνείς πρακτικές, πλην όμως περιορίζεται στους νεοεισερχόμενους πυροσβέστες και δεν καλύπτει το σύνολο του εν ενεργεία προσωπικού, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα της καθολικής επιχειρησιακής ετοιμότητας του Σώματος. Περαιτέρω, με τον Νόμο 5239/2025, ο οποίος επικαιροποιεί το πλαίσιο για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, καθιερώνεται η υποχρέωση παροχής οργανωμένης εκπαίδευσης πρώτων βοηθειών και βασικής υποστήριξης ζωής για εργαζομένους σε επαγγέλματα υψηλού κινδύνου. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί νέο δεσμευτικό θεσμικό υπόβαθρο για την ένταξη της εκπαίδευσης BLS–AED στο Πυροσβεστικό Σώμα, όχι μόνο ως επιχειρησιακή αναγκαιότητα αλλά και ως υποχρέωση υγείας και ασφάλειας στην εργασία. Η μερική αυτή θεσμική παρέμβαση αναδεικνύει τη διάσταση μεταξύ του διευρυμένου επιχειρησιακού ρόλου που ανατίθεται στο Πυροσβεστικό Σώμα και του περιορισμένου κανονιστικού πλαισίου που διέπει τις παρεμβάσεις του στον τομέα της προνοσοκομειακής φροντίδας. Η απουσία ενιαίων πρωτοκόλλων και πιστοποίησης δημιουργεί ανισότητες στην επιχειρησιακή πρακτική μεταξύ υπηρεσιών και περιφερειών, υπονομεύοντας τη διαλειτουργικότητα με το ΕΚΑΒ και τους λοιπούς φορείς επείγουσας ανταπόκρισης. Συνοψίζοντας, το ισχύον ελληνικό θεσμικό πλαίσιο αναγνωρίζει ρητά τον ρόλο του Πυροσβεστικού Σώματος στη διάσωση και στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, χωρίς όμως να τον εξειδικεύει ως ρόλο προνοσοκομειακού πρώτου ανταποκριτή με ενιαία εκπαίδευση, πιστοποίηση και πρωτόκολλα. Η προγενέστερη πρακτική εφαρμογή του ρόλου μέσω του Ν. 4368/2016, η διοικητική κατοχύρωση επιμέρους πτυχών του μέσω της Διαταγής του 2024, η αναθεώρηση που δρομολογείται μέσω της ενσωμάτωσης εκπαίδευσης στις Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας, η νέα υποχρέωση εκπαίδευσης που εισάγεται με τον Ν. 5239/2025 και οι ποινικές διαστάσεις που απορρέουν από τον Ν. 4619/2019 αποτελούν θετικά θεσμικά βήματα, αλλά δεν επαρκούν από μόνες τους για την κάλυψη του επιχειρησιακού και νομικού κενού που υφίσταται σήμερα. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της ανάγκης διασφάλισης σαφούς νομικού πλαισίου για τις παρεμβάσεις των πυροσβεστών στο πεδίο, το οποίο εξετάζεται αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο σχετικά με τη νομική ευθύνη, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.