• Σχόλιο του χρήστη 'Χρήστος Γιώτας' | 27 Νοεμβρίου 2025, 21:42

    1) Οι αλλαγές στο βαθμολόγιο των στελεχών δεν πρέπει και δεν μπορούν να ισχύσουν για όσους ήδη υπηρετούν ως στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ή φοιτούν ήδη στις Στρατιωτικές Σχολές. Όλοι/ες αποφάσισαν την ένταξή τους στις Ένοπλές δυνάμεις βάσει Νόμων και εγκυκλίων που με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο καταστρατηγούνται. Η άμεση εφαρμογή του νέου βαθμολογίου στα ήδη υπηρετούντα στελέχη όλων των προελεύσεων (ΑΣΕΙ, ΑΣΣΥ, ΕΜΘ, ΕΠΟΠ μονιμοποιηθέντες και μη), παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, καθόσον ανατρέπει βιαίως το καθεστώς βαθμολογικής εξέλιξης χωρίς μάλιστα την πρόβλεψη ουσιαστικών μεταβατικών διατάξεων. Παραβιάζει επίσης την αρχή της ισότητας διότι στελέχη με την ίδια προέλευση, την ίδια εκπαίδευση και τα ίδια προσόντα, εξελίσσονται διαφορετικά με μόνο κριτήριο τον διαφορετικό χρόνο κατάταξης στις Ένοπλες Δυνάμεις. Για τους ανωτέρω λόγους, αν δεν αποσυρθεί το νέο προτεινόμενο βαθμολόγιο, να ισχύσει το βαθμολόγιο από όσους θα καταταγούν στις Ένοπλες Δυνάμεις, μετά την θέση σε ισχύ του νέου νόμου. 2) Το προτεινόμενο πολυνομοσχέδιο παρουσιάζει εκτεταμένη μεταβίβαση ουσιωδών ρυθμίσεων στην εκτελεστική εξουσία, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό θεσμικό ζήτημα. Κρίσιμα ζητήματα, όπως ο αριθμός των οργανικών θέσεων αξιωματικών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας χωρίς δημοσίευση, σύμφωνα με το άρθρο 28 , ενώ το άρθρο 54 επιτρέπει την ίδρυση ή κατάργηση σωμάτων και επετηρίδων μόνιμων υπαξιωματικών μέσω κανονιστικών πράξεων αντί νομοθετικής πρόβλεψης . Η κανονιστική εξουσιοδότηση επεκτείνεται και στα ουσιαστικά προσόντα και τις διαδικασίες αξιολόγησης των ΕΠΟΠ, τα οποία παραπέμπονται εξ ολοκλήρου σε υπουργική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 64. Πρόκειται για ρυθμίσεις που δεν αποτελούν τεχνικές λεπτομέρειες αλλά συγκροτούν τον πυρήνα της υπηρεσιακής κατάστασης. Η πρακτική αυτή δεν συνάδει με το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει κανονιστικές εξουσιοδοτήσεις μόνο για ειδικότερα ζητήματα. Το νομοσχέδιο παραπέμπει ουσιώδη θέματα σε μελλοντικές πράξεις, όπως ο καθορισμός οικονομικών παροχών και τρόπου υπολογισμού μερισμάτων στο άρθρο 88 , κρίσιμες διαδικασίες προσφυγών και υγειονομικών κρίσεων στο άρθρο 110 και την αναδιοργάνωση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων στο άρθρο 168 . Η Βουλή καλείται να ψηφίσει ρυθμίσεις χωρίς προσδιορισμένο περιεχόμενο, κάτι που αντιστρατεύεται τη νομοθετική λειτουργία και τη θεσμική διαφάνεια. Επιπλέον, η εκτεταμένη χρήση εξουσιοδοτικών διατάξεων δημιουργεί σοβαρή ασάφεια ως προς την εφαρμογή του νόμου. Η πλήρης λειτουργία του εξαρτάται από έκδοση δεκάδων υπουργικών αποφάσεων και προεδρικών διαταγμάτων, γεγονός που δεν επιτρέπει την άμεση και ομοιόμορφη εφαρμογή. Το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων θα τελεί σε καθεστώς αβεβαιότητας, ενώ η εφαρμογή ενδέχεται να διαφοροποιηθεί μεταξύ των Κλάδων. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας, θεμελιώδες στοιχείο του κράτους δικαίου, δεν διασφαλίζεται. Παράλληλα, η απουσία αριθμητικών και αντικειμενικών κριτηρίων σε κρίσεις, προαγωγές, μετατάξεις και καταστάσεις προσωπικού δεν εγγυάται ίση μεταχείριση και εισάγει περιθώριο αυθαιρεσίας. Η εμπειρία προηγούμενων νομοθετημάτων έχει δείξει ότι τέτοιες ασάφειες οδηγούν σε αυξημένες διοικητικές και δικαστικές εμπλοκές, επιβαρύνοντας στελέχη και διοίκηση χωρίς λόγο. Επιπρόσθετα, το νομοσχέδιο δεν παρουσιάζει τη νομοθετική πληρότητα που απαιτείται. Δεν περιλαμβάνει ολοκληρωμένο μισθολογικό πλαίσιο, δεν ρυθμίζει με σαφήνεια τις καταστάσεις προσωπικού και δεν εξασφαλίζει ενιαία εφαρμογή. Ουσιαστικά πρόκειται για νομοθέτημα ανοιχτού περιεχομένου που θα αποκτήσει ουσία μόνο εκ των υστέρων, μέσω κανονιστικών πράξεων. Με βάση τα παραπάνω, το σχέδιο νόμου δεν μπορεί να διασφαλίσει τη θεσμική λειτουργία του κράτους δικαίου ούτε την προστασία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων. Η απόσυρσή του και η επανυποβολή πλήρους και ώριμου πλαισίου, με σαφείς, άμεσα εφαρμόσιμες ρυθμίσεις, αποτελεί αναγκαία και θεσμικά ορθή επιλογή για την αποφυγή νέων νομικών και διοικητικών αδιεξόδων. 3) Τέλος, κατατίθεται δημόσια ότι τα ζητήματα που τίθενται στη διαβούλευση αφορούν θεμελιώδεις παραμέτρους της σταδιοδρομίας και της υπηρεσιακής κατάστασης συγκεκριμένων κατηγοριών στελεχών και απαιτούν πλήρη, τεκμηριωμένη και ουσιαστική αξιολόγηση από τα αρμόδια όργανα. Η ανάλυση μεγάλου όγκου σχολίων, όταν υπερβαίνει τις χιλιάδες καταχωρήσεις, προϋποθέτει επαρκή χρόνο, ομαδοποίηση ανά θεματικό πεδίο και ειδική αιτιολόγηση. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα δεν διασφαλίζει την απαιτούμενη πληρότητα ούτε τη συμμόρφωση προς τις αρχές χρηστής διοίκησης και αναλογικότητας. Υπενθυμίζεται ότι η ίδια πρακτική συνοπτικής και ομαδοποιημένης απόρριψης σχολίων χωρίς ειδική αιτιολόγηση έχει ήδη εφαρμοστεί σε προηγούμενη νομοθετική διαδικασία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Συνεπώς, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για επανεμφανιζόμενο μοτίβο που καταδεικνύει μη σεβασμό των προβλεπόμενων διαδικασιών και δεν μπορεί πλέον να αποδοθεί σε απλή αμέλεια. Η επανάληψη αυτής της πρακτικής καταστρατηγεί στην πράξη τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια διαβούλευση, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 παρ. 1 και το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και το νομοθετικό πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης (ιδίως το άρθρο 61 παρ. 2-4 του ν. 4622/2019). Με την παρούσα δήλωση ενημερώνουμε εγκαίρως τα αρμόδια υπηρεσιακά στελέχη ότι δεν μπορεί να προβληθεί εκ των υστέρων άγνοια. Σε περίπτωση που η τελική έκθεση αξιολόγησης σχολίων συνταχθεί χωρίς επαρκή και ειδική αιτιολόγηση ή χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση των θεμάτων που τίθενται στη διαβούλευση, θα εξεταστεί η άσκηση των προβλεπόμενων νομικών ενεργειών όχι μόνο κατά των ατομικών πράξεων εφαρμογής, αλλά και όπου προβλέπεται από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, κατά των υπευθύνων φυσικών προσώπων σε περίπτωση διαπιστωμένης βαριάς αμέλειας ή παράβασης υπηρεσιακών υποχρεώσεων. Η παρούσα υποβολή γίνεται θεσμικά και προληπτικά, ώστε η διαδικασία διαβούλευσης να ολοκληρωθεί με την απαιτούμενη προσοχή και τεκμηρίωση και το τελικό νομοθετικό αποτέλεσμα να είναι σύννομο.