|
Υπουργείο Εθνικής Άμυνας Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Οι νέες διατάξεις του νομοσχεδίου που αφορούν τα ζητήματα ψυχικής υγείας και τις διαδικασίες πιστοποίησης ψυχικών διαταραχών για την κατάταξη ή την αξιολόγηση σωματικής ικανότητας, δημιουργούν σοβαρά προβλήματα σε σχέση με την αρχή της ισότητας και την προστασία των ατόμων με ψυχικά προβλήματα, όπως αυτές κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Πρώτον, το Άρθρο 4 του Συντάγματος προβλέπει την ισότητα των Ελλήνων απέναντι στον νόμο, ενώ το Άρθρο 21 αναγνωρίζει τη μέριμνα του Κράτους για την υγεία και την προστασία της ψυχικής υγείας ειδικότερα. Οι διαδικασίες που εισάγει το νομοσχέδιο, όπως πρόσθετες ψυχομετρικές δοκιμασίες, υποχρεωτικές αξιολογήσεις ή ακόμα και νοσηλεία σε ψυχιατρικά τμήματα στρατιωτικών νοσοκομείων, συνιστούν διακριτική μεταχείριση εις βάρος όσων αντιμετωπίζουν ψυχικά προβλήματα, οδηγώντας σε ανισότητα διαδικασιών σε σχέση με όσους αξιολογούνται μόνο για σωματικές παθήσεις. Η απαίτηση για υποχρεωτική παραμονή ή εκτίμηση σε ψυχιατρικά τμήματα στρατιωτικών νοσοκομείων αποτελεί πρακτική που όχι μόνο είναι απαράδεκτη, αλλά και αντίθετη με βασικές αρχές της ιατρικής δεοντολογίας. Το περιβάλλον των στρατιωτικών δομών δεν είναι κατάλληλο για αστικά, μη στρατιωτικά περιστατικά ψυχικής υγείας, δημιουργεί κλίμα φόβου και εξαναγκασμού, και παραβιάζει την αρχή της ελεύθερης επιλογής θεράποντα ιατρού. Για άτομα που ήδη βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση, η υποχρέωση παραμονής σε στρατιωτικό νοσοκομείο συνιστά επικίνδυνη επιβάρυνση και μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα στην ψυχική τους κατάσταση. Σε αντίθεση με όσα προβλέπονται για τις σωματικές αναπηρίες, για τις οποίες αρκεί μια πιστοποίηση από αρμόδιους φορείς, οι ψυχικές διαταραχές συνδέονται με πρόσθετες και πιο επαχθείς διαδικασίες, γεγονός που παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (Άρθρο 25 Συντάγματος). Επιπλέον, οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις συγκρούονται με το ευρωπαϊκό δίκαιο, και ιδιαίτερα με το Άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένων των ψυχικών διαταραχών. Οι διαδικασίες που εισάγει το νομοσχέδιο μπορούν να οδηγήσουν σε στιγματισμό, δημιουργώντας την εντύπωση ότι τα άτομα με ψυχικές δυσκολίες αποτελούν απειλή ή ότι χρήζουν ειδικής μεταχείρισης διαφορετικής από εκείνη των υπολοίπων πολιτών. Υπάρχει επίσης το κρίσιμο ζήτημα της απόρρητης φύσης των δεδομένων υγείας. Το νομοσχέδιο δεν διασφαλίζει επαρκώς ότι οι πρόσθετες εξετάσεις και οι ψυχιατρικές αξιολογήσεις θα τηρούν πλήρως τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), ο οποίος χαρακτηρίζει τις πληροφορίες ψυχικής υγείας ως «ευαίσθητα δεδομένα» και απαιτεί αυστηρές εγγυήσεις. Η υποχρέωση προσκόμισης πολλαπλών γνωματεύσεων ή αξιολογήσεων αυξάνει το ρίσκο παραβίασης του απορρήτου και εκθέτει τα άτομα σε αδικαιολόγητη παρέμβαση στην προσωπική τους σφαίρα. Το νομοσχέδιο απαιτεί διαδικασίες που στην πράξη δεν είναι εφαρμόσιμες. Η επίσκεψη σε δημόσιο επιμελητή ψυχίατρο είναι σήμερα εξαιρετικά δύσκολη, συχνά αδύνατη, λόγω της τραγικής υποστελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών ψυχικής υγείας και των τεράστιων χρόνων αναμονής, που σε πολλές περιπτώσεις φτάνουν σε επίπεδα που θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την υγεία του ασθενούς. Είναι παράλογο και κοινωνικά άδικο να απαιτείται από ένα ευάλωτο άτομο να αναμένει μήνες για μια επίσημη γνωμάτευση, όταν ήδη βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση από εξειδικευμένο ιδιώτη ψυχίατρο που έχει πλήρη εικόνα της κλινικής του πορείας. Με βάση το παραπάνω, το νομοσχέδιο επιχειρεί στην πράξη να ακυρώσει τους ψυχιάτρους που παρακολουθούν επί χρόνια ανθρώπους με σοβαρά ψυχικά ζητήματα. Οι θεράποντες ιατροί που γνωρίζουν την ιστορία, τις κρίσεις και τις ανάγκες των ασθενών τους εκτοπίζονται από τη διαδικασία αξιολόγησης και αντικαθίστανται από μια κρατική, στρατιωτικοποιημένη διαδικασία. Τέλος, οι ρυθμίσεις αυτές, αντί να στηρίζουν τα άτομα που αντιμετωπίζουν ψυχικές δυσκολίες, τα επιβαρύνουν, τα ενοχοποιούν και τα αποθαρρύνουν από το να ζητήσουν βοήθεια ή να δηλώσουν την κατάστασή τους, φοβούμενα τις συνέπειες. Με αυτό τον τρόπο το νομοσχέδιο λειτουργεί αντι-θεραπευτικά και έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες κατευθυντήριες γραμμές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την προώθηση της ψυχικής υγείας χωρίς αποκλεισμούς. Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι συγκεκριμένες διατάξεις χρειάζονται ριζική αναθεώρηση, ώστε να ευθυγραμμιστούν με τις συνταγματικές αρχές ισότητας, τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικά προβλήματα, και μια σύγχρονη, μη στιγματιστική προσέγγιση της ψυχικής υγείας.