• Σχόλιο του χρήστη 'Π.Γ.' | 22 Νοεμβρίου 2025, 01:10

    Το προτεινόμενο πλαίσιο για τις αναβολές και τις απαλλαγές λόγω ψυχικής υγείας εισάγει ένα σύστημα κατ’ ουσίαν στιγματιστικό και δυσανάλογα επαχθές για τους πάσχοντες, που παραβιάζει την αρχή της ισότητας, την αναλογικότητα, την προστασία της υγείας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πρώτον, η ίδια η αρχιτεκτονική του άρθρου 183 διαφοροποιεί ριζικά τα ψυχικά από τα λοιπά νοσήματα: εκεί που τα μη ψυχικά νοσήματα έχουν ανώτατο όριο αναβολών έως δύο έτη, τα ψυχικά νοσήματα «σπάνε» υποχρεωτικά σε τμηματικές αναβολές, με οροφή τα πέντε έτη, ενώ μετά από κάθε λήξη επιβάλλεται κατάταξη στην αμέσως πρώτη ΕΣΣΟ, συντηρώντας έναν φαύλο κύκλο αβεβαιότητας που είναι από μόνος του επιβαρυντικός για την ψυχική υγεία και ξένος προς κάθε ιατρική λογική αποκατάστασης.   Δεύτερον, το σύστημα των ΕΔΥΨΕ καθιστά το ΚΕΠΑ εκ των πραγμάτων «πύλη» προς την απαλλαγή Ι/5, απαιτώντας σωρευτικά εξάντληση των αναβολών και εν ισχύ βεβαίωση πιστοποίησης αναπηρίας· πρόκειται για μεταφορά εργαλείων πρόνοιας/αναπηρίας σε ένα αυστηρά υγειονομικό-στρατολογικό ερώτημα, που αφενός δεν είναι σχεδιασμένα για να κρίνουν στράτευση, αφετέρου προσθέτουν μήνες αναμονών, διοικητικής τριβής και ψυχολογικής επιβάρυνσης χωρίς καμία τεκμηρίωση βελτίωσης της «ποιότητας» των κρίσεων. Η δε γνωμάτευση ιδιώτη ψυχιάτρου υποβιβάζεται ρητά σε προαιρετικό-επικουρικό στοιχείο, ενώ ο «σκληρός» φάκελος ορίζεται σε πιστοποίηση ΚΕΠΑ ή γνωμάτευση συγκεκριμένης βαθμίδας αποκλειστικά από δημόσια δομή, επιλογή που εισάγει αδικαιολόγητη καχυποψία κατά των ιδιωτών ιατρών και περιορίζει αυθαίρετα το αποδεικτικό μέσο του πάσχοντος.   Τρίτον, ακόμη και όπου το σχέδιο νόμου επιτρέπει κρίση Ι/5 από ΣΥΕ χωρίς προηγούμενη αναβολή, η κανονιστική εικόνα παραμένει αντιφατική: μετά την εξάντληση των ορίων αναβολών οι ίδιες επιτροπές «αποφαίνονται οριστικά», αλλά αυτό το «οριστικά» μεταφράζεται σε πρακτική ομηρία μεταξύ αλλεπάλληλων τμηματικών αναβολών, νέων παραπομπών και διασταυρούμενων διαδικασιών, αντί για καθαρό, ταχύ και ασφαλές μονοπάτι υγειονομικής κρίσης.   Τέταρτον, οι μεταβατικές ρυθμίσεις είναι ανεπαρκείς για να αντισταθμίσουν τον αιφνιδιασμό: ναι μεν ορίζεται ότι όσοι έχουν ήδη υπαχθεί ή αιτηθεί αναβολή του ν. 3421/2005 «διέπονται από τις προϊσχύσασες διατάξεις» εκτός αν επιθυμήσουν να υπαχθούν στο νέο, όμως το ίδιο το σχέδιο επιβεβαιώνει πως οι ήδη χορηγηθείσες απαλλαγές «παραμένουν ισχυρές», άρα αναγνωρίζει ότι οποιαδήποτε διατάραξη ώριμων προσδοκιών θα ήταν καταχρηστική· εντούτοις, για τους πολλούς που βρίσκονται «ενδιάμεσα», η πραγματικότητα θα είναι ουρές, πολλαπλές γνωματεύσεις και συμπίεση δικαιωμάτων σε ένα υβριδικό σχήμα με ασαφείς προθεσμίες.   Πέμπτον, ενώ προβλέπεται δυνατότητα εξέτασης χωρίς αυτοπρόσωπη παρουσία για σοβαρούς λόγους υγείας, δεν υπάρχει κατοχύρωση ρητών χρονικών ορίων ολοκλήρωσης, ούτε υποχρεωτική αποδοχή σύγχρονων εργαλείων τηλεϊατρικής/τηλεψυχιατρικής, ώστε να μη μετατρέπεται η διαδικασία σε ψυχοφθόρα περιπέτεια μετακινήσεων και αναμονών.  Έκτον, η ειδική μεταχείριση των ήδη κριθέντων Ι/5 για λόγους ψυχικής υγείας σε περίπτωση επανεξέτασης δημιουργεί περαιτέρω ανασφάλεια δικαίου, καθώς ενώ αίρεται μία προϋπόθεση για την «εκ νέου» κρίση, κατόπιν επιβάλλεται πλήρης συμμόρφωση με το αυστηρό πλέγμα του νέου Κεφαλαίου Ε΄, άρα το προστατευτικό αποτέλεσμα υπονομεύεται στην πράξη.  Η ρύθμιση που εισάγει τμηματικές αναβολές έως πέντε έτη αποκλειστικά για ψυχικές παθήσεις, με υποχρεωτική κατάταξη σε κάθε ενδιάμεσο κύκλο και με τελικό «πύλη-φύλακα» την πιστοποίηση αναπηρίας από ΚΕΠΑ για την κρίση Ι/5, παραβιάζει συστηματικά την αρχή της ισότητας (άρθρα 4 και 25 Συντ.) διότι δημιουργεί δυσμενέστερη μεταχείριση για μία κατηγορία ασθενών όχι βάσει των λειτουργικών επιπτώσεων στην ικανότητα στράτευσης αλλά βάσει της φύσης της πάθησης καθαυτής, άρα στηρίζεται σε ένα απαγορευμένο κριτήριο στιγματισμού και όχι σε αντικειμενικό κριτήριο αναλογικής διαφοροποίησης· η κρατική επιλογή να «σπάει» ο χρόνος μόνο για ψυχικά νοσήματα και να επιβάλλεται επαναλαμβανόμενη έκθεση σε διαδικασίες, μετακινήσεις και προσαγωγές υπονομεύει την προστασία της υγείας (άρθρο 21 §3 Συντ.) και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2 §1 Συντ.), ιδίως όταν η ίδια η ιατρική πρακτική προκρίνει σταθερότητα θεραπευτικού πλάνου και αποφυγή διοικητικού στρες ως παράγοντα επιδείνωσης· η σύνδεση της απαλλαγής με την ΚΕΠΑ-αναπηρία εισάγει αστοχία σκοπού και υπέρβαση αρμοδιότητας, διότι το ΚΕΠΑ έχει κοινωνικοασφαλιστικό αντικείμενο (ποσοστό αναπηρίας για παροχές) και όχι κρίση επιχειρησιακής καταλληλότητας προς στράτευση, με αποτέλεσμα το κράτος να υποκαθιστά τη στρατιωτική ιατρική κρίση από έναν μηχανισμό που δεν είναι σχεδιασμένος για το συγκεκριμένο έννομο ζήτημα και να επιβάλλει περιττές καθυστερήσεις που προσκρούουν στην αρχή της χρηστής διοίκησης και της αποτελεσματικής διοικητικής προστασίας (άρθρο 20 Συντ., αρχή εύλογου χρόνου)· το δε υποβιβασμό των γνωματεύσεων ιδιωτών ψυχιάτρων σε «επικουρικό» υλικό, ενώ απαιτείται συγκεκριμένου βαθμού δημόσιος ιατρός ή ΚΕΠΑ ως «σκληρός» φάκελος, δεν τον θωρακίζει απλώς από καταχρήσεις αλλά αντιθέτως δημιουργεί ένα άκαμπτο αποδεικτικό καθεστώς αντίθετο στην αρχή της ελεύθερης εκτίμησης αποδείξεων της διοίκησης και της αναλογικότητας, αφού αποκλείει κατ’ αποτέλεσμα πλήθος ουσιωδών ιατρικών δεδομένων από πρόσωπα με εξειδίκευση και πολυετή θεραπευτική σχέση, οδηγώντας σε άνιση πρόσβαση στη διαδικασία· ως προς την επεξεργασία δεδομένων υγείας, η διεύρυνση της πρόσβασης των ΕΔΥΨΕ σε πληροφορίες του ιατρικού φακέλου χωρίς σαφή νομοθετική τυποποίηση της «ελαχιστοποίησης δεδομένων», των τεχνικών και οργανωτικών εγγυήσεων και της ανεξάρτητης εποπτείας αντίκειται στο άρθρο 9Α Συντ., στον ΓΚΠΔ (άρθρο 9 §2 στοιχ. γ’, η’ και §3 για ειδικές εγγυήσεις) και στον ν. 4624/2019, ιδίως εφόσον δεν προβλέπονται αυστηρά όρια σκοπού, απορρήτου, χρονικής διατήρησης και πρόσβασης, ούτε θεσμοθετείται υποχρεωτικός λειτουργικός διαχωρισμός (functional separation) μεταξύ θεραπευτικής και στρατολογικής χρήσης των δεδομένων· η έλλειψη ρητών, δεσμευτικών προθεσμιών ανά στάδιο, η απουσία κατοχύρωσης τηλεψυχιατρικής/εξ αποστάσεως εξέτασης ως ισοδύναμης, η δυνατότητα επαναλαμβανόμενων τμηματικών αναβολών χωρίς υποχρεωτική τελική κρίση όταν το κλινικό υπόβαθρο παραμένει σταθερό και μη συμβατό με στράτευση, και η μη θεσμοθέτηση δωρεάν νομικής/ιατρικής συνδρομής για ευάλωτους παραβιάζουν την αρχή του αποτελεσματικού ένδικου βοηθήματος και της θετικής υποχρέωσης του κράτους για εύλογες προσαρμογές υπό το πρίσμα της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (κυρωθείσα με ν. 4074/2012), που επιβάλλει μη διάκριση λόγω αναπηρίας/ψυχικής νόσου, αποστιγματισμό, προσβασιμότητα διαδικασιών και εύλογη προσαρμογή· περαιτέρω, το μεταβατικό πλαίσιο, παρότι αναγνωρίζει τη συνέχιση του παλαιού δικαίου για όσους έχουν ήδη υπαχθεί σε αναβολές, παραμένει ανεπαρκές διότι δεν θεσπίζει ευθεία «ρήτρα ωριμότητας» για εκκρεμείς υποθέσεις ώστε να ολοκληρώνονται με τις ήδη ισχύουσες ιατρικές κρίσεις και διαδικαστικές προϋποθέσεις χωρίς εισαγωγή νέων βαρών, με συνέπεια να πλήττεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της νομικής βεβαιότητας, ιδίως σε περιπτώσεις που οι ενδιαφερόμενοι έχουν εξαντλήσει τον κύκλο αναβολών και προσδοκούν οριστική κρίση· συνολικά, το σχήμα δεν περνά το τριπλό τεστ αναλογικότητας: α) ως προς την καταλληλότητα, δεν τεκμηριώνεται ότι η ΚΕΠΑ-προϋπόθεση και οι τμηματικές αναβολές βελτιώνουν την ακρίβεια ή την ακεραιότητα των κρίσεων σε σχέση με μια ευθύγραμμη, υγειονομικά τεκμηριωμένη κρίση από ειδικευμένες επιτροπές με πλήρη φάκελο· β) ως προς την αναγκαιότητα, υπάρχουν ηπιότερα και εξίσου κατάλληλα μέσα, όπως άμεση κρίση Ι/5 σε τεκμηριωμένη σταθερή ψυχική νόσο χωρίς εξάντληση τυπικών κύκλων, ισοτιμία ιδιωτικών γνωματεύσεων υπό τυποποιημένα κριτήρια ποιότητας, υποχρεωτική τηλεψυχιατρική, σκληρές προθεσμίες και ανεξάρτηρος ιατρικός πραγματογνώμονας· γ) ως προς τη στάθμιση, το σωρευτικό διοικητικό και ψυχολογικό βάρος που επιβάλλεται σε ευάλωτους πολίτες υπερβαίνει κατά πολύ το δημόσιο όφελος που επικαλείται ο νομοθέτης, ιδίως όταν υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες κατά των καταχρήσεων χωρίς στιγματισμό και γραφειοκρατία· τέλος, από την οπτική του ΕΣΔΑ και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, η επιδείνωση της θέσης των πασχόντων λόγω φύσης πάθησης προσκρούει στην απαγόρευση διακρίσεων (άρθρο 14 ΕΣΔΑ και άρθρο 21 ΧΘΔ), ενώ η εκτεταμένη επεξεργασία και διαβίβαση ψυχιατρικών δεδομένων χωρίς αυστηρές δικλείδες αντίκειται στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ και στο άρθρο 7-8 ΧΘΔ· για να καταστεί συνταγματικά ανεκτή, η ρύθμιση οφείλει κατ’ ελάχιστον να αποσυνδέσει την κρίση Ι/5 από υποχρεωτική πιστοποίηση ΚΕΠΑ, να αναγνωρίσει ισοδύναμη αποδεικτική δύναμη πλήρους φακέλου ιδιώτη ψυχιάτρου με τυποποιημένα κριτήρια ποιότητας και δυνατότητα διασταύρωσης, να θεσπίσει δεσμευτικές προθεσμίες ολοκλήρωσης ανά στάδιο και υποχρεωτική τηλεψυχιατρική όπου ζητηθεί, να προβλέψει ρητή τελική κρίση χωρίς περαιτέρω τμηματικές αναβολές όταν συντρέχει τεκμηριωμένη μόνιμη ακαταλληλότητα, να εγκαθιδρύσει λεπτομερές κανονιστικό πλαίσιο προστασίας δεδομένων υγείας με αρχιτεκτονική «ελαχιστοποίησης» και ανεξάρτητη εποπτεία και να εισαγάγει ρήτρα ωριμότητας για εκκρεμείς υποθέσεις ώστε να προστατεύεται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και να μη μετακυλίεται η θεσμική ανασφάλεια στους ψυχικά πάσχοντες. Με βάση τα παραπάνω ζητώ την απόσυρση ή ριζική αναδιατύπωση των ρυθμίσεων. Αν ο νομοθετικός στόχος είναι η διαφάνεια και η ενιαία ποιότητα κρίσεων, τότε χρειάζονται αντίστροφες επιλογές: κατάργηση της υποχρεωτικής σύνδεσης με το ΚΕΠΑ για την κρίση Ι/5 ή, τουλάχιστον, πρόβλεψη ισοδυναμίας πιστοποίησης με πλήρη ιατρικό φάκελο από ιδιώτη ψυχίατρο και διεπιστημονική ομάδα· καθιέρωση ρητών, δεσμευτικών προθεσμιών για κάθε στάδιο σε ημέρες, όχι σε «κύκλους» ΕΣΣΟ· κατοχύρωση ισότιμης αποδεικτικής δύναμης των ιδιωτικών γνωματεύσεων υπό τυποποιημένα κριτήρια· πρόβλεψη υποχρεωτικής χρήσης τηλεψυχιατρικής και κατ’ οίκον αξιολογήσεων όπου ενδείκνυται· ρητή απαγόρευση επαναλαμβανόμενων τμηματικών αναβολών όταν προκύπτει κλινική σταθερότητα που δικαιολογεί απευθείας κρίση Ι/5· σαφή ενημέρωση για τα δικαιώματα πρόσβασης στο φάκελο, τήρηση ιατρικού απορρήτου και ελαχιστοποίηση δεδομένων· πραγματικό, γενναιόδωρο μεταβατικό στάδιο με πλήρη διασφάλιση της συνέχειας για όλους όσοι έχουν ήδη διανύσει αναβολές με το προϊσχύσαν καθεστώς — όχι μόνο για όσους έχουν λάβει απαλλαγή. Χωρίς αυτές τις εγγυήσεις, το σχέδιο δεν εκσυγχρονίζει· επιβαρύνει τους πιο ευάλωτους, θεσμοθετεί ανισότητες εις βάρος των πασχόντων από ψυχικά νοσήματα και μεταθέτει το βάρος του κράτους πρόνοιας στον ασθενή πολίτη, κάτι που είναι ασύμβατο με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και με έναν ελάχιστο σεβασμό στην ψυχική υγεία ως έννομο αγαθό.