• Σχόλιο του χρήστη 'Γ.Π.' | 29 Νοεμβρίου 2025, 23:38

    ΠΕΡΙ (ΑΝΤΙ)ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΝΜΣΧ Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του ΥΠΕΘΑ για τη στρατολογία, και ειδικότερα οι ρυθμίσεις περί αναβολών και απαλλαγής για λόγους ψυχικής υγείας (άρθρα 183, 205, 208 σε συνδυασμό με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 242), εγείρουν σωρεία ζητημάτων συνταγματικότητας σε πυρήνες θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πρώτον, η ίδια η δομή του άρθρου 183 εισάγει μια σαφώς δυσμενέστερη μεταχείριση των ψυχικών νοσημάτων έναντι των σωματικών: η συνολική διάρκεια αναβολής για μη ψυχικά νοσήματα περιορίζεται σε έως δύο έτη, ενώ για ψυχικά νοσήματα φθάνει μέχρι τα πέντε έτη και μάλιστα «αποκλειστικά τμηματικά» (έτος ή εξάμηνο), με συνολικό ανώτατο όριο πέντε ετών για κάθε είδους αναβολή υγείας . Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο ψυχικά πάσχων υποχρεώνεται σε μια παρατεταμένη, επαναλαμβανόμενη έκθεση στη διαδικασία κρίσης, με διαρκή εκκρεμότητα ως προς το αν θα υπηρετήσει, ενώ ο σωματικά πάσχων μπορεί να οδηγηθεί πολύ ταχύτερα σε οριστική λύση. Η συστηματική αυτή αυστηροποίηση μόνο για τις παθήσεις ψυχικής υγείας θίγει ευθέως την αρχή της ισότητας του άρθρου 4 Συντ. και την ειδικότερη κατοχύρωση της ισότιμης προστασίας της υγείας (άρθρο 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 Συντ.), αλλά και τις δεσμεύσεις της χώρας από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 4074/2012 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. . Η επιλογή του κοινού νομοθέτη να «διαχωρίσει» τα ψυχικά νοσήματα ως πεδίο αυστηρότερων διαδικασιών και χρονικών ορίων, χωρίς πειστική τεκμηρίωση αντικειμενικών διαφορών που να δικαιολογούν την άνιση μεταχείριση, προσλαμβάνει χαρακτήρα έμμεσης διάκρισης λόγω αναπηρίας/ψυχικής νόσου, αντίθετης τόσο προς την συνταγματική αρχή της ισότητας όσο και προς την αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων που διατρέχει τη Σύμβαση ΑμεΑ. Δεύτερον, το άρθρο 208 οργανώνει ένα σκληρό και βαθιά προβληματικό καθεστώς για την κρίση της σωματικής ικανότητας λόγω ψυχικής υγείας. Η αρμοδιότητα αφαιρείται από τις κλασικές ΣΥΕ και ανατίθεται στις Ειδικές Διακλαδικές Υγειονομικές Ψυχιατρικές Επιτροπές (ΕΔΥΨΕ) , ενώ ως προϋπόθεση για να κρίνουν την υπόθεση τίθεται, αφενός, ένδειξη από ψυχίατρο στρατιωτικού νοσοκομείου (για υπηρετούντες), αφετέρου η προσκόμιση συγκεκριμένων δημοσίων γνωματεύσεων. Η διάταξη της παρ. 4 απαιτεί υποχρεωτικά είτε βεβαίωση πιστοποίησης αναπηρίας (ΚΕΠΑ) είτε γνωμάτευση ψυχιάτρου συγκεκριμένου βαθμού σε δημόσια δομή ψυχικής υγείας, ενώ η βεβαίωση ιδιώτη ψυχιάτρου εμφανίζεται ρητά ως προαιρετική και απλώς «υποβοηθητική» . Στη συνέχεια, η παρ. 6 του άρθρου 208 θέτει ως σωρευτικές προϋποθέσεις για να κριθεί κάποιος Ι/5 για λόγους ψυχικής υγείας (α) την εξάντληση του ανώτατου ορίου αναβολών υγείας του άρθρου 183 παρ. 3, (β) την προσκόμιση εν ισχύ βεβαίωσης πιστοποίησης αναπηρίας . Έτσι, ο νομοθέτης ουσιαστικά υποχρεώνει τον πάσχοντα να «περάσει» πρώτα από ένα μακρόχρονο καθεστώς επαναλαμβανόμενων αναβολών και στη συνέχεια να πιστοποιηθεί ως ανάπηρος από τον φορέα αναπηρίας, προκειμένου να τύχει οριστικής απαλλαγής. Η υποχρεωτική σύνδεση της στρατολογικής κρίσης με την πιστοποίηση αναπηρίας, που επιφέρει σοβαρές συνέπειες και σε άλλους τομείς (εργασία, ασφάλιση κ.λπ.), δεν φαίνεται να στηρίζεται σε αρχή αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 Συντ., ούτε να λαμβάνει υπόψη το δικαίωμα του ατόμου να μην στιγματίζεται δια βίου ως «ανάπηρο» μόνο και μόνο για να μην καταταγεί. Η δε υποβάθμιση των ιδιωτικών γνωματεύσεων σε απλό επικουρικό αποδεικτικό στοιχείο υπονομεύει την ουσιαστική ισοτιμία της ιδιωτικής ιατρικής μαρτυρίας, χωρίς σαφή συνταγματικά ανεκτή αιτιολόγηση, ιδίως όταν δεν προβλέπεται αντίστοιχη απαξίωση των ιδιωτών ιατρών για τις σωματικές παθήσεις. Τρίτον, ακόμη πιο έντονα συνταγματικά προβληματική είναι η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 208, σύμφωνα με την οποία, αν δεν υπάρχει ΚΕΠΑ αλλά «πιθανολογείται βάσιμα» η ακαταλληλότητα από τον φάκελο και την εξέταση, η ΕΔΥΨΕ μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε Ι/5 μόνο αφού προηγουμένως τον υποβάλει σε ψυχομετρικές εξετάσεις και, αν δεν επαρκούν, στην «απολύτως απαραίτητη» εκούσια νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική στρατιωτικού νοσοκομείου . Η επόμενη παρ. 9 ταυτίζει τη μη προσέλευση σε αυτές τις εξετάσεις ή τη «συναγόμενη άρνηση νοσηλείας» με μη εμφάνιση στην επιτροπή, ενώ για στρατεύσιμους και ανυπότακτους που καλούνται για θητεία προβλέπεται ότι, εάν αρνηθούν τη νοσηλεία, διατηρούν την προηγούμενη σωματική ικανότητα και υποχρεούνται να καταταγούν εκτός ΕΣΣΟ μέσα σε πέντε ημέρες, χωρίς δυνατότητα νέας παραπομπής . Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί ένα καθεστώς έμμεσου εξαναγκασμού σε ψυχιατρική νοσηλεία: η «εκούσια» συναίνεση απογυμνώνεται από το ουσιαστικό της περιεχόμενο, αφού η άρνηση οδηγεί άμεσα σε κατάταξη, με βαρύτατες συνέπειες για έναν άνθρωπο που ήδη έχει κριθεί ότι πάσχει από σοβαρή ψυχική νόσο. Αυτό προσκρούει στο δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και αυτοκαθορισμού (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.), στο δικαίωμα στην υγεία και στην ενημερωμένη συναίνεση σε ιατρικές πράξεις (άρθρο 5 παρ. 5, άρθρο 21 Συντ.), αλλά και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (άρθρο 2 παρ. 1), ενώ θα μπορούσε να εκτιμηθεί και υπό το πρίσμα του άρθρου 3 και 8 ΕΣΔΑ, εφόσον μια de facto εξαναγκασμένη ψυχιατρική νοσηλεία ή μια καταναγκαστική κατάταξη παρά την ψυχική νόσο μπορεί να προσεγγίσει τα όρια απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Τέταρτον, οι διατάξεις για την πρόσβαση στον «ηλεκτρονικό φάκελο υγείας» και η γενικευμένη κάμψη του ιατρικού απορρήτου υπέρ της ΕΔΥΨΕ παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα σε σχέση με το άρθρο 9Α Συντ. και το πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων (ΓΚΠΔ και ν. 4624/2019) . Η παρ. 7 του άρθρου 208 αναφέρεται ρητά στον «ηλεκτρονικό φάκελο υγείας», ενώ η παρ. 8 προβλέπει ότι «το ιατρικό απόρρητο κάμπτεται» έναντι των μελών των ΕΔΥΨΕ, τα οποία αποκτούν πρόσβαση στις «πρόσφορες και αναγκαίες» πληροφορίες του ιατρικού φακέλου. Η διατύπωση είναι εξαιρετικά αόριστη: δεν ορίζεται το εύρος του φακέλου, το χρονικό βάθος, οι κατηγορίες δεδομένων, ούτε τίθενται σαφή όρια αναγκαιότητας, ελαχιστοποίησης, χρονικής τήρησης και ασφάλειας επεξεργασίας, όπως επιβάλλει ο ΓΚΠΔ και ο ν. 4624/2019 για ειδικές κατηγορίες δεδομένων υγείας. Η απλή αναφορά σε «πρόσφορες και αναγκαίες» πληροφορίες δεν αρκεί, κατά τη νομολογία και τη θεωρία, για να καλυφθεί η απαίτηση της προβλεψιμότητας και σαφήνειας του περιορισμού θεμελιώδους δικαιώματος· ο στρατεύσιμος δεν έχει σαφή εικόνα ποια στοιχεία της ψυχιατρικής του ιστορίας, πιθανόν και παλαιότερα ή άσχετα με τη ικανότητα στράτευσης, θα διακινηθούν εντός ενός στρατιωτικού μηχανισμού. Η συλλογική πρόσβαση μελών μιας επιτροπής σε λεπτομερή ψυχιατρικά δεδομένα, χωρίς σαφείς εγγυήσεις εχεμύθειας, λογοδοσίας και δυνατότητας άσκησης δικαιωμάτων πρόσβασης/αντίρρησης, αντίκειται στην αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του περιορισμού των δικαιωμάτων του άρθρου 9Α και 25 Συντ. Πέμπτον, εγείρονται ζητήματα ως προς την ανεξαρτησία και αμεροληψία των ΕΔΥΨΕ. Οι επιτροπές αυτές, όπως συγκροτούνται με βάση το ν.δ. 1327/1973 και την παραπομπή του άρθρου 208, είναι όργανα της στρατιωτικής ιεραρχίας και όχι ανεξάρτητα ή εξωτερικά ιατροδικαστικά όργανα. Καλούνται όμως να αποφασίσουν για τον πυρήνα ενός θεμελιώδους δικαιώματος (σωματική ικανότητα – δυνατότητα υποχρεωτικής στράτευσης) και να εκδώσουν πράξεις με χαρακτήρα οιονεί δικαιοδοτικό. Η συγκέντρωση της αρμοδιότητας κρίσης ψυχικών νοσημάτων σε ένα σώμα πλήρως ενταγμένο στη στρατιωτική δομή, χωρίς συμμετοχή ανεξάρτητων ψυχιάτρων ή εκπροσώπων της κοινότητας ψυχικής υγείας, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για την αντικειμενικότητα και την ισορροπία μεταξύ στρατιωτικής σκοπιμότητας και δικαιωμάτων του ατόμου. Υπό το πρίσμα του άρθρου 20 Συντ. (δικαστική προστασία) και της αρχής του κράτους δικαίου, ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα θα απαιτούσε σαφέστερες εγγυήσεις ανεξαρτησίας (π.χ. μεικτή σύνθεση, δυνατότητα προσφυγής σε ανεξάρτητο ιατρικό όργανο) και αποτελεσματικής προσβολής των αποφάσεων αυτών ενώπιον δικαστηρίου, με πλήρη δικαστικό έλεγχο και όχι απλή ακυρωτική εποπτεία σε τυπικά ζητήματα. Έκτον, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 242, ιδίως η παρ. 8, προβλέπουν ότι όσοι μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου έχουν υπαχθεί ή ζητήσει υπαγωγή στις αναβολές του ν. 3421/2005 (πλην άρθρου 25) διέπονται από τις προϊσχύσασες διατάξεις, εκτός αν επιθυμούν την υπαγωγή στον νέο νόμο . Η διάταξη είναι μεν προστατευτική σε ένα πρώτο επίπεδο, διότι επιτρέπει τη διατήρηση του παλαιού καθεστώτος για όσους ήδη έχουν εισέλθει σε αυτό. Ωστόσο, σε συνδυασμό με τη νέα αρχιτεκτονική του άρθρου 208, δημιουργεί ένα πολυσύνθετο μωσαϊκό καθεστώτων, όπου άτομα με παρόμοια ψυχική κατάσταση μπορεί, αναλόγως του χρόνου πρώτης αναβολής, να υπόκεινται σε ριζικά διαφορετικούς κανόνες (π.χ. άλλοι χωρίς σύνδεση με ΚΕΠΑ, άλλοι υποχρεωμένοι σε πενταετή κύκλο αναβολών και πιστοποίηση αναπηρίας, άλλοι σε καθεστώς ΕΔΥΨΕ, άλλοι σε ΣΥΕ). Η ανισότητα αυτή δεν ερείδεται σε ουσιαστικό λόγο, αλλά σε τυχαίο χρονικό σημείο υπαγωγής, γεγονός που προσκρούει στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), ιδίως για όσους έχουν ήδη οικοδομήσει προσδοκίες οριστικής απαλλαγής με βάση το παλαιό δίκαιο. Ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις, όπως η παρ. 14, που επιτρέπουν για όσους έχουν ήδη κριθεί Ι/5 για λόγους ψυχικής υγείας να απαλλαγούν από την προϋπόθεση ΚΕΠΑ σε μελλοντική επανεξέταση , δείχνουν ότι ο ίδιος ο νομοθέτης αντιλαμβάνεται τη σκληρότητα της νέας προϋπόθεσης – γεγονός που, αντί να αίρει, μάλλον εντείνει το επιχείρημα περί δυσανάλογης επέμβασης. Συνολικά, το νομοσχέδιο φαίνεται να αντιμετωπίζει τους ψυχικά ασθενείς στρατεύσιμους όχι ως υποκείμενα δικαιωμάτων που χρήζουν αυξημένης προστασίας, αλλά ως εν δυνάμει φορείς καταχρηστικών συμπεριφορών, για τους οποίους πρέπει να θεσπιστεί ένα φραγμοπλέγμα αναβολών, γνωματεύσεων, πιστοποιήσεων και ενδεχομένων νοσηλειών, προκειμένου να αποκλειστεί κάθε «αδικαιολόγητη» απαλλαγή. Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, αντιστρέφει την κατεύθυνση της σύγχρονης συνταγματικής και διεθνούς προστασίας της ψυχικής υγείας, παραγνωρίζει την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄), και υποβαθμίζει την υποχρέωση της Πολιτείας να λαμβάνει θετικά μέτρα για την άρση των εμποδίων που αντιμετωπίζουν τα άτομα με ψυχικές παθήσεις. Το καθήκον στράτευσης του άρθρου 4 παρ. 6 Συντ. δεν είναι απεριόριστο· πρέπει να ασκείται εντός των ορίων των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αρχής της αναλογικότητας. Όταν ο νομοθέτης επιλέγει, για την επίτευξη της στρατιωτικής επάνδρωσης, να επιβάλει πενταετή κύκλο αναβολών, υποχρεωτική πιστοποίηση αναπηρίας, δυνατότητα έμμεσης επιβολής νοσηλείας και γενικευμένη άρση του απορρήτου ειδικά για τις ψυχικές παθήσεις, είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και παραβιάζει, σε πολλαπλά επίπεδα, το Σύνταγμα και τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Με την πρόσθετη επιφύλαξη ότι το κείμενο τελεί ακόμη σε στάδιο διαβούλευσης και ενδέχεται να τροποποιηθεί, τα ανωτέρω σημεία συνιστούν κεντρικούς άξονες συνταγματικής κριτικής που θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να τεθούν ευθέως στην κοινοβουλευτική συζήτηση, αλλά και στη δημόσια διαβούλευση με συγκεκριμένες προτάσεις βελτίωσης ή αναδιατύπωσης των άρθρων 183, 205, 208 και 242.