Αρχική Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή (Σταδιοδρομία και εξέλιξη Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και Επαγγελματιών Οπλιτών των Ενόπλων Δυνάμεων...ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ (άρθρα 32-56)Σχόλιο του χρήστη ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΥΑ | 29 Νοεμβρίου 2025, 10:59




Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, σε προσωπικό επίπεδο, μου δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν εδράζεται σε μια ψύχραιμη, ορθολογική προσέγγιση του ρόλου και της αξίας των Σχολών Υπαξιωματικών, αλλά αντίθετα εκφράζει μια διαχρονική δυσπιστία απέναντι στο Σώμα των υπαξιωματικών. Δεν θα επεκταθώ στα αμιγώς νομικά και τεχνικά σημεία – αυτά μπορούν και θα αναλυθούν από νομικούς, συμβούλους και θεσμικούς φορείς, όπως ήδη γίνεται στη διαβούλευση ή, ενδεχομένως, σε αίθουσες δικαστηρίων στο μέλλον. Ωστόσο, η ουσία του παρόντος νομοσχεδίου συνιστά, κατά τη γνώμη μου, σοβαρό πλήγμα για τις Σχολές Υπαξιωματικών (NCO Academies) και τον θεσμό του Υπαξιωματικού στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αντί να τις αναβαθμίζει, τις υπονομεύει ως θεσμούς παραγωγής στελεχών υψηλής αξίας και εμπειρίας. Παράλληλα, το νομοσχέδιο επιχειρεί να μιμηθεί, αποσπασματικά και χωρίς συνολική προσαρμογή, ξένα πρότυπα (όπως το αμερικανικό ή το φινλανδικό μοντέλο), υιοθετώντας τη δομή βαθμών, χωρίς όμως να υιοθετεί ούτε αντίστοιχες απολαβές, ούτε παρεμφερή προνόμια, ούτε το ευρύτερο υποστηρικτικό περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι, ενδεικτικά, υπαξιωματικός στις ΗΠΑ με 25 έτη υπηρεσίας λαμβάνει μηνιαίως αποδοχές πολλαπλάσιες των αντίστοιχων ελληνικών· επιπλέον επωφελείται από εκτεταμένο δίκτυο αφορολόγητων παροχών, επιδομάτων, διευκολύνσεων και προσβάσεων, που στην πράξη προσθέτουν έναν επιπλέον «μισθό» κάθε μήνα. Σε πολλές δυτικές Ένοπλες Δυνάμεις: προβλέπονται συνεχείς, θεσμοθετημένες δυνατότητες εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, σε ευρεία κλίμακα και όχι αποσπασματικά («ένας αξιωματικός ανά έτος»), χορηγείται επίδομα στολής και πλήρης κάλυψη του απαραίτητου υλικού, ενώ στην Ελλάδα συχνά τα στελέχη αγοράζουν από ιδίους πόρους ακόμη και βασικά είδη (σήματα βαθμού, μέρος εξοπλισμού κ.λπ.), υπάρχει ξεκάθαρο περιγραφικό καθηκόντων (job description) και σαφής διαχωρισμός αρμοδιοτήτων, ώστε το στέλεχος να γνωρίζει τι ακριβώς αναμένει η Υπηρεσία από αυτό. Αντιθέτως, στην ελληνική πραγματικότητα, είναι κοινό μυστικό ότι: αναζητούνται καθημερινά «εκτός προϋπολογισμού» λύσεις για στοιχειώδη μέσα (έπιπλα, γραφεία, καρέκλες, υπολογιστές, εκτυπωτές, χαρτικά, καθαριστικά, εργαλεία κ.ά.), πολλά στελέχη καλούνται να καλύπτουν από την τσέπη τους ανάγκες της Μονάδας, από τις πιο απλές μέχρι ιδιαίτερα σύνθετες, δεν υφίσταται ουσιαστικό οργανόγραμμα στην πράξη: τα ίδια στελέχη συχνά φέρουν 4–5 κύρια καθήκοντα και επιπλέον αναλαμβάνουν πληθώρα άλλων, ανάλογα με τις ελλείψεις και τις απουσίες, χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση ή αποζημίωση. Παράλληλα, σε αρκετούς Στρατούς της Δύσης, ο υπαξιωματικός θεωρείται μάχιμος μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό ορόσημο (π.χ. 20–25 έτη), μετά το οποίο αναδιοχετεύεται σε θέσεις εκπαίδευσης, διοίκησης και υποστήριξης, αξιοποιώντας την εμπειρία του και χτίζοντας ένα βιογραφικό που του επιτρέπει ομαλή μετάβαση στη ζωή μετά την αποστρατεία. Η δυνατότητα μετάβασης από το Σώμα Υπαξιωματικών στο Σώμα Αξιωματικών μέσω απόκτησης πανεπιστημιακού πτυχίου είναι θεσμοθετημένη, σαφής και πραγματική – όχι θεωρητική ή «ισοτιμία στα χαρτιά» χωρίς αντίκρισμα. Η Ελλάδα έχει διαφορετική ιστορική διαδρομή, διαφορετική γεωπολιτική πραγματικότητα, γείτονες, κουλτούρα, νοοτροπία, δομές κράτους και κοινωνίας. Η μηχανιστική μεταφορά ξένων μοντέλων, χωρίς «μετάφραση» στις ελληνικές ιδιαιτερότητες, συνιστά συνταγή αποτυχίας. Όταν, επιπλέον, οι διαφορές μεταξύ των τριών Κλάδων ως προς τη νοοτροπία, τη μεταχείριση και την υπηρεσιακή πρακτική είναι ήδη έντονες, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το προτεινόμενο σύστημα να εντείνει τις ανισότητες και τις τριβές. Ήδη διαπιστώνεται ότι οι νέοι γυρνούν την πλάτη τους στις Ένοπλες Δυνάμεις: οι σχολές δυσκολεύονται να προσελκύσουν επαρκή αριθμό υποψηφίων, προσλήψεις ΕΠΟΠ δεν έχουν προχωρήσει όπως είχε σχεδιαστεί, πληθώρα στελεχών παραιτείται, όπως διαπιστώνεται εύκολα αν μιλήσει κανείς με συναδέλφους που χειρίζονται υποθέσεις αποστρατειών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το παρόν νομοσχέδιο μοιάζει να έχει μια «σιωπηρή στόχευση»: να διατηρήσει μεγάλο αριθμό στελεχών καθηλωμένο στους χαμηλότερους βαθμούς, ώστε να καλυφθούν οργανικά κενά, αντί να δοθούν ουσιαστικά κίνητρα παραμονής και εξέλιξης. Αυτό, μακροπρόθεσμα, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα αλλά το επιδεινώνει. Τίθενται σοβαρά ερωτήματα για το ποια κίνητρα θα έχουν στο εξής: οι πρωτοετείς και δευτεροετείς των ΑΣΣΥ, οι υποψήφιοι που εξετάζουν το ενδεχόμενο να εισαχθούν σε αυτές τις σχολές, οι νεαροί αξιωματικοί προελεύσεως ΑΣΕΙ, που επίσης παρατηρούν παραιτήσεις και απογοήτευση γύρω τους. Το νομοσχέδιο δεν φαίνεται να δίνει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα· αντίθετα, ενδέχεται να λειτουργήσει ως επιταχυντής αποχωρήσεων. Σε επίπεδο καθημερινής υπηρεσίας, το πρόβλημα της απουσίας σαφούς οργανογράμματος και περιγραφής καθηκόντων είναι ήδη οξύ. Όλοι «κάνουν τα πάντα», συχνά απλήρωτα, χωρίς να υπάρχει διακριτό πλαίσιο ευθύνης και ανταμοιβής. Μέσα σε αυτό το θολό περιβάλλον, οι προτεινόμενες αυξήσεις μισθών δεν φαίνεται να λειτουργούν ως εργαλείο δίκαιου εξορθολογισμού, αλλά ως πηγή νέων ανισοτήτων. Όταν, για παράδειγμα, Ανθυπολοχαγός με 3 έτη υπηρεσίας λαμβάνει αύξηση περίπου 380 ευρώ, ενώ Λοχαγός με σχεδόν 30 έτη υπηρεσίας λαμβάνει περί τα 140 ευρώ, δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι επιτυγχάνεται ισορροπία και δικαιοσύνη. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι υπήρχαν και παθογένειες στο παρελθόν, όπως το γεγονός ότι στελέχη προέλευσης ΑΣΣΥ, χωρίς Σχολή Διοίκησης και Επιτελών (ΣΔΙΕΠ) ή ΑΔΙΣΠΟ, κατέληγαν μέχρι βαθμό Συνταγματάρχη, γεγονός που ήταν εύλογα άδικο για συναδέλφους προερχόμενους από ΑΣΕΙ. Ένα σύγχρονο πλαίσιο οφείλει πράγματι να θεραπεύει πραγματικές ανισότητες, όχι όμως να τις αντικαθιστά με νέες, ακόμη πιο έντονες. Ένα σοβαρότατο ζήτημα είναι και η απειλή διάρρηξης της συνοχής και του ηθικού. Το Στράτευμα στηρίζεται στο πνεύμα Μονάδας, στη μεταξύ μας εμπιστοσύνη, στην αντίληψη ότι –παρά τις διαφορές προέλευσης– υπηρετούμε τον ίδιο σκοπό, με ελάχιστο αίσθημα δικαιοσύνης. Αν επικρατήσει η εντύπωση ότι οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν «στελέχη πολλών ταχυτήτων» και εργαζόμαστε σε ένα σύστημα που μας αντιμετωπίζει άνισα και απαξιωτικά, τότε είναι αναμενόμενο να αυξηθούν η ψυχολογική κόπωση, η απογοήτευση και η αποξένωση. Επιπλέον, υπάρχουν και πολύ συγκεκριμένα πρακτικά θέματα, όπως η μισθολογική εξέλιξη στα κλιμάκια Υ9–Υ11. Ενδεικτικά: Λοχαγοί (και αντίστοιχοι) με 27–29 έτη υπηρεσίας εντάσσονται στο κλιμάκιο Υ9 και, σύμφωνα με το άρθρο 77, παραμένουν εκεί έως 31/12/2026. Από 1/1/2027 μεταφέρονται στο Υ11, χωρίς να διέλθουν από το Υ10. Αν αυτό ισχύσει όπως αποτυπώνεται, συνεπάγεται ότι: δεν θα λάβουν το κλιμάκιο Υ10, το οποίο συνδέεται με επίδομα ευθύνης 100 ευρώ (μεικτά) μηνιαίως, δηλαδή περίπου 1.200 ευρώ μεικτά ετησίως, δεν θα λάβουν την ενδιάμεση αύξηση που αντιστοιχεί στη μετάβαση από τον συντελεστή 1,13 (Υ9) στον 1,14 (Υ10), με αποτέλεσμα πρόσθετη απώλεια εισοδήματος. Συνολικά, η απώλεια υπερβαίνει τα 1.400 ευρώ ετησίως, εφόσον δεν έχει παρερμηνευθεί η διάταξη. Αν ισχύει αυτό, πρόκειται για στοχευμένη υποτίμηση μιας ολόκληρης κατηγορίας στελεχών στη δύση της σταδιοδρομίας τους. Παράλληλα, πρέπει να υπομνησθεί ότι: κατά την περίοδο των μνημονίων, οι στρατιωτικοί αντιμετωπίστηκαν άλλοτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, άλλοτε ως ένστολοι, άλλοτε ως Σώματα Ασφαλείας, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν δυσανάλογα, υπήρξαν διπλές εισφορές αλληλεγγύης, μεγάλη απώλεια αγοραστικής δύναμης, μειώσεις σε συντάξεις, εφάπαξ και ταμεία, συχνά «εν μια νυκτί». Σήμερα, την ίδια στιγμή που γίνεται λόγος για οικονομική ανάκαμψη, χαμηλότερη ανεργία και ανάπτυξη, θα ανέμενε κανείς ότι ο στρατιωτικός δεν θα κληθεί να επιδείξει «περαιτέρω αλληλεγγύη», αλλά να αποκατασταθεί σταδιακά μέρος αυτών των απωλειών. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι προφανές ότι το παρόν νομοσχέδιο ωθεί πολλούς συναδέλφους στην έξοδο. Το μήνυμα που λαμβάνουμε είναι ότι είμαστε, στην πράξη, ανεπιθύμητοι. Αν αυτή είναι η πρόθεση του νομοθέτη, θα πρέπει να υπάρξει τουλάχιστον έντιμη διέξοδος: Να δοθεί η δυνατότητα σε στελέχη με πανεπιστημιακά πτυχία και αυξημένα προσόντα να εξαγοράσουν επιπλέον χρόνια με λογικό κόστος και να αποχωρήσουν αξιοπρεπώς, να αναγνωριστεί ότι οι πραγματικές εργατοώρες (υπερωρίες, υπηρεσίες, νυχτερινά, συμμετοχή σε φυσικές καταστροφές και κρίσεις) υπερκαλύπτουν τα τυπικά 35 έτη μιας καριέρας, να γίνει σαφές ότι «μας χρωστά το σύστημα», με βάση την προσφορά μας, και όχι το αντίστροφο. Παράλληλα, για όσους ήδη υπηρετούν, θα έπρεπε να προβλεφθεί ένα ήπιο, δίκαιο μεταβατικό σχήμα: ενδεικτικά, η δυνατότητα να ολοκληρώσουν την καριέρα τους μέχρι έναν συγκεκριμένο βαθμό (π.χ. Λοχαγού και εν συνεχεία Ταγματάρχη), με βάση το πλαίσιο υπό το οποίο κατατάχθηκαν, και οι νέες ρυθμίσεις να ισχύσουν, με σαφήνεια, μόνο για όσους εισέρχονται στο σύστημα από εδώ και στο εξής, ώστε να γνωρίζουν τι ακριβώς αποδέχονται. Αν συνεχίσουμε να αλλάζουμε μονοκονδυλιά τους κανόνες του παιχνιδιού για στελέχη που έχουν επενδύσει τη ζωή τους σε μια συγκεκριμένη επαγγελματική διαδρομή, θα οδηγήσουμε τις Σχολές Υπαξιωματικών σε μαρασμό: παραλάβαμε τάξεις με 150 σπουδαστές· με πόσους θα τις παραδώσουμε; Στο τέλος της ημέρας, οι Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζονται στο φιλότιμο, την αυταπάρνηση, τη σιωπηλή προσφορά και το αίσθημα καθήκοντος των στελεχών τους. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο, αντί να ενισχύει αυτά τα στοιχεία, τα αποδυναμώνει. Οφείλουμε όλοι –πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, θεσμικοί φορείς και στελέχη– να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, ώστε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση να υπηρετεί την επιχειρησιακή ετοιμότητα, την αξιοκρατία και, πάνω απ’ όλα, την αξιοπρέπεια όσων υπηρετούν. Αν αυτό το νομοσχέδιο παραμείνει ως έχει, φοβούμαι ότι θα επιτύχει το ακριβώς αντίθετο.