|
Υπουργείο Εθνικής Άμυνας Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Ως άνθρωπος που αντιμετωπίζει ψυχιατρικές δυσκολίες στην καθημερινότητά του εδώ και αρκετά χρόνια, νιώθω την ανάγκη να εκφράσω την ανησυχία μου για τις αλλαγές του Μέρους Θ και τον αντίκτυπο που αυτές θα έχουν σε άτομα με ψυχιατρικά ζητήματα σαν κι εμένα, αλλά και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία-οικονομία. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δημιουργούνται εύλογες ανησυχίες σχετικά με τον σκοπό και τις συνέπειες του νέου πλαισίου σε σχέση με τον νόμο του 2005. Αν και φαίνεται ότι στόχος είναι ο περιορισμός των απαλλαγών Ι5Ψυχιατρικό, το ερώτημα είναι αν κάτι τέτοιο είναι ρεαλιστικά εφικτό και κυρίως αν είναι κοινωνικά και ηθικά αποδεκτό. Η πραγματικότητα των ψυχικών νοσημάτων δεν μπορεί να αγνοηθεί. Τα ποσοστά ψυχικών διαταραχών αυξάνονται διεθνώς και στην Ελλάδα ειδικά τα τελευταία χρόνια, άρα και οι αιτήσεις αναβολής ή απαλλαγής αντανακλούν μια πραγματική κοινωνική ανάγκη. Η επιβολή πενταετούς διάρκειας επαναλαμβανόμενων αναβολών, μαζί με αυξημένα γραφειοκρατικά εμπόδια, αναμένεται να διογκώσει τον φόρτο του συστήματος, να μειώσει την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών και να επιδεινώσει την κατάσταση υγείας των ενδιαφερομένων. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακόμη περισσότερες οριστικές απαλλαγές και άρα το αντίθετο από αυτό που επιδιώκεται. Επίσης, τίθενται ζητήματα στιγματισμού και αποκλεισμού από την εργασία. Πολλές επιχειρήσεις ζητούν βεβαίωση εκπλήρωσης στρατιωτικών υποχρεώσεων για διάφορους λόγους. Η μη δυνατότητα απόκτησής της για πέντε χρόνια οδηγεί σε εκτεταμένο αποκλεισμό ατόμων με ψυχική ευαλωτότητα από την αγορά εργασίας. Αυτό επιβαρύνει σοβαρά την ποιότητα ζωής τους και τη δυνατότητα οικονομικής τους επιβίωσης, ενώ τα ωθεί είτε στην αυτοεγκατάλειψη, είτε στην αναγκαστική κατάταξη σε αντίθεση με τις ιατρικές οδηγίες, είτε στη μετανάστευση. Κατά συνέπεια, τίθεται και το ζήτημα της ποιότητας και όχι μόνο της ποσότητας στο στράτευμα. Ακόμη και αν αυξηθεί αριθμητικά το προσωπικό που κρίνεται κατάλληλο, ποια θα είναι η πραγματική ποιότητα του; Είναι ωφέλιμο να υπηρετούν άτομα με σοβαρή ψυχική δυσκολία ή άτομα που εξαναγκάζονται παρά τη σαφή άρνησή τους; Πώς επηρεάζεται η συνοχή, η ασφάλεια και το ηθικό των μονάδων; Σε κάθε σύγχρονο οργανισμό κριτήρια όπως θέληση, κίνητρο και αξιακή ταύτιση θεωρούνται απαραίτητα. Γιατί να συμβαίνει το αντίθετο στις Ένοπλες Δυνάμεις; Ας σταθούμε όμως και σε ένα παράγοντα ακόμη, όπως τις δυσμενείς συνέπειες για τη νέα γενιά και τη χώρα. Οι προβλέψεις για αύξηση ηλικίας και κόστους εξαγοράς, ο περιορισμός των ημερών παραμονής στην Ελλάδα για τους ανυπότακτους και η κατάργηση ευνοϊκών ρυθμίσεων για τους απόδημους, δημιουργούν ένα πλαίσιο που αποθαρρύνει την επιστροφή νέων επιστημόνων και επενδυτών. Οι οικονομικές, δημογραφικές και κοινωνικές συνέπειες θα είναι σημαντικές, καθώς θα προκληθεί φραγμός σε νέους επαγγελματίες που επιθυμούν να ιδρύσουν επιχειρήσεις στην Ελλάδα,πλήγμα στον τουρισμό και στις ιατρικές υπηρεσίες από Έλληνες της διασποράς, ενίσχυση του brain drain και αποδυνάμωση της ελληνικής ταυτότητας στο εξωτερικό, αποθάρρυνση δημιουργίας οικογένειας και επιδείνωση του δημογραφικού, εκποίηση περιουσιών από αποδήμους που θα κριθούν ανεπιθύμητοι και άλλα πολλά μεταξύ άλλων. Καταλήγοντας, οι αλλαγές αυτές φαίνεται ότι δεν επιτυγχάνουν τη βελτίωση της στρατιωτικής ισχύος της χώρας, αντιθέτως, κινδυνεύουν να αποδυναμώσουν το ανθρώπινο δυναμικό, να αποξενώσουν τους Έλληνες του εξωτερικού και να επιβαρύνουν περαιτέρω ένα ήδη κρίσιμο δημογραφικό και οικονομικό πρόβλημα. Άτομα σαν κι εμένα, που αντιμετωπίζουμε σημαντικά ψυχιατρικά προβλήματα στην καθημερινότητά μας, δεν ζητούμε επιπλέον προνόμια. Ζητούμε κατανόηση, σεβασμό και τη διατήρηση ενός πλαισίου που υπήρχε από το 2005 μέχρι και σήμερα, όπου δεν τιμωρούνται οι ευάλωτοι, αλλά υπάρχει στήριξη από την πολιτεία, ώστε να μπορούν και αυτοί με τη σειρά τους να προσφέρουν με τον τρόπο που μπορούν στην κοινωνία. Ένα πραγματικά αποτελεσματικό μοντέλο θα στηριζόταν στη συνεργασία, τον σεβασμό και την αξιοποίηση των δυνάμεων των νέων, όχι στον εξαναγκασμό και τον αποκλεισμό τους.