Αρχική Ενεργή μάχη:Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών...ΜΕΡΟΣ Β΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ, ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΩΝ – ΘΕΣΠΙΣΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΩΝ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΕΡΓΟΥ – ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ, ΑΠΕΙΛΩΝ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ (άρθρα 3-23)Σχόλιο του χρήστη GEORGIOS P. | 25 Ιανουαρίου 2026, 20:39




Η παρούσα υποβολή κατατίθεται στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης με σκοπό αφενός τη διατύπωση τεκμηριωμένων προτάσεων βελτίωσης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου και αφετέρου την επισήμανση ρυθμίσεων που δεν ευθυγραμμίζονται με το ήδη ισχύον θεσμικό και νομικό πλαίσιο των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή παραβλέπουν υφιστάμενες νομοθετικές προβλέψεις, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διόρθωση, αποσαφήνιση ή ορθή εφαρμογή τους. Η Πολιτική Προστασία συνιστά θεσμικό πεδίο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς τη λειτουργία, την ιεράρχηση και τη λήψη επιχειρησιακών αποφάσεων, τα οποία διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τη συνήθη διοικητική λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Παρότι η άσκηση των σχετικών αρμοδιοτήτων αναπτύσσεται σε επίπεδο Δήμων, η φύση της Πολιτικής Προστασίας προϋποθέτει σαφή ιεραρχική δομή, αυστηρή τήρηση κανόνων επιχειρησιακής διοίκησης και ειδική νομοθετική αντιμετώπιση, αντίστοιχη με τα πρότυπα που εφαρμόζονται στο Πυροσβεστικό Σώμα και σε λοιπά σώματα άμεσης επέμβασης. Η ιδιαιτερότητα αυτή δεν εδράζεται αποκλειστικά στη διοικητική υπαγωγή, αλλά πρωτίστως στον χαρακτήρα της αποστολής, ο οποίος περιλαμβάνει πρόληψη, ετοιμότητα, άμεση απόκριση, διαχείριση συμβάντων και υποστήριξη επιχειρήσεων πολιτικής προστασίας σε πραγματικό χρόνο. Στην πράξη έχει διαπιστωθεί ότι σε αρκετούς Δήμους η διαφοροποίηση αυτή δεν γίνεται επαρκώς αντιληπτή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται λειτουργικά και επιχειρησιακά κενά, ιδίως ως προς τη σαφή κατανομή ρόλων, την τήρηση της ιεραρχίας και την αποτελεσματική εφαρμογή των σχεδίων πολιτικής προστασίας. Παράλληλα, κατά τη διαμόρφωση σχεδίων νόμου και νομοθετικών ρυθμίσεων στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας, είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη οι θεμελιώδεις κανόνες λειτουργίας και η οργανωτική αυτοτέλεια των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η νομοθετική παρέμβαση δεν μπορεί να αναιρεί ή να παρακάμπτει διατάξεις που ρυθμίζουν τον τρόπο λειτουργίας των Ο.Τ.Α., ούτε να εισάγει ρυθμίσεις οι οποίες, μέσω άτυπης μεταφοράς αρμοδιοτήτων ή ασαφούς κατανομής ευθυνών, δημιουργούν δυσλειτουργίες στη διοικητική και επιχειρησιακή πράξη. Στο πλαίσιο αυτό, η εμπειρία και η θεσμική γνώση υπαλλήλων που έχουν υπηρετήσει επί μακρόν στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας, καθώς και στελεχών με προηγούμενη υπηρεσία σε επιχειρησιακά δομημένους φορείς, όπως το Πυροσβεστικό Σώμα, τα Σώματα Ασφαλείας, η Ελληνική Αστυνομία ή η Δημοτική Αστυνομία, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση ορθών νομοθετικών διατυπώσεων. Η αξιοποίηση της εμπειρίας αυτής λειτουργεί γεφυρωτικά μεταξύ της επιχειρησιακής πραγματικότητας και της διοικητικής νομιμότητας, συμβάλλοντας στην κάλυψη υφιστάμενων νομοθετικών κενών και στη διασφάλιση της αποτελεσματικής και θεσμικά συμβατής εφαρμογής των ρυθμίσεων πολιτικής προστασίας στους Δήμους. Στελέχωση, συναφής εκπαίδευση και εμπειρία προσωπικού Πολιτικής Προστασίας Ως προς τη στελέχωση των υπηρεσιών Πολιτικής Προστασίας, το άρθρο 16 ρυθμίζει τα ζητήματα συναφούς εκπαίδευσης και εμπειρίας του προσωπικού, χρησιμοποιώντας τη διατύπωση «κατά προτίμηση». Η διατύπωση αυτή δεν διασφαλίζει την απαιτούμενη κανονιστική σαφήνεια και δημιουργεί ερμηνευτική αστάθεια, η οποία δεν συνάδει με τον χαρακτήρα και τη βαρύτητα του αντικειμένου της Πολιτικής Προστασίας. Σε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αφορά άμεσα την πρόληψη κινδύνων, τη διαχείριση κρίσεων και την προστασία της ανθρώπινης ζωής, η ρύθμιση οφείλει να είναι σαφής, δεσμευτική και λειτουργική, χωρίς αόριστες ιεραρχήσεις ή διατυπώσεις που αλλοιώνουν την αρχή της ίσης διοικητικής μεταχείρισης. Η Πολιτική Προστασία δεν αποτελεί πεδίο στο οποίο μπορεί να εφαρμοστεί επιλεκτική ή ελαστική προσέγγιση στελέχωσης. Αντιθέτως, απαιτεί ενιαίο και αντικειμενικό πλαίσιο, το οποίο σέβεται το αυτοδιοίκητο των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και αναγνωρίζει ισότιμα όλες τις κατηγορίες προσωπικού, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας των Δήμων και Κοινοτήτων. Η χρήση του όρου «κατά προτίμηση» αλλοιώνει την κανονιστική ισχύ της διάταξης και ενδέχεται να οδηγήσει σε αδικαιολόγητους αποκλεισμούς ή σε άνιση μεταχείριση υπαλλήλων διαφορετικών κατηγοριών εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό, ως συναφής εκπαίδευση και εμπειρία προτείνεται να λαμβάνεται ιδίως υπόψη η αποδεδειγμένη προϋπηρεσία και κατάρτιση που έχει αποκτηθεί στο αντικείμενο της Πολιτικής Προστασίας και της διαχείρισης κινδύνων, και ιδίως: • η προϋπηρεσία στο Πυροσβεστικό Σώμα, καθώς και η εκπαίδευση από την Πυροσβεστική Ακαδημία, • η προϋπηρεσία στη Διεύθυνση Δασών, ιδίως για το χρονικό διάστημα πριν τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων δασοπυρόσβεσης, • η προϋπηρεσία και εκπαίδευση στην Ελληνική Αστυνομία και στη Δημοτική Αστυνομία, στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων πολιτικής προστασίας, ελέγχου, ρύθμισης κυκλοφορίας και διαχείρισης εκτάκτων καταστάσεων, • η μακροχρόνια προϋπηρεσία σε υπηρεσίες Πολιτικής Προστασίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή σε άλλους αναγνωρισμένους φορείς του Δημοσίου, με ενεργό συμμετοχή σε δράσεις πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης, • η πιστοποιημένη εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση από την Ακαδημία Πολιτικής Προστασίας, καθώς και από αναγνωρισμένους εθνικούς ή διεθνείς φορείς και ινστιτούτα. Περαιτέρω, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητά ότι δεν υφίσταται αυτοτελής ειδικότητα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στον τομέα της εκτίμησης ή διαχείρισης κινδύνων ή της διαχείρισης κρίσεων σε επίπεδο προπτυχιακών σπουδών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Τα συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα έχουν εισαχθεί στην ελληνική πραγματικότητα κυρίως τα τελευταία έτη στο πλαίσιο μεταπτυχιακών προγραμμάτων ή εξειδικευμένων κύκλων κατάρτισης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται νομοθετικά ως αυτοτελής ειδικότητα στελέχωσης. Η ανάδειξη συγκεκριμένου μεταπτυχιακού τίτλου ως έμμεσου ή προνομιακού κριτηρίου στελέχωσης δημιουργεί ζήτημα θεσμικής ανισότητας και αντίκειται στις αρχές ισοτιμίας των κατηγοριών προσωπικού ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ που διέπουν τη λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η στελέχωση των υπηρεσιών Πολιτικής Προστασίας δεν μπορεί να βασίζεται σε φωτογραφικά ή αποκλειστικά ακαδημαϊκά κριτήρια, ιδίως όταν υπάρχει ήδη προσωπικό με πολυετή και αποδεδειγμένη εμπειρία στο αντικείμενο. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι η συγκεκριμένη μεταπτυχιακή εκπαίδευση αποτελεί πρόσφατη εξέλιξη και ότι σημαντικό μέρος τόσο του διδακτικού προσωπικού όσο και των αποφοίτων προέρχεται από στελέχη που υπηρετούν ή έχουν υπηρετήσει στο Πυροσβεστικό Σώμα, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική η αποφυγή ρυθμίσεων που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως έμμεση προώθηση συγκεκριμένης ακαδημαϊκής διαδρομής εις βάρος της ήδη αποκτηθείσας εμπειρίας. Ως εκ τούτου, η νομοθετική ρύθμιση οφείλει να αντιμετωπίζει την ακαδημαϊκή εξειδίκευση αποκλειστικά ως συμπληρωματικό προσόν, σε συνδυασμό με την προϋπηρεσία, την εμπειρία και τη θεσμική γνώση του αντικειμένου, διασφαλίζοντας την ισότητα, τη διαφάνεια και τη λειτουργικότητα της στελέχωσης των υπηρεσιών Πολιτικής Προστασίας. Πρόταση για την ελάχιστη διάρκεια παραμονής στα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας Στο πλαίσιο της παρούσας διαβούλευσης προτείνεται η πρόβλεψη ελάχιστης διάρκειας παραμονής πέντε (5) ετών για το προσωπικό που τοποθετείται στα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας. Η πρόταση αυτή απορρέει από τη φύση του αντικειμένου της Πολιτικής Προστασίας, το οποίο απαιτεί χρόνο για την απόκτηση ουσιαστικής επιχειρησιακής εμπειρίας, γνώση της τοπικής επικινδυνότητας και συνέχεια στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μέτρων πρόληψης και απόκρισης. Η πρόβλεψη πενταετούς παραμονής δεν προτείνεται ως περιορισμός υπηρεσιακών δικαιωμάτων, αλλά ως εργαλείο διασφάλισης της λειτουργικής σταθερότητας και της επιχειρησιακής επάρκειας των Τμημάτων. Στην πράξη έχει διαπιστωθεί ότι οι συχνές μετακινήσεις προσωπικού αποδυναμώνουν τη λειτουργία της Πολιτικής Προστασίας και δυσχεραίνουν την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η τοποθέτηση υπαλλήλων στα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας να πραγματοποιείται κατόπιν έγγραφης δήλωσης αποδοχής της ελάχιστης διάρκειας παραμονής, ώστε να διασφαλίζεται ότι το προσωπικό που στελεχώνει τις δομές αυτές επιθυμεί και δύναται να υπηρετήσει το συγκεκριμένο, απαιτητικό αντικείμενο. Η συγκεκριμένη πρόταση εναρμονίζεται με τον επιχειρησιακό χαρακτήρα της Πολιτικής Προστασίας, ενισχύει τη θεσμική συνέχεια των δομών και συμβάλλει στη δημιουργία εξειδικευμένου και σταθερού ανθρώπινου δυναμικού σε επίπεδο Δήμων. 24ωρη λειτουργία, επιφυλακή, επιχειρησιακή και εξωτερική απασχόληση της Πολιτικής Προστασίας Η Πολιτική Προστασία στους Δήμους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τυπική διοικητική υπηρεσία γραφείου με σταθερό ωράριο λειτουργίας Δευτέρα έως Παρασκευή. Από τη φύση του αντικειμένου και τις κατά νόμο αρμοδιότητές της προκύπτει σαφώς η ανάγκη συνεχούς ετοιμότητας, επιχειρησιακής παρουσίας και δυνατότητας άμεσης απόκρισης σε πραγματικό χρόνο. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται ρητή νομοθετική πρόβλεψη που να κατοχυρώνει τη λειτουργία της Πολιτικής Προστασίας σε καθεστώς 24ωρης επιφυλακής και επιχειρησιακής διαθεσιμότητας, επτά (7) ημέρες την εβδομάδα. Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαία η πρόβλεψη ειδικού καθεστώτος υπερωριακής απασχόλησης, νυχτερινής εργασίας, εργασίας κατά τις αργίες και τις εξαιρέσιμες ημέρες, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα επιχειρησιακής αδυναμίας ή απουσίας προσωπικού κατά την εκδήλωση εκτάκτων γεγονότων. Η έλλειψη σαφούς νομοθετικής ρύθμισης στο παρελθόν έχει οδηγήσει σε κενά λειτουργίας, παρότι οι ανάγκες της Πολιτικής Προστασίας είναι διαρκείς και ανεξάρτητες από το συνήθες διοικητικό ωράριο. Η επιχειρησιακή απασχόληση του προσωπικού της Πολιτικής Προστασίας δεν περιορίζεται σε δράσεις πρόληψης ή σχεδιασμού, αλλά εκτείνεται και στο πεδίο, με εξωτερική εργασία υπό συχνά επικίνδυνες και αντίξοες συνθήκες. Σε πολλούς Δήμους υπηρετεί εξειδικευμένο προσωπικό που έχει λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση και συμμετέχει ενεργά τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείριση και αντιμετώπιση συμβάντων, ιδίως σε περιστατικά πυρκαγιών, δασικών πυρκαγιών και γενικών καταστροφών. Πολλοί Δήμοι διαθέτουν πυροσβεστικά και επιχειρησιακά οχήματα, μέσω των οποίων το προσωπικό της Πολιτικής Προστασίας συμμετέχει σε επιχειρήσεις κατάσβεσης, υποστήριξης του Πυροσβεστικού Σώματος, παροχής πρώτων βοηθειών όπου απαιτείται, καθώς και στη διενέργεια ελέγχων πυρασφάλειας και αυτοψιών. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι το προσωπικό της Πολιτικής Προστασίας υποχρεούται, λόγω του αντικειμένου του, να παραμένει σε ενεργό υπηρεσία σε περιόδους κατά τις οποίες άλλες δημοτικές δομές και υπηρεσίες αναστέλλουν ή περιορίζουν τη λειτουργία τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν περιπτώσεις χιονοπτώσεων, πλημμυρών, καυσώνων, πυρκαγιών, αλλά και καταστάσεις γενικής αναστολής, όπως το κλείσιμο σχολείων ή άλλων δημοτικών υπηρεσιών. Αντιθέτως, η Πολιτική Προστασία συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά και επιχειρησιακά, γεγονός που πρέπει να αποτυπωθεί ρητά στο νομοθετικό πλαίσιο. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί και η περίοδος της πανδημίας COVID-19, κατά την οποία μεγάλο μέρος της δημόσιας διοίκησης λειτούργησε με καθεστώς τηλεργασίας, ενώ οι υπηρεσίες Πολιτικής Προστασίας συνέχισαν να λειτουργούν κανονικά και με φυσική παρουσία, χωρίς να υπάρχει τότε σαφές και ειδικό νομοθετικό πλαίσιο που να ρυθμίζει τις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε την ανάγκη θεσμικής αποσαφήνισης και ενίσχυσης του καθεστώτος λειτουργίας της Πολιτικής Προστασίας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν διαχρονικές παθογένειες και να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη και αποτελεσματική προστασία των πολιτών. Μέσα Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ) προσωπικού Πολιτικής Προστασίας Η επιχειρησιακή και εξωτερική απασχόληση του προσωπικού Πολιτικής Προστασίας των Δήμων έχει ήδη αναγνωριστεί ρητά από τον νομοθέτη μέσω της πρόβλεψης χορήγησης Μέσων Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ), όπως αυτή θεσμοθετήθηκε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση υπ’ αρ. 43726/2019 (ΦΕΚ Β’ 2208/08.06.2019), με τίτλο «Χορήγηση μέσων ατομικής προστασίας σε εργαζόμενους των Ο.Τ.Α. α’ βαθμού και των νομικών προσώπων αυτών». Η ανωτέρω κανονιστική πράξη περιλαμβάνει ρητά ειδικότητες και καθήκοντα που συνδέονται με εξωτερική εργασία, πυρασφάλεια, πολιτική προστασία και αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών, αναγνωρίζοντας τον αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας και έκθεσης σε δυσμενείς συνθήκες. Σε εφαρμογή της ως άνω νομοθεσίας, σε αρκετούς Δήμους έχει ήδη υλοποιηθεί μέρος των προβλεπόμενων παροχών προς το προσωπικό, όπως η χορήγηση γάλακτος, γεγονός που αποδεικνύει ότι έχει αναγνωριστεί εμπράκτως η υπαγωγή των συγκεκριμένων υπαλλήλων στο καθεστώς παροχών που συνδέονται με ανθυγιεινή ή επικίνδυνη απασχόληση. Παρά ταύτα, σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, τα προβλεπόμενα Μέσα Ατομικής Προστασίας δεν έχουν χορηγηθεί από το έτος 2019 έως και σήμερα, παρά την ύπαρξη σχετικών διοικητικών ενεργειών, όπως αποφάσεις αρμοδίων οργάνων, εγγραφές σε προϋπολογισμούς, τεχνικά δελτία ή καρτέλες εργαζομένων. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί ρητά νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία στους υπαλλήλους Πολιτικής Προστασίας που αποδεδειγμένα πληρούν τις προϋποθέσεις της ανωτέρω ΚΥΑ και έχουν κινήσει τις απαιτούμενες διοικητικές διαδικασίες, να αποδοθεί σε χρήμα η αξία των μη χορηγηθέντων Μέσων Ατομικής Προστασίας για το χρονικό διάστημα από το έτος 2019 έως και την έναρξη ισχύος της νέας ρύθμισης. Η απόδοση αυτή αφορά αποκλειστικά περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει τεκμηριωμένα η υποχρέωση χορήγησης και η μη υλοποίησή της, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία. Παράλληλα, απαιτείται να θεσμοθετηθεί με σαφή, δεσμευτικό και υποχρεωτικό τρόπο η ετήσια χορήγηση των προβλεπόμενων Μέσων Ατομικής Προστασίας στο προσωπικό Πολιτικής Προστασίας που απασχολείται σε εξωτερικές και επιχειρησιακές εργασίες, σύμφωνα με το αντικείμενο και τα καθήκοντά του. Η υποχρέωση αυτή πρέπει να βαρύνει ρητά τους Δήμους και να ενσωματωθεί στο νομοθετικό πλαίσιο, ώστε να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή της ΚΥΑ 43726/2019 σε όλη τη χώρα και να αποφεύγονται φαινόμενα άνισης μεταχείρισης ή αποσπασματικής εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην αποκατάσταση υφιστάμενων αποκλίσεων, στη συμμόρφωση με ήδη ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις και, πρωτίστως, στη διασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας του προσωπικού Πολιτικής Προστασίας, το οποίο καλείται να επιχειρεί συστηματικά σε συνθήκες αυξημένου κινδύνου, στο πλαίσιο της αποστολής του για την προστασία της ζωής, της περιουσίας και του φυσικού περιβάλλοντος. Ένταξη επιχειρησιακά απασχολούμενου προσωπικού Πολιτικής Προστασίας στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας Η επιχειρησιακή απασχόληση στην Πολιτική Προστασία προϋποθέτει, εκ της φύσεως του αντικειμένου, κατάλληλη εκπαίδευση, εμπειρία και αποδεδειγμένη ικανότητα συμμετοχής σε εξωτερικές εργασίες υπό δυσμενείς και συχνά επικίνδυνες συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάθεση επιχειρησιακών καθηκόντων δεν αποτελεί τυπική ή περιστασιακή απασχόληση, αλλά στηρίζεται σε αντικειμενικά και νόμιμα κριτήρια που συνδέονται με την πραγματική άσκηση του έργου της Πολιτικής Προστασίας στο πεδίο. Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο περί χορήγησης επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στο Δημόσιο και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και ιδίως με την Κοινή Υπουργική Απόφαση ΔΙΔΑΔ/Φ.69/229/οικ.8177/2022 (ΦΕΚ Β’ 3621/14.07.2022), καθορίζονται οι κατηγορίες δικαιούχων και τα αντίστοιχα ποσά επιδόματος, με την Α΄ κατηγορία να ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ μηνιαίως και να αφορά εργαζόμενους που απασχολούνται σε εργασίες αυξημένης επικινδυνότητας και έκθεσης σε δυσμενείς συνθήκες. Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των καθηκόντων που ασκούνται στην πράξη, προτείνεται, στο πλαίσιο της παρούσας διαβούλευσης και κατόπιν της νόμιμης ερμηνείας της υφιστάμενης νομοθεσίας, η ένταξη του προσωπικού Πολιτικής Προστασίας των Δήμων που αποδεδειγμένα λειτουργεί επιχειρησιακά, απασχολείται εξωτερικά και συμμετέχει σε δράσεις πρόληψης, ετοιμότητας και αντιμετώπισης εκτάκτων γεγονότων, στην Α΄ κατηγορία επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Η απασχόληση αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, περιπολίες, αυτοψίες, ελέγχους πυρασφάλειας, επιχειρησιακή υποστήριξη συμβάντων, συμμετοχή σε καταστάσεις επιφυλακής και εργασία πέραν του συνήθους ωραρίου, υπό συνθήκες που δεν προσομοιάζουν σε τυπική διοικητική εργασία γραφείου. Η πρόταση αυτή δεν εισάγει νέα κατηγορία παροχής, αλλά αποσκοπεί στην ορθή και συνεπή εφαρμογή της ήδη ισχύουσας νομοθεσίας, σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα άσκησης του έργου της Πολιτικής Προστασίας στους Δήμους. Κατά συνέπεια, κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί θετικά η ένταξη του ανωτέρω προσωπικού στην Α΄ κατηγορία επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στο πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικής αποτίμησης των συνθηκών εργασίας, όπως αυτές πράγματι διαμορφώνονται στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας. Οριοθέτηση αρμοδιοτήτων – Αποσαφήνιση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας και εμπειρίας εφαρμογής Η οργάνωση και λειτουργία των Τμημάτων Πολιτικής Προστασίας στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης οφείλει να εναρμονίζεται πλήρως με το ισχύον θεσμικό και νομικό πλαίσιο που διέπει το αυτοδιοίκητο των ΟΤΑ, τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπηρεσιών τους και τις αρχές της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης και της θεσμικής σαφήνειας. Δεν είναι θεσμικά επιτρεπτό, μέσω ειδικών ρυθμίσεων, να αλλοιώνεται ο υφιστάμενος διοικητικός και οργανωτικός χάρτης των Δήμων, ούτε να μεταφέρονται στο Τμήμα Πολιτικής Προστασίας αρμοδιότητες που από τη φύση και το περιεχόμενό τους ανήκουν σε άλλες υπηρεσιακές μονάδες. Ειδικότερα: 1. Διαχείριση στόλου οχημάτων και μηχανημάτων Η διαχείριση, κίνηση, εποπτεία και λειτουργία του συνόλου του στόλου οχημάτων του Δήμου (μηχανήματα έργου, υδροφόρες, επιχειρησιακά οχήματα, οχήματα καθαριότητας κ.λπ.), καθώς και η χρήση και ενημέρωση συστημάτων διαχείρισης στόλου (GPS, πληροφοριακά συστήματα διαθεσιμότητας και κίνησης), αποτελεί αρμοδιότητα του Γραφείου Κίνησης του Δήμου, το οποίο κατά κανόνα υπάγεται στη Διεύθυνση Καθαριότητας ή σε αντίστοιχη τεχνική/λειτουργική υπηρεσία. Το Τμήμα Πολιτικής Προστασίας δεν δύναται να ασκεί διοίκηση στόλου ούτε να εκδίδει επιχειρησιακές εντολές κίνησης οχημάτων. Ο ρόλος του είναι επιτελικός και συντονιστικός, περιοριζόμενος στη διατύπωση αναγκών και εισηγήσεων προς τον Δήμαρχο ή τον αρμόδιο Αντιδήμαρχο, οι οποίοι και εκδίδουν τις σχετικές εντολές μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών. 2. Αποκλειστικά καθήκοντα Πολιτικής Προστασίας – αποσύνδεση αλλότριων αρμοδιοτήτων Σε προγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις υπήρχε ρητή πρόβλεψη περί αποκλειστικών καθηκόντων Πολιτικής Προστασίας. Η απουσία της πρόβλεψης αυτής έχει οδηγήσει, στην πράξη, στην ανάθεση στο Τμήμα Πολιτικής Προστασίας αλλότριων αντικειμένων, όπως η ναυαγοσωστική κάλυψη και συναφείς διαδικασίες, οι οποίες βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας ανήκουν στις υπηρεσίες διαχείρισης παραλιών και περιβάλλοντος και όχι στην Πολιτική Προστασία. Κρίνεται αναγκαία η ρητή επαναφορά της διατύπωσης περί αποκλειστικών καθηκόντων Πολιτικής Προστασίας, ώστε να αποσαφηνιστεί το αντικείμενό της και να αποτραπεί η θεσμικά αδικαιολόγητη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της. 3. Ελεγκτικές αρμοδιότητες και επιβολή κυρώσεων Οι έλεγχοι και η επιβολή διοικητικών κυρώσεων, όπως για τον καθαρισμό οικοπέδων, ασκούνται από τα κατά νόμο αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Δήμου, ήτοι τη Δημοτική Αστυνομία όπου αυτή υφίσταται ή, ελλείψει αυτής, τις αρμόδιες υπηρεσίες καθαριότητας ή περιβάλλοντος. Το Τμήμα Πολιτικής Προστασίας δεν μπορεί να υποκαθιστά τα ελεγκτικά όργανα, αλλά περιορίζεται σε ρόλο ενημέρωσης, καταγραφής κινδύνων και εισηγήσεων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες. 4. Τεχνικές μελέτες και ρόλος Τεχνικών Υπηρεσιών Η σύνταξη, ωρίμανση και τεχνική τεκμηρίωση μελετών, τεχνικών δελτίων, προϋπολογισμών έργων και συναφών τεχνικών πράξεων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των Τεχνικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Η αρμοδιότητα αυτή απορρέει ιδίως από τον ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) και τον ν. 3852/2010, καθώς και από το πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων του ν. 4412/2016, το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη τεχνικής επάρκειας, αρμόδιων μηχανικών και οργανωμένης τεχνικής υπηρεσίας για τη νόμιμη σύνταξη και υλοποίηση μελετών και έργων. Έχει παρατηρηθεί, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας τα τελευταία έτη, το φαινόμενο να επιχειρείται η μετακύλιση της ευθύνης σύνταξης τεχνικών μελετών και τεχνικών δελτίων στα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας. Η πρακτική αυτή είναι θεσμικά και νομικά μη επιτρεπτή, καθώς τα Τμήματα Πολιτικής Προστασίας δεν διαθέτουν ούτε την προβλεπόμενη τεχνική αρμοδιότητα ούτε την απαιτούμενη επιστημονική στελέχωση, και ο ρόλος τους είναι εκ φύσεως επιτελικός, συντονιστικός και υποστηρικτικός. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται αναγκαία η ρητή αποσαφήνιση στον νόμο ότι: • οι Τεχνικές Υπηρεσίες των Δήμων έχουν την αποκλειστική ευθύνη σύνταξης και τεχνικής τεκμηρίωσης μελετών και έργων, • τα Τμήματα Πολιτικής Προστασίας περιορίζονται στη διατύπωση επιχειρησιακών αναγκών, στην παροχή στοιχείων πεδίου και στη συνεργασία με τις Τεχνικές Υπηρεσίες, • κάθε απόκλιση από το ανωτέρω πλαίσιο συνιστά παρέκκλιση από την ισχύουσα νομοθεσία και δημιουργεί ζητήματα νομιμότητας και ευθύνης για τους Δήμους και τα στελέχη τους. Η αποσαφήνιση αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή θεσμικών παρεκκλίσεων, την προστασία των στελεχών της Πολιτικής Προστασίας από παράνομη ανάθεση καθηκόντων και τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του υφιστάμενου νομικού πλαισίου των ΟΤΑ. Η ανωτέρω οριοθέτηση και αποσαφήνιση αρμοδιοτήτων προτείνεται στο πλαίσιο της παρούσας διαβούλευσης με σκοπό τη θεραπεία παθογενειών που έχουν διαπιστωθεί τα τελευταία έτη στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της Πολιτικής Προστασίας, καθώς και στη συνολική λειτουργία των Δήμων. Οι παθογένειες αυτές έχουν ανακύψει από ασάφειες, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και αποκλίσεις από το ήδη ισχύον θεσμικό και νομικό πλαίσιο των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην εναρμόνιση της λειτουργίας της Πολιτικής Προστασίας με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, στη διασφάλιση της νομιμότητας, της διοικητικής σαφήνειας και της θεσμικής συνέπειας, καθώς και στην αποτροπή επανάληψης πρακτικών που δυσχεραίνουν την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων τόσο της Πολιτικής Προστασίας όσο και των λοιπών υπηρεσιών των Δήμων. Χρηματοδότηση και κρατική υποχρέωση λειτουργικής ενίσχυσης της Πολιτικής Προστασίας των Δήμων Η διεύρυνση και εξειδίκευση των αρμοδιοτήτων της Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Δήμων, καθώς και η αυξημένη επιχειρησιακή, διοικητική και νομική ευθύνη που απορρέει από αυτές, καθιστά αναγκαία την ύπαρξη αντίστοιχης και επαρκούς χρηματοδοτικής πρόβλεψης από την Κεντρική Διοίκηση. Η μεταφορά ή ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων χωρίς την εξασφάλιση των αναγκαίων οικονομικών πόρων αντίκειται στις βασικές αρχές της χρηστής διοίκησης και του αυτοδιοίκητου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και δημιουργεί σοβαρές δυσλειτουργίες στην πράξη. Πέραν των υφιστάμενων πιστώσεων που αφορούν αποκλειστικά δράσεις πυρασφάλειας, προτείνεται η θεσμοθέτηση διακριτού και αυτοτελούς χρηματοδοτικού κωδικού, με κρατική πρόβλεψη και τακτική χρηματοδότηση, για την οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία των Αυτοτελών Τμημάτων Πολιτικής Προστασίας των Δήμων. Ο εν λόγω κωδικός θα πρέπει να καλύπτει ιδίως δαπάνες που σχετίζονται με: • την προμήθεια και ανανέωση επιχειρησιακού εξοπλισμού, • την απόκτηση και συντήρηση επιχειρησιακών οχημάτων και δικύκλων, • τη χορήγηση μέσων ατομικής προστασίας στους υπαλλήλους, • τον βασικό υλικοτεχνικό εξοπλισμό και την οργάνωση των χώρων λειτουργίας, • την τεχνολογική αναβάθμιση με σύγχρονα μέσα πληροφόρησης και επιχειρησιακής υποστήριξης. Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η πρόβλεψη κρατικών πόρων για την επένδυση σε νέες τεχνολογίες πρόληψης και επιχειρησιακής διαχείρισης, όπως συστήματα ασύρματης επικοινωνίας, μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), καθώς και ψηφιακές εφαρμογές και εργαλεία διαχείρισης καιρού, κινδύνων και επιχειρησιακών πληροφοριών σε τοπικό επίπεδο. Η πρόβλεψη διακριτού, επαρκούς και θεσμικά κατοχυρωμένου χρηματοδοτικού πλαισίου για την Πολιτική Προστασία των Δήμων συνιστά κρατική υποχρέωση, προκειμένου οι Δήμοι να δύνανται να ανταποκριθούν ουσιαστικά στις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται, να διασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση κινδύνων και να αποφευχθεί η μετακύλιση ευθυνών χωρίς τα αναγκαία μέσα. Οι ανωτέρω προτάσεις υποβάλλονται στο πλαίσιο της παρούσας διαβούλευσης με σκοπό την αποκατάσταση παθογενειών που έχουν παρατηρηθεί στην εφαρμογή της νομοθεσίας τα τελευταία έτη και την εναρμόνιση της λειτουργίας της Πολιτικής Προστασίας με το ήδη ισχύον θεσμικό και νομικό πλαίσιο των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η αποσαφήνιση ρόλων, αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων δεν αποσκοπεί στη δημιουργία νέων διοικητικών βαρών, αλλά στη διασφάλιση της νομιμότητας, της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικής άσκησης ενός κρίσιμου δημόσιου αγαθού που αφορά την προστασία της ζωής, της περιουσίας και του φυσικού περιβάλλοντος. Η Πολιτική Προστασία αποτελεί υπόθεση όλων και η ορθή θεσμική της θωράκιση είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της.