• Σχόλιο του χρήστη 'Νικόλαος' | 23 Νοεμβρίου 2025, 11:44

    Θα ήθελα να τοποθετηθώ όχι μόνο ως Έλληνας πολίτης που πραγματοποιεί διδακτορικές σπουδές στο εξωτερικό και σκοπεύει να επιστρέψει στη χώρα του, αλλά και ως διαγνωσμένος ασθενής με αγχώδη διαταραχή, την οποία αντιμετωπίζω εδώ και χρόνια με ιατρική παρακολούθηση. Θεωρώ υποχρέωσή μου να καταθέσω ορισμένες σκέψεις που ίσως βοηθήσουν να τεθεί η συζήτηση σε πιο ορθολογική και νομικά τεκμηριωμένη βάση. Πρώτον, βάσει της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρχών της ίσης μεταχείρισης, οι ψυχικές ασθένειες δεν διαφέρουν νομικά ούτε ιατρικά από τις σωματικές. Οι διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (άρθρα 21 και 26) απαγορεύουν κάθε διάκριση λόγω κατάστασης υγείας και κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην κοινωνική ένταξη και στην επαγγελματική ζωή των ατόμων με αναπηρίες, συμπεριλαμβανομένων των ψυχικών παθήσεων. Το ιατρικό απόρρητο ισχύει πλήρως, είτε η γνωμάτευση προέρχεται από τα ΚΕΠΑ είτε από ιδιώτη ή δημόσιο γιατρό. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων υγείας καλύπτεται από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR, Κανονισμός ΕΕ 2016/679), ο οποίος απαγορεύει οποιαδήποτε κοινοποίηση ή χρήση τους εκτός του απολύτως αναγκαίου πλαισίου. Δεύτερον, σε όλες τις χώρες της ΕΕ και σε άλλα κράτη με υποχρεωτική θητεία (Νότια Κορέα, Ισραήλ, Ελβετία κ.ά.), υφίσταται απαλλαγή από την υποχρέωση στράτευσης για λόγους υγείας — σωματικής ή ψυχικής. Διαταραχές όπως η κατάθλιψη, η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή κ.ά. συνιστούν νόμιμους λόγους απαλλαγής, καθώς τα άτομα αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε στρατιωτικό ή ομαδικό περιβάλλον, ούτε για τον εαυτό τους ούτε για τους άλλους. Η απαίτηση να γίνεται η γνωμάτευση από ιατρό δημοσίου νοσοκομείου, για τον περιορισμό των καταχρήσεων, είναι θεμιτή. Όμως αυτό δεν αναιρεί τη βαρύτητα ενός φακέλου μακροχρόνιας παρακολούθησης από ιδιώτη ψυχίατρο. Οι ψυχικές παθήσεις δεν αποδεικνύονται μέσα σε 10 λεπτά εξέτασης — απαιτούν χρονική διάρκεια, θεραπευτική σχέση και τεκμηρίωση. Κανένας δημόσιος ψυχίατρος δεν μπορεί νομίμως να αγνοήσει έναν πλήρη ιατρικό φάκελο με διαγνωσμένες και επιβεβαιωμένες διαταραχές. Εξάλλου, ποιος ψυχίατρος θα αναλάμβανε την ευθύνη να αποστείλει σε στρατιωτικό περιβάλλον έναν ασθενή με ενεργή αγχώδη ή καταθλιπτική συμπτωματολογία; Κανείς. Θα ήταν πράξη ανεύθυνη και νομικά εκτεθειμένη. Τρίτον, θεωρώ εντελώς απαράδεκτη και νομικά αμφισβητήσιμη τη ρύθμιση περί πενταετούς αναβολής, η οποία αγγίζει τα όρια της αντισυνταγματικότητας. Το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 2) προβλέπει την υποχρέωση στράτευσης, αλλά όχι τη διαρκή εκκρεμότητα εις βάρος ανθρώπων που δεν μπορούν να υπηρετήσουν για ιατρικούς λόγους. Εφόσον μια πάθηση είναι ιατρικά διαπιστωμένη και διαρκής, η Πολιτεία υποχρεούται να εκδώσει οριστική κρίση απαλλαγής, ώστε ο πολίτης να μη βρίσκεται σε καθεστώς ανασφάλειας, αποκλεισμένος από την αγορά εργασίας. Όταν κάποιος δεν δύναται να καταταγεί λόγω χρόνιας νόσου — είτε είναι καρκινοπαθής, είτε έχει αυτοάνοσο νόσημα, είτε ψυχική διαταραχή — δεν μπορεί να τιμωρείται με πενταετή αποκλεισμό από το δικαίωμα στην εργασία. Πρόκειται για έμμεση διάκριση εις βάρος των ατόμων με αναπηρίες, κατά παράβαση τόσο του άρθρου 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όσο και της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και εργασία. Τέλος, σε ό,τι αφορά την εξαγορά της θητείας, πρέπει να επισημανθεί ότι χιλιάδες νέοι επιστήμονες του εξωτερικού έχουν οικοδομήσει τον επαγγελματικό και προσωπικό τους προγραμματισμό πάνω στο ισχύον καθεστώς — προβλέποντας 20ήμερη θητεία και καταβολή 810 € ανά μήνα θητείας. Η ίδια η Πολιτεία επιδιώκει την επιστροφή τους μέσω φορολογικών κινήτρων και προγραμμάτων “Brain Gain”. Με ποια λογική, λοιπόν, ο κ. Δένδιας μεταβάλλει ξαφνικά αυτό το πλαίσιο, ανατρέποντας τον προγραμματισμό ζωής και εργασίας τόσων ανθρώπων; Μια τέτοια μεταβολή χωρίς μεταβατικό στάδιο και δημόσια διαβούλευση αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, που κατοχυρώνονται τόσο στο ελληνικό Σύνταγμα όσο και στο δίκαιο της ΕΕ. Επιπλέον, η ρύθμιση αυτή πλήττει και γιατρούς που υπηρετούν την πατρίδα μέσα από το ΕΣΥ ή εξειδικεύονται στο εξωτερικό, υπολογίζοντας ότι θα μπορέσουν να εξαγοράσουν τη θητεία στα 33. Πολλοί από αυτούς αναγκάζονται να επανεξετάσουν τη συνέχιση της καριέρας τους στην Ελλάδα.