Αρχική Ενεργή μάχη:Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών...ΜΕΡΟΣ Ζ’ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΥΘΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (άρθρα 74-105)Σχόλιο του χρήστη Ένωση Πτυχιούχων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος (Ε.Π.Α.Υ.Π.Σ.) | 26 Ιανουαρίου 2026, 03:47




Άρθρο 75 - Η ανάθεση της διοίκησης Ειδικών Υπηρεσιών (πχ Λιμενικών Πυροσβεστικών Σταθμών, της Υπηρεσίας Πλωτών Μέσων, της Υπηρεσίας Εναερίων Μέσων, των Πυροσβεστικών Συνεργείων, της Υγειονομικής Υπηρεσίας και της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Επικοινωνιών) σε Αξιωματικούς Γενικών Καθηκόντων ακόμα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις (υπηρεσιακών ή και επιχειρησιακών για ορισμένες λόγων), πέραν στο ότι προσκρούει σε νομολογία του ΣτΕ, διότι δεν είναι δυνατό να ηγηθεί και να ασκήσει αποτελεσματική διοίκηση (εμπνέοντας τους υφιστάμενούς του) Αξιωματικός Γενικών καθηκόντων που δεν διαθέτει συναφές υπόβαθρο, όσο καλός και αν είναι κατά τα λοιπά. Άρθρο 80 - Στο Τμήμα (δ) να προστεθεί ρητά ότι οι σχετικές δράσεις υλοποιούνται σε συνεργασία και/ή υπό τον συντονισμό της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης, της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού & Επικοινωνίας και της Πυροσβεστικής Ακαδημίας. Άρθρο 81 - Να διορθωθεί η ονομασία «Τμήμα Μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών» σε «Τμήμα Συστημάτων Μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών», ώστε να αποδίδεται ορθότερα το εύρος ΣμηΕΑ. Περαιτέρω, να αντικατασταθεί η λέξη «εγγύηση» (η οποία δημιουργεί αντικειμενικά υπερ-δέσμευση αποτελέσματος και αυξημένο νομικό/operational risk σε περιβάλλον aviation safety) με διατύπωση υποχρέωσης επιμέλειας, ενδεικτικά: «διασφάλιση/μέριμνα για την ανάπτυξη και λειτουργία Συστήματος Διαχείρισης Ασφάλειας (SMS)». Επίσης, για επιστημονική ακρίβεια να χρησιμοποιείται ο όρος «Αξιοπλοΐα» (και όπου απαιτείται «Διαρκής Αξιοπλοΐα») αντί του «Πλοϊμότητα», που εμφανίζεται ως αναχρονιστικός/διοικητικός ιδιωματισμός. Τέλος, να προστεθεί ρήτρα ότι οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Εναέριων Μέσων ασκούνται επιτελικά και δεν θίγουν την επιχειρησιακή εκτέλεση/διοίκηση των οργανικών μονάδων της Υ.Ε.Μ.Π.Σ., καθώς και να προβλεφθεί ρητά «Τμήμα Επανδρωμένων Αεροσκαφών» (το οποίο ήδη υφίσταται στην Υ.Ε.Μ.Π.Σ.), με σαφές αντικείμενο τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την αξιοποίηση των επανδρωμένων μέσων, την τυποποίηση διαδικασιών (SOPs), τη διαχείριση διαθεσιμότητας/ετοιμότητας και τον συντονισμό πτητικής εκπαίδευσης & standardization πληρωμάτων, σε συνεργασία με τα αρμόδια όργανα του Π.Σ. και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των αρμόδιων αρχών πολιτικής αεροπορίας. Άρθρο 83 - Να αντικατασταθεί σε όλο το κείμενο του σ/ν ο όρος «πτυχία» (όπου αναφέρεται στο αντικείμενο χειριστών/μηχανικών - τεχνικών εναερίων μέσων) με τον ορθό κανονιστικό όρο «άδειες/πιστοποιήσεις/εξουσιοδοτήσεις και συναφείς ικανότητες (ratings)», κατά περίπτωση, καθώς και «αναγνώριση άδειας/πιστοποίησης», σύμφωνα με το ισχύον εθνικό και ενωσιακό πλαίσιο, ώστε να αποτυπώνεται με ακρίβεια η διαδικασία επαγγελματικής αδειοδότησης και όχι η απόκτηση ακαδημαϊκών τίτλων. Να αναδιατυπωθεί/συμπτυχθεί η διάταξη για λόγους σαφήνειας και νομικής ακρίβειας ως εξής: μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης και την απόκτηση των απαιτούμενων αδειών, τίτλων και πιστοποιήσεων (άδεια επαγγελματία χειριστή ή ισοδύναμος τίτλος και συναφείς ικανότητες/πιστοποιήσεις ή/και άδεια/πιστοποίηση μηχανικού–τεχνικού εναερίων μέσων, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης αυτών, σύμφωνα με το ισχύον εθνικό και ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο), οι επιλεγέντες μετατάσσονται στην αντίστοιχη ειδικότητα χειριστών ή μηχανικών–τεχνικών εναερίων μέσων και τοποθετούνται κατά προτεραιότητα στην Υ.Ε.Μ.Π.Σ. για κάλυψη κενών οργανικών θέσεων. Προϋπόθεση συμμετοχής να οριστεί ρητά η δυνατότητα έκδοσης/κατοχής του προβλεπόμενου πιστοποιητικού υγείας και η επιτυχής ολοκλήρωση προκαταρκτικών δοκιμασιών καταλληλότητας (ψυχοτεχνικά). Τέλος, να διευκρινιστεί ότι η υποχρέωση επιστροφής δαπανών/ρήτρας δεν εφαρμόζεται σε αποχώρηση λόγω λόγων υγείας/ανικανότητας ή λόγω υπηρεσιακής μεταβολής μη οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του εκπαιδευόμενου. Άρθρο 84 - Να διατυπωθεί ενιαία και ακριβέστερα ο σκοπός ως «για την απόκτηση της απαιτούμενης εκπαίδευσης και των προβλεπόμενων πιστοποιήσεων/ικανοτήτων (ratings/authorisations) για χειρισμό και τεχνική υποστήριξη Συστημάτων μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών, σύμφωνα με το ισχύον ενωσιακό και εθνικό κανονιστικό πλαίσιο», αποφεύγοντας αδόκιμους όρους τύπου «πτυχία». Παράλληλα, να προστεθεί ρητή πρόβλεψη ότι το προσωπικό της παρούσας, ανεξαρτήτως τόπου οργανικής τοποθέτησης, υπάγεται λειτουργικά ως προς την εκπαίδευση, την τυποποίηση διαδικασιών, την ασφάλεια πτήσεων και την τεχνική πολιτική στο Τμήμα Συστημάτων μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών της Υ.Ε.Μ.Π.Σ., ώστε να αποσαφηνίζεται ότι είναι οργανικά διάσπαρτο ανά υπηρεσία αλλά λειτουργικά ελεγχόμενο/συντονιζόμενο από την Υ.Ε.Μ.Π.Σ. Επιπλέον, να εναρμονιστεί η ορολογία μεταξύ παρ. 2 («πλήρωση θέσεων») και παρ. 3(α) («επιχειρησιακές θέσεις») με χρήση ενός ενιαίου όρου που να αποτυπώνει με σαφήνεια το είδος των θέσεων (ενδεικτικά «κάλυψη κενών οργανικών/επιχειρησιακών θέσεων»), καθώς η υφιστάμενη διαφοροποίηση δημιουργεί ασάφεια. Τέλος, να προβλεφθεί ρητά ότι η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση αποχώρησης λόγω λόγων υγείας/ανικανότητας ή λόγω υπηρεσιακής μεταβολής μη οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του εκπαιδευόμενου. Άρθρο 86 – Δεν υπάρχει πλέον η έννοια του Νομού αλλά της Περιφερειακής Ενότητας. Άρθρο 88 – Στην παρ. 1γ του υπό τροποποίηση άρθρου 109 του ν. 4662/2020 να συμπεριληφθούν, πλέον των Αξιωματικών Γενικών Καθηκόντων, και Αξιωματικοί Ειδικών Καθηκόντων αλλά και αντίστοιχοι Υπαξιωματικοί. Άρθρο 89 – Η αναβάθμιση της Υγειονομικής Υπηρεσίας ΠΣ μέσω της πρόβλεψης θέσης Υποστρατήγου Υγειονομικού (ανεξαρτήτως ειδικότητας) και Αρχιπυράρχου Υγειονομικού (της ειδικότητας οδοντιάτρων και ψυχολόγων) είναι στη σωστή κατεύθυνση αναγνωρίζοντας το σημαντικό ρόλο που επιτελούν οι Ιατροί της υπηρεσίας (που διαθέτουν τη δεδομένη στιγμή οργανική δύναμη 51 ατόμων (1 Αρχιπύραρχος και 50 Αξιωματικοί από το βαθμό του Υποπυραγού έως και του Πυράρχου). Την ίδια στιγμή ωστόσο και δεδομένου ότι οι Διοικητικοί Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί διαθέτουν τη μεγαλύτερη δεξαμενή όσον αφορά στην οργανική δύναμη (1 Αρχιπύραρχος, 249 Αξιωματικοί όλων των βαθμών, 10 Υπαξιωματικοί) θα πρέπει για λόγους τυπικούς και ουσιαστικούς, βάσει και της συνταγματικής αρχής της ισότητας (Άρθρο 4 παρ. 1 Συντ.) και της υπηρεσιακής εξέλιξης να έχουν αντίστοιχο καταληκτικό βαθμό αυτό του Υποστρατήγου Διοικητικού. Και αυτό γιατί η διαφοροποίηση στον εισαγωγικό βαθμό (Πυραγός για ιατρούς, Υποπυραγός για λοιπούς) ερείδεται νομίμως στα έτη σπουδών και στην κτήση ειδικότητας κατά την είσοδο, ωστόσο, η παγίωση διαφορετικού καταληκτικού βαθμού συνιστά ανεπίτρεπτη διάκριση. Σύμφωνα εξάλλου με την πάγια νομολογία του ΣτΕ, η διαφορετική υπηρεσιακή αφετηρία δύναται να δικαιολογήσει ταχύτερη βαθμολογική εξέλιξη, όχι όμως διαφορετική ιεραρχική οροφή, εφόσον το προσωπικό εντάσσεται στο ίδιο ιεραρχικό σύστημα και υπηρετεί υπό το ίδιο θεσμικό πλαίσιο. Η εισαγωγική διαφορά έχει ήδη «εξυπηρετηθεί» με την πρόσληψη σε ανώτερο βαθμό· η μεταφορά αυτής της διαφοράς και στον καταληκτικό βαθμό συνιστά διπλό υπολογισμό του ίδιου κριτηρίου εις βάρος της ίσης μεταχείρισης. Πέραν της αναιτιολόγητης ενδοκατηγορικής διάκρισης, η θέσπιση διαφορετικού υπηρεσιακού «ταβανιού» εντός της ίδιας κατηγορίας (Ειδικών Καθηκόντων) χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης, αλλά και της αρχής της Αναλογικότητας. Η στέρηση της δυνατότητας κατάληψης ανώτατων θέσεων ευθύνης απαξιώνει το επιστημονικό δυναμικό του Π.Σ. και δημιουργεί στελέχη δύο ταχυτήτων με ενδεχομένως μειωμένο υπηρεσιακό κίνητρο. - Η παρ. 2 του άρθρου 111 του ν. 4662/2020 να αναδιατυπωθεί ως ακολούθως: “Οι Αξιωματικοί Γενικών Καθηκόντων που προέρχονται από όλα τα τμήματα της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης καταλαμβάνουν οργανική θέση Αξιωματικών και προάγονται μέχρι και τον βαθμό του Αντιπυράρχου”. Άρθρο 90 - Η παρ. 3 του άρθρου 113 του ν. 4662/2020, όπως αυτό τροποποιείται με το άρθρο 90 του υπό δημόσια διαβούλευση σχεδίου νόμου, αναπροσαρμόζοντας τον ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας αξιωματικών ειδικών καθηκόντων, πρέπει να αποσυρθεί για τους κάτωθι τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους: Οι Αξιωματικοί Ειδικών Καθηκόντων του Πυροσβεστικού Σώματος αποτελούν ένστολο επιστημονικό προσωπικό, που τυγχάνουν απόφοιτοι σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και ως τέτοιο προσλαμβάνεται ή μετατάσσεται για την κάλυψη συγκεκριμένων υπηρεσιακών αναγκών με εξειδικευμένες γνώσεις. Επισημαίνεται ότι πολλοί από αυτούς, εκτός του βασικού τίτλου σπουδών, διαθέτουν συναφείς μεταπτυχιακές ή και διδακτορικές σπουδές, επαγγελματικές πιστοποιήσεις και τίτλους γλωσσομάθειας, απαιτούμενη συναφή με το αντικείμενο προϋπηρεσία και εκπληρωμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις (για τους άνδρες), με όλα τα προηγούμενα να συνιστούν προσόντα ένταξης ανά κατηγορία (πχ μετεωρολόγοι, πληροφορικοί, πλοηγοί κυβερνήτες και μηχανικοί, χειριστές και μηχανικοί εναερίων μέσων, τεχνικοί, μηχανικοί όλων των ειδικοτήτων, ιατροί κλπ). Το εν λόγω προσωπικό, του οποίου η υπηρεσιακή εξέλιξη ουδόλως επηρεάζει ή συγχέεται με την υπηρεσιακή εξέλιξη του προσωπικού Γενικών Καθηκόντων (καθότι έχουν ιδιαίτερη ξεχωριστή επετηρίδα με χαμηλότερο καταληκτικό βαθμό), εξυπηρετεί τις αρχές του επιτελικού κράτους, υποστηρίζει το σύνολο των επιτελικών και επιχειρησιακών δομών του Εθνικού Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων και αναβαθμίζει ποιοτικά τις υπηρεσίες του Π.Σ. εισφέροντας προηγουμένως κτηθείσα τεχνογνωσία. Λόγω των άνω προϋποθέσεων για την κατάταξη ή μετάταξη στην κατηγορία των Ειδικών Καθηκόντων, το παραπάνω προσωπικό ενδέχεται κατά την ένταξή του στην κατηγορία να έχει ηλικία έως 35 ετών (ή έως και 45 ετών για τους Ιατρούς). Υπό την έννοια αυτή οποιαδήποτε αναπροσαρμογή προς πάνω του ελάχιστου χρόνου παραμονής ανά βαθμό σε σχέση, με τα ισχύοντα σήμερα, δυσχεραίνει δυσανάλογα την οποιαδήποτε δυνατότητα ιεραρχικής (και προφανώς και μισθολογικής) εξέλιξης, χωρίς μάλιστα την ίδια στιγμή να υφίσταται κάποια αντισταθμιστική οικονομική αποζημίωση κατά τα ισχύοντα στο λοιπό δημόσιο τομέα (π.χ. επίδομα πτυχίου, συναφών μεταπτυχιακών ή διδακτορικών σπουδών, ξένης γλώσσας κ.α.). Η εισαγόμενη με το παρόν άρθρο αύξηση του ελάχιστου χρόνου παραμονής ανά βαθμό αλλά και του συνολικού χρόνου για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων, συνιστά βίαιη προσβολή της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, καθώς εφαρμόζεται για όλους τους υπηρετούντες πυροσβεστικούς υπαλλήλους Ειδικών Καθηκόντων ανεξαιρέτως δίχως διάκριση, χωρίς μεταβατική περίοδο ή έστω πρόβλεψη για τους εντασσόμενους από την έναρξη ισχύος της διάταξης και εξής. Την ίδια στιγμή, Αξιωματικοί που προσλαμβάνονται στο Πυροσβεστικό Σώμα κατ’ εφαρμογή του π.δ. 127/2016 (Α΄ 226) (ήτοι πτυχιούχοι Ανώτατων Εκπαιδευτικών και Τεχνολογικών Ιδρυμάτων μέσω κατατακτήριων εξετάσεων) ακολουθούν τη βαθμολογική εξέλιξη των Αξιωματικών που προσλήφθηκαν στο Πυροσβεστικό Σώμα πριν από τη θέση σε ισχύ του π.δ 44/2016 (Α΄ 68) (πανελλήνιες εξετάσεις). Για τους εν λόγω Αξιωματικούς που επίσης έχουν υποχρέωση κατοχής πτυχίου, προηγούμενης εκπλήρωσης στρατιωτικών υποχρεώσεων και έχουν ως ανώτερη ηλικία κατάταξης αυτή των 35 ετών, αναγνωρίζονται ορθά οι παραπάνω προϋποθέσεις και για το λόγο αυτό ο χρόνος διάνυσης σε κάθε κατεχόμενο είναι συγκριτικά συντμημένος, όπως και των Αξιωματικών Γενικών Καθηκόντων που κατατάχθηκαν στο ΠΣ προ της καθιέρωσης των πανελλαδικών εξετάσεων. Βάσει της προωθούμενης τροποποίησης επί του ισχύοντος άρθρου 113 του Ν.4662/2020, αξιωματικοί Γενικών Καθηκόντων που κατατάχθηκαν πριν την ισχύ του π.δ. 44/2016 χρειάζονται αισθητά λιγότερα χρόνια ελάχιστης παραμονής σε κάθε διοικητικό βαθμό για την προαγωγή τους στο επόμενο σε αντίθεση με τους αντίστοιχους Ειδικών Καθηκόντων, ακόμα δε και από αυτούς που κατατάχθηκαν στο ΠΣ (από το 2016 και μετά) μέσω πανελλαδικών και στην ηλικία των 18 ετών στη συντριπτική πλειοψηφία. Ειδικότερα, ένας Ανθυποπυραγός Γενικών Καθηκόντων που κατατάχθηκε προ του 2016 για να φτάσει στο βαθμό του Αρχιπυράρχου θα χρειαστεί κατ’ ελάχιστον να διανύσει είκοσι πέντε (25) χρόνια, ένας Ανθυποπυραγός Γενικών Καθηκόντων που κατατάχθηκε μετά το 2016 για να φτάσει στο βαθμό του Αρχιπυράρχου θα χρειαστεί κατ’ ελάχιστον να διανύσει τριάντα δυο (32) χρόνια, ενώ ένας Ανθυποπυραγός Ειδικών Καθηκόντων ανεξαρτήτως έτους διορισμού (και με δεδομένα όλα τα προαναφερθέντα προσόντα που θα πρέπει να διαθέτει) για να φτάσει στο βαθμό του Αρχιπυράρχου θα χρειαστεί κατ’ ελάχιστον να διανύσει τριάντα πέντε (35) χρόνια. Η τόσο δυσανάλογα μεγάλη απόκλιση μεταξύ των παραπάνω κατηγοριών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι ο καταληκτικός βαθμός των Αξιωματικών Ειδικών Καθηκόντων είναι μικρότερος καθώς την ίδια στιγμή δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή ηλικία κατάταξης ή μετάταξης (έως 35 ετών ή ακόμα και έως 45 ετών για τους Ιατρούς). Αντίστοιχα, βάσει της προωθούμενης τροποποίησης επί του ισχύοντος 135 του Ν.4662/2020, αξιωματικοί Γενικών Καθηκόντων που κατατάχθηκαν πριν την ισχύ του π.δ. 44/2016 προάγονται στο βαθμό του Πυράρχου ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων όταν θα έχουν διανύσει είκοσι πέντε (25) χρόνια υπηρεσίας ως Αξιωματικοί, αξιωματικοί Γενικών Καθηκόντων που κατατάχθηκαν μετά την ισχύ του π.δ. 44/2016 (ήτοι σε ηλικία 18 ετών στη συντριπτική τους πλειοψηφία χωρίς υποχρέωση κατοχής επιπλέον πτυχίων ή εκπλήρωσης στρατιωτικών υποχρεώσεων) προάγονται στο βαθμό του Πυράρχου ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων όταν θα έχουν διανύσει είκοσι εννιά (29) χρόνια υπηρεσίας ως Αξιωματικοί και αξιωματικοί Ειδικών Καθηκόντων ανεξάρτητα από το έτος κατάταξης προάγονται στο βαθμό του Πυράρχου ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων όταν θα έχουν διανύσει επίσης είκοσι εννιά (29) χρόνια υπηρεσίας ως Αξιωματικοί (και με δεδομένα όλα τα προαναφερθέντα προσόντα που θα πρέπει να διαθέτει), ενώ και πάλι δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή ηλικία κατάταξης ή μετάταξης (έως 35 ετών ή ακόμα και έως 45 ετών για τους Ιατρούς). Η παραπάνω αδιαμφισβήτητη βαθμολογική – εξελικτική διάκριση αντιβαίνει τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας μεταξύ εργαζομένων η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 22 του Συντάγματος αλλά και από την σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία οδηγία (πχ οδηγία 2006/54/ΕΚ) όπως έχει ενσωματωθεί στην εγχώρια έννομη τάξη (πχ Ν.3896/2010) που απαγορεύει κάθε διάκριση στην εξέλιξη των εργαζομένων. Αξίζει εν προκειμένω να επισημανθεί ότι σε ότι αφορά ανάλογες περιπτώσεις Σωμάτων Ασφαλείας (ενδεικτικά για το Λιμενικό Σώμα), τα στελέχη που προσλαμβάνονται με προσόν κατάταξης το πτυχίο τους, προάγονται κατά 1 χρόνο νωρίτερα (σε έκαστο βαθμό) έναντι των αποφοίτων λυκείου της ίδιας τάξης. Με αυτό τον τρόπο, επιβραβεύονται οι υπάλληλοι που εντάχθηκαν στην κατηγορία με προσόν κατάταξης το πτυχίο. Σε μια ευνομούμενη έννομη τάξη η τήρηση της αρχής της επαγγελματικής ισότητας στην οικονομική και βαθμολογική εξέλιξη και της αρχής της αναλογικότητας αλλά και η αποτροπή της δυσμενούς διάκρισης μεταξύ Αξιωματικών Γενικών Καθηκόντων και Ειδικών Καθηκόντων συνιστούν conditio sine qua non για κάθε εργαζόμενο. Η διατήρηση της εν λόγω υπό δημόσια διαβούλευση διάταξης πέραν των δικαστικών αξιώσεων που θα εγείρει για τους θιγόμενους, θα λειτουργήσει αποτρεπτικά όσον αφορά σε μέλλουσα κατάταξη νέων ιδιωτών ως Αξιωματικών Ε.Κ. και ενδέχεται σε μεγάλο βαθμό πιθανολόγησης να προκαλέσει πλήθος παραιτήσεων και αποχωρήσεων από το Πυροσβεστικό Σώμα ικανών εν ενεργεία Αξιωματικών Ε.Κ. Όσον αφορά στη δυσανάλογη διαφοροποίηση που εισάγεται μεταξύ Αξιωματικών Γενικών και Ειδικών Καθηκόντων ως προς τον κατ’ ελάχιστο χρόνο παραμονής στον βαθμό, και την απουσία δυνατότητας συνυπολογισμού του συνολικού χρόνου υπηρεσίας ως Αξιωματικού για τους δεύτερους, το ΣτΕ έχει κρίνει ότι ο κοινός νομοθέτης διαθέτει μεν ευρεία διακριτική ευχέρεια στη ρύθμιση θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού, πλην όμως η ευχέρεια αυτή περιορίζεται από την αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας, ιδίως όταν πρόκειται για προσωπικό του ίδιου φορέα ή Σώματος με συγκρίσιμη θεσμική θέση. Ειδικότερα, και βάσει τη σχετικής νομολογίας διαφορετική μεταχείριση επιτρέπεται μόνο εφόσον θεμελιώνεται σε αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια, συναπτόμενα άμεσα με τη φύση των καθηκόντων ή τις υπηρεσιακές ανάγκες, ενώ απαγορεύεται η δυσμενής διάκριση όταν δεν υφίσταται ειδική και τεκμηριωμένη αιτιολογία που να δικαιολογεί τη διαφοροποίηση. Περαιτέρω, το ΣτΕ έχει κρίνει ότι η θέσπιση αυστηρότερων όρων υπηρεσιακής εξέλιξης για μία κατηγορία υπαλλήλων, χωρίς πρόβλεψη ισοδύναμων αντισταθμιστικών ρυθμίσεων συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, όταν η επιβάρυνση δεν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η νομολογία έχει δεχθεί ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας αποτελεί θεμιτό και ουσιώδες κριτήριο αξιολόγησης εμπειρίας και προσφοράς και ότι ο πλήρης αποκλεισμός του από το σύστημα εξέλιξης συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων, όταν εφαρμόζεται σε άλλες συγκρίσιμες κατηγορίες, δεν συνάδει με την αρχή της αξιοκρατίας. Γίνεται εν προκειμένω σαφές ότι η ταυτόχρονη καθιέρωση μεγαλύτερων ελάχιστων χρόνων παραμονής στο βαθμό για τους Αξιωματικούς Ειδικών Καθηκόντων, σε συνδυασμό με την απουσία διαζευκτικής πρόβλεψης συνολικού χρόνου υπηρεσίας δημιουργεί σωρευτικά δυσμενές καθεστώς, το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, δεν μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτό, ελλείψει ειδικής, σαφούς και αντικειμενικής αιτιολόγησης. Σε περίπτωση μη απόσυρσης της εν λόγω υπό δημόσια διαβούλευση διάταξης, για λόγους αποφυγής μελλοντικών ακυρωτικών διαφορών, είναι αναγκαίο να εξομοιωθούν οι κατ’ ελάχιστο χρόνοι παραμονής στον βαθμό μεταξύ Γενικών και Ειδικών Καθηκόντων, ή/και να προβλεφθεί ρητά και για τους Αξιωματικούς Ειδικών Καθηκόντων ο διαζευκτικός συνυπολογισμός του συνολικού χρόνου υπηρεσίας. Άρθρο 92 – Βλέπε άρθρο 90 Άρθρο 97 – Πρόβλεψη και για τους εξερχόμενους της Σχολής Πυροσβεστών αντίστοιχης με τους εξερχόμενους της Σχολής Αξιωματικών διαδικασίας τοποθέτησης ανά την επικράτεια μετά την πάροδο της διετίας παραμονής στην Αττική, ήτοι να «επιλέγουν κατά προτεραιότητα με βάση τα παρακάτω κριτήρια: α) οι υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν δηλώσει ως νομό συμφερόντων τους κενό που πρόκειται να καλυφθεί, β) οι γονείς δύο (2) τέκνων, γ) οι γονείς ενός (1) τέκνου, δ) οι έγγαμοι και ε) οι άγαμοι. Μεταξύ υπαλλήλων οι οποίοι ανήκουν στην ίδια από τις ως άνω κατηγορίες λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη η σειρά αποφοίτησης». Άρθρο 98 – Η προστιθέμενη παρ. 8η του τροποποιούμενου άρθρου 159 ν. 4662/2020 («Έκτακτη μετάθεση σε περίπτωση κένωσης θέσεων για τις οποίες υπάρχει υπηρεσιακή ανάγκη ή συμβατική υποχρέωση για την κάλυψή τους») χρήζει ουσιώδους νομοτεχνικής αποσαφήνισης ως προς το πεδίο εφαρμογής και το κριτήριο ενεργοποίησής της, ιδίως επειδή προβλέπεται δυνατότητα διενέργειας οποτεδήποτε και χωρίς χρονικό περιορισμό. Ειδικότερα, πρέπει να διακριθεί ρητά η αιφνίδια λειτουργική κένωση (πραγματικό κενό λόγω αιφνίδιας αποχώρησης/απουσίας που προκαλεί άμεση επιχειρησιακή αδυναμία) από το «κενό οργανικής θέσης», το οποίο στις περισσότερες Υπηρεσίες δεν αποτελεί σταθερό και αντικειμενικά επαληθεύσιμο μέγεθος, καθόσον η οργανική δύναμη μεταβάλλεται κατ’ έτος με απόφαση Αρχηγού. Χωρίς την ανωτέρω διάκριση και χωρίς αντικειμενικό, επαληθεύσιμο τρόπο διαπίστωσης (ενδεικτικά με ειδικώς αιτιολογημένη διαπιστωτική πράξη/πίνακα αναγκών που να τεκμηριώνει το αιφνίδιο λειτουργικό κενό και τον άμεσο επιχειρησιακό αντίκτυπο), η επίκληση «κένωσης θέσεων» δεν διαμορφώνει σαφή διαδικασία αλλά εισάγει κανονιστική ασάφεια και αυξημένο νομικό ρίσκο (υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια, άνιση εφαρμογή, πλημμελής αιτιολογία). Περαιτέρω, δεδομένης της γενικευμένης υποστελέχωσης, η διάταξη, όπως διατυπώνεται, δύναται να λειτουργήσει καταχρηστικά ως εργαλείο πίεσης/εκβιασμού ή στοχοποίησης προσωπικού, με αιφνιδιαστική ανατροπή οικογενειακού προγραμματισμού και απρόβλεπτες οικονομικές επιβαρύνσεις· για τον λόγο αυτόν προτείνεται ιδανικά η απόσυρσή της, άλλως η αυστηρή της θωράκιση με σαφείς, περιοριστικούς όρους (δεσμευτική σύνδεση αποκλειστικά με ανελαστική υπηρεσιακή ανάγκη ή συγκεκριμένη συμβατική υποχρέωση, τυποποιημένη και ειδική αιτιολογία, ελάχιστες εγγυήσεις διαφάνειας). Τέλος, χρήζει εναρμόνισης και η περ. 8Α, καθώς στο 8Α(α) προβλέπεται κάλυψη με «μετακίνηση», ενώ στο 8Α(β) με «μετακίνηση ή μετάθεση», διαφοροποίηση που πρέπει να αιτιολογηθεί ή να ενοποιηθεί για να αποφεύγεται σύγχυση ως προς το εφαρμοστέο μέτρο. Άρθρο 99 – Η αύξηση του ορίου χιλιομέτρων στην περ. 4α(γγ) του άρθρου 161 ν. 4662/2020 από 30 χλμ σε 40 χλμ, σε καθεστώς μετακίνησης που είναι κατ’ ουσίαν απρόθεσμη (δεν διασφαλίζεται ότι θα διαρκέσει έως τέσσερις μήνες), δεν αποτελεί «ουδέτερη» τεχνική προσαρμογή αλλά μεταβάλλει ποιοτικά το μέτρο: όσο αυξάνει η απόσταση, τόσο μειώνεται η πραγματική προσωρινότητα και τόσο περισσότερο η μετακίνηση αποκτά χαρακτηριστικά de facto μετάθεσης/μόνιμης απομάκρυνσης, χωρίς όμως τις αντίστοιχες θεσμικές εγγυήσεις, κριτήρια και δικλείδες του πλαισίου μεταθέσεων. Αυτό γεννά νομικό ζήτημα αναλογικότητας και ασφάλειας δικαίου, διότι ένα μέτρο που βαπτίζεται «προσωρινό» επιβάλλει δυσανάλογη και χρονικά αβέβαιη επιβάρυνση (καθημερινές/τακτικές μετακινήσεις σε μεγαλύτερη ακτίνα, με αυξημένο κόστος και ανατροπή οικογενειακού προγραμματισμού) χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα επανόδου, άρα χωρίς προβλεψιμότητα. Παράλληλα, δημιουργείται κίνδυνος διοικητικής αυθαιρεσίας/κατάχρησης μέσω παράτασης στην πράξη ενός «προσωρινού» καθεστώτος μεγάλης απόστασης, με αποτέλεσμα αμφισβητήσεις των ατομικών πράξεων για πλημμελή αιτιολογία, υπέρβαση διακριτικής ευχέρειας και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ιδίως όταν δεν τίθενται αντικειμενικά κριτήρια επιλογής και σαφής μέγιστη διάρκεια. Για τους λόγους αυτούς, η διάταξη στη δυσμενέστερη περίπτωση θα πρέπει να παραμείνει ως έχει (30 χλμ) ή, εναλλακτικά, να συνοδευτεί υποχρεωτικά από αυστηρό χρονικό όριο, ειδική αιτιολογία και ρητές εγγυήσεις επιστροφής, ώστε να διασφαλίζεται ότι διατηρεί πράγματι τον προσωρινό χαρακτήρα της. - Στο άρθρο 99 εντοπίζεται επικάλυψη/αντίφαση αρμοδιοτήτων, καθώς το (α) αποδίδει την απόφαση μετακίνησης στον Αρχηγό για τους Διοικητές Υπηρεσιών, ενώ το (β) αποδίδει την απόφαση στον κατά τόπον αρμόδιο Συντονιστή Επιχειρήσεων «για όλους τους Αξιωματικούς», στους οποίους κατά κανόνα υπάγονται και οι Διοικητές. Για την άρση της ασάφειας και τη σαφή οριοθέτηση αρμοδιοτήτων προτείνεται νομοτεχνική αναδιατύπωση ως εξής: (α) ο Αρχηγός αποφασίζει για τις μετακινήσεις των Διοικητών Υπηρεσιών, καθώς και για μετακινήσεις προσωπικού προς και από τις Κεντρικές Υπηρεσίες (για προσωπικό που υπηρετεί ή τοποθετείται σε αυτές), και (β) ο κατά τόπον αρμόδιος Συντονιστής Επιχειρήσεων, κατόπιν πρότασης του Διοικητή της οικείας ΠΕ.ΠΥ.Δ. και με σύμφωνη γνώμη του Αρχηγού του Π.Σ., αποφασίζει για τις μετακινήσεις των λοιπών Αξιωματικών, καθώς και για μετακινήσεις προς/από Ειδικές Μονάδες και για μετακινήσεις μεταξύ ΔΙ.Π.Υ./Ν., ώστε να αποφεύγεται η διπλή υπαγωγή και να διασφαλίζεται ενιαία, ελέγξιμη διαδικασία. Άρθρο 100 – Η παρ. 1στ του άρθρου 162 του ν. 4662/2020, όπως αυτό τροποποιείται με το άρθρο 100, θα πρέπει να συμπεριλάβει πλέον της δικαστικής απόφασης, και τη λύση του γάμου με συμβολαιογραφική πράξη και τη λύση του συμφώνου συμβίωσης, που παράγουν τα ίδια αποτελέσματα. - Όσον αφορά στην παρ. 1η του άρθρου 162 του ν. 4662/2020, ήτοι στους ευρισκόμενους σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου, αυτοί να υπηρετούν στον τόπο συμφερόντων τους χωρίς να καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις, καθώς αυτό επιβαρύνει με μεταθέσεις τους ευρισκόμενους στην κατάσταση της ενέργειας. - Η παρ. 3 του άρθρου 162 του ν. 4662/2020, όπως αυτό τροποποιείται με το άρθρο 100 του υπό δημόσια διαβούλευση σχεδίου νόμου πρέπει να αποσυρθεί για τους κάτωθι τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους: α. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζόμενων στο δημόσιο υπάγονται στον αναμορφωμένο Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025 – Α΄121), όπως αυτός ισχύει. Στις οικείες διατάξεις υπάγονται δίχως αμφισβήτηση και οι αντίστοιχες οργανώσεις υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος, ως τακτικών πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων, και με αυτές θα πρέπει να είναι εναρμονισμένες. β. Όπως σαφώς συνάγεται από τις ως άνω διατάξεις, αρμόδιος φορέας για τον έλεγχο της νομιμότητας ύπαρξης και λειτουργίας μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι το ανεξάρτητο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μέσω του Γενικού Μητρώου Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.) του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ και καμία οργανική μονάδα του εργοδότη (πχ η Διεύθυνση Ανθρώπινων Πόρων). γ. Βάσει των διατάξεων του Κώδικα Εργατικού Δικαίου απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους και σε οποιονδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ειδικά δε απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, ρητά στους εργοδότες να απαιτούν από τους εργαζομένους δήλωση συμμετοχής, μη συμμετοχής ή αποχώρησης από συνδικαλιστική οργάνωση, ειδικά δε μέσω χορήγησης επικυρωμένου μητρώου μελών, αξίωσης που παραβιάζει την ίδια στιγμή την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων, δεδομένου μάλιστα ότι η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις συνιστά ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, το οποίο απαιτεί ειδική προστασία. δ. Περαιτέρω σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία, απαγορεύεται στους εργοδότες να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση, στη λειτουργία και στη δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, πολλώ δε μάλλον ζητώντας οικονομικά και όχι μόνο δεδομένα (πχ προϋπολογισμούς, απολογισμό κλπ). ε. Όσον αφορά στον αριθμό των μελών που θα πρέπει να διαθέτει μια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζόμενων προκειμένου να προστατεύονται μέλη της Διοίκησής της, αυτός δεν καθορίζεται / μεταβάλλεται αυθαίρετα αλλά θα πρέπει να εναρμονίζεται με τις ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρο 381 του Π.Δ. 62/2025). στ. Η εγγραφή πρωτοβάθμιου σωματείου σε δευτεροβάθμιο συνιστά δικαίωμα και όχι υποχρέωση. ζ. Τα άρθρα 381, 382, 383 του ως άνω Π.Δ. αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώματα. Ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν με συμφωνία εργαζομένων και εργοδοτών ή με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις υπερισχύουν. η. Η προτεινόμενη ρύθμιση και η αυθαίρετη πρόβλεψη περί την έναρξη ισχύος της είναι αδικαιολογήτως αιφνιδιαστική, προσβάλλοντας κάθε έννοια ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι η λήξη της θητείας των υφιστάμενων ΔΣ πολλών οργανώσεων είναι μετά την 1-1-2027. - Η παρ. 5 του άρθρου 162 του ν. 4662/2020 να μην καταργηθεί και να έχει εφαρμογή έως αποκλειστικά για 5 έτη (με δυνατότητα μιας μόνο ανανέωσης) κατόπιν έγγραφου αιτήματος του υπαλλήλου. - Η παρ. 6 του άρθρου 162 του ν. 4662/2020 να παραμείνει ως είχε καθώς έχει ισχυρές δικλείδες ασφαλείας. Άρθρο 103 - Στην παρ. 5 του άρθρου 167 του ν. 4662/2020, όπως αυτό τροποποιείται με το παρόν άρθρο να προβλεφθεί ότι από τα πρόστιμα ποσοστό πέραν αυτού που εγγράφεται στον προϋπολογισμό της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, να εισπράττεται επίσης ποσοστό ανταποδοτικά για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του ΤΑΠΑΣΑ και του Ταμείου Αλληλοβοήθειας ΠΣ.