• Σχόλιο του χρήστη 'Θεόδωρος' | 30 Νοεμβρίου 2025, 01:17

    Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ, Ως άτομο με διαγνωσμένη ψυχική ασθένεια, το οποίο έχει ήδη λάβει την 1η αναβολή κατάταξης με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω την έντονη ανησυχία μου για τις ρυθμίσεις του Μέρους Θ’ του νομοσχεδίου, που αφορούν την αναβολή και την απαλλαγή από τη στράτευση λόγω ψυχικών νοσημάτων. Θεωρώ ότι το νομοσχέδιο, όπως είναι διατυπωμένο, υποβαθμίζει την ψυχική υγεία, εντείνει το στίγμα και την καχυποψία απέναντι στα άτομα με ψυχική ασθένεια, δημιουργεί ανισότητες σε σχέση με τα σωματικά νοσήματα και εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, προστασίας δικαιωμάτων και ιατρικού απορρήτου. 1) Ανισότητα μεταχείρισης ψυχικής και σωματικής ασθένειας (άρθρο 183) Με το άρθρο 183 προβλέπεται ότι η συνολική διάρκεια αναβολής κατάταξης για λόγους υγείας λόγω μη ψυχικών νοσημάτων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, ενώ για ψυχικά νοσήματα μπορεί να φτάσει τα πέντε (5) έτη. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι ψυχικές ασθένειες αντιμετωπίζονται με πολύ πιο αυστηρό, παρατεταμένο και καχύποπτο έλεγχο από ό,τι οι σωματικές. Πολλές σοβαρές ψυχικές παθήσεις είναι εξίσου ή και περισσότερο χρόνιες από αντίστοιχες σωματικές. Το να “κρατά” το κράτος έναν ψυχικά πάσχοντα σε καθεστώς διαρκούς αναμονής, επανεξετάσεων και αβεβαιότητας για έως και πέντε χρόνια, όταν για άλλες ασθένειες αρκεί διετία, δημιουργεί μια de facto άνιση και στιγματιστική μεταχείριση σε βάρος των ατόμων με ψυχική ασθένεια. Εκτιμώ ότι η διάκριση αυτή βρίσκεται σε ένταση τόσο με την αρχή της ισότητας όσο και με την ειδική μέριμνα που οφείλει το κράτος στα άτομα με ασθένεια ή αναπηρία, ιδίως όταν επιλέγεται να φορτωθεί δυσανάλογο βάρος ελέγχου σε μια ήδη ευάλωτη ομάδα. 2) Υποβάθμιση της γνωμάτευσης ιδιωτών ψυχιάτρων – Ανισότητα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (άρθρο 208 παρ. 4) Σύμφωνα με το άρθρο 208 παρ. 4, για να εξεταστεί κάποιος από τις αρμόδιες επιτροπές απαιτείται υποχρεωτικά είτε βεβαίωση πιστοποίησης αναπηρίας (ΚΕΠΑ) είτε γνωμάτευση ψυχιάτρου Επιμελητή Α΄ ή Διευθυντή σε δημόσια δομή ψυχικής υγείας ή δημόσιο νοσοκομείο. Η γνωμάτευση ιδιώτη ψυχιάτρου αναφέρεται μόνο ως προαιρετική, “για υποβοήθηση” της επιτροπής. Στον χώρο της ψυχικής υγείας, η σταθερή θεραπευτική σχέση με τον θεράποντα ψυχίατρο – ο οποίος συχνά είναι ιδιώτης, λόγω της υποστελέχωσης και των μεγάλων αναμονών στις δημόσιες δομές – είναι θεμελιώδης. Η υποβάθμιση της γνωμάτευσής του σε “βοηθητικό στοιχείο” σημαίνει στην πράξη ότι ο γιατρός που γνωρίζει καλύτερα τον ασθενή, την πορεία του και τη λειτουργικότητά του, αγνοείται θεσμικά υπέρ ενός πιο γραφειοκρατικού σχήματος. Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη ανισότητα: α) ανάμεσα σε ψυχική και σωματική ασθένεια (όπου οι ιδιωτικές ιατρικές γνωματεύσεις γίνονται γενικά δεκτές ως βασικό αποδεικτικό μέσο), και β) ανάμεσα σε δημόσιους και ιδιώτες ψυχιάτρους, παρότι όλοι είναι ισότιμα αναγνωρισμένοι επιστήμονες. Αντί να ενισχύεται η εμπιστοσύνη στη συνεχή θεραπευτική σχέση, προωθείται ένα μοντέλο όπου ο ασθενής καλείται να αποδείξει από την αρχή την κατάστασή του σε άγνωστα σε αυτόν ιατρικά όργανα, συχνά χωρίς επαρκή χρόνο και γνώση του ιστορικού του. 3) Σύνδεση απαλλαγής (Ι5) με ΚΕΠΑ και “εκούσια” νοσηλεία – Ζήτημα συναίνεσης και δικαιωμάτων (άρθρο 208 παρ. 6–9) Ιδιαίτερα προβληματικές είναι οι ρυθμίσεις που συνδέουν: α) την κρίση για σωματική ικανότητα Ι5 με την εξάντληση πρώτα του ανώτατου ορίου αναβολών (έως 5 έτη) και την ύπαρξη βεβαίωσης πιστοποίησης αναπηρίας, και β) την πιθανότητα απαλλαγής, σε ορισμένες περιπτώσεις, με “απολύτως απαραίτητη για ψυχιατρική εκτίμηση εκούσια νοσηλεία” σε στρατιωτική ψυχιατρική κλινική, όταν τα άλλα στοιχεία κριθούν ανεπαρκή. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η άρνηση συμμετοχής στις πρόσθετες εξετάσεις ή στη νοσηλεία εξομοιώνεται με μη παρουσίαση στην επιτροπή και για τους στρατεύσιμους/ανυπότακτους συνεπάγεται κατάταξη χωρίς δυνατότητα νέας παραπομπής. Στην ουσία, ο ψυχικά πάσχων καλείται να “επιλέξει” ανάμεσα σε μια βαριά ιατρική πράξη, όπως είναι η νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική, και στην κατάταξη, παρότι η ψυχική του κατάσταση μπορεί να καθιστά τη θητεία εξαιρετικά επιβαρυντική ή ακόμη και επικίνδυνη για τον ίδιο και το περιβάλλον του. Πρόκειται για μορφή “συναίνεσης υπό πίεση” και όχι για γνήσια, ελεύθερη και ενήμερη συναίνεση στην ιατρική πράξη. Η σύγχρονη ψυχιατρική και η προστασία των δικαιωμάτων των ασθενών στηρίζονται στην αρχή της αυτοδιάθεσης και της εθελούσιας θεραπείας, με σαφώς οριοθετημένες μόνο τις εξαιρέσεις της ακούσιας νοσηλείας. Η σύνδεση μιας διοικητικής απόφασης (απαλλαγή από τη θητεία) με την πρακτική εξαναγκασμό σε “εκούσια” νοσηλεία αντιστρέφει αυτή τη λογική και εκθέτει τα άτομα με ψυχική ασθένεια σε ιδιαίτερα επαχθείς ψυχολογικές και νομικές πιέσεις. 4) Σύνδεση απαλλαγής με πιστοποίηση αναπηρίας – Κίνδυνος πρόσθετου στιγματισμού Με τη σχεδόν υποχρεωτική σύνδεση της απαλλαγής (Ι5) για ψυχικούς λόγους με την πιστοποίηση αναπηρίας από ΚΕΠΑ, το νομοσχέδιο ωθεί τους ψυχικά πάσχοντες σε ένα σκληρό δίλημμα: είτε να αποκτήσουν τυπική ιδιότητα “αναπήρου”, με όλες τις πιθανές συνέπειες σε επίπεδο κοινωνικού και επαγγελματικού στιγματισμού, είτε να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε παρατεταμένες αναβολές ή να οδηγηθούν σε κατάταξη. Η ικανότητα ή μη του ατόμου να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με τη συνολική ικανότητά του για εργασία και κοινωνική ζωή. Η εξομοίωσή τους μέσω αυτής της ρύθμισης κινδυνεύει να εντείνει το στίγμα, να επηρεάσει αρνητικά την αντιμετώπιση από εργοδότες και υπηρεσίες, και να δυσκολέψει την ομαλή ένταξη ή επανένταξη των ατόμων με ψυχική ασθένεια. 5) Προστασία ιατρικού απορρήτου και προσωπικών δεδομένων (άρθρο 208 παρ. 8) Η πρόβλεψη ότι για τις ανάγκες της ΕΔΥΨΕ “κάμπτεται” το ιατρικό απόρρητο και ότι τα μέλη της μπορούν να αντλούν πληροφορίες από τον ηλεκτρονικό φάκελο υγείας, χωρίς σαφείς και συγκεκριμένους περιορισμούς ως προς την έκταση, το είδος των δεδομένων, το χρονικό βάθος και τις εγγυήσεις, είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Τα δεδομένα ψυχικής υγείας ανήκουν στα πιο ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Η πρόσβαση σε αυτά θα έπρεπε να είναι αυστηρά περιορισμένη στα απολύτως αναγκαία στοιχεία, με σαφές νομικό πλαίσιο: α) ποια δεδομένα ακριβώς μπορούν να αντληθούν, β) από ποιο χρονικό διάστημα, γ) από ποιους ακριβώς επαγγελματίες και υπό ποιες προϋποθέσεις, δ) για πόσο χρόνο τηρούνται, ε) και με ποιους μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας. Η τωρινή διατύπωση αφήνει πολύ μεγάλη διακριτική ευχέρεια, που δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας δικαίου και μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο να απευθυνθούν οι πολίτες για βοήθεια στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, φοβούμενοι την ευρεία χρήση των δεδομένων τους. 6) Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας Οι παραπάνω ρυθμίσεις εκτιμώ ότι προσκρούουν και στην αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Ο νομοθέτης επιλέγει: α) να επιβαρύνει μόνο τα ψυχικά νοσήματα με πενταετή συνολική διάρκεια αναβολών, όταν για τα σωματικά νοσήματα αρκεί διετία, β) να συνδέσει την απαλλαγή σχεδόν αποκλειστικά με πιστοποίηση αναπηρίας ή με γνωμάτευση συγκεκριμένων βαθμίδων δημοσίων ψυχιάτρων, γ) να εξαρτά σε ορισμένες περιπτώσεις την κρίση Ι5 από “εκούσια” νοσηλεία υπό την απειλή κατάταξης, δ) και να προβλέπει ευρεία πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα υγείας. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός (η αποτροπή καταχρήσεων και η διασφάλιση της αξιοπιστίας του στρατολογικού συστήματος) είναι θεμιτός, τα μέσα που επιλέγονται: α) δεν είναι αναγκαία, καθώς ο ίδιος σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερες και λιγότερο επαχθείς ρυθμίσεις (ενίσχυση των επιτροπών, στοχευμένος έλεγχος σε ύποπτες περιπτώσεις, ουσιαστική αξιοποίηση της γνωμάτευσης του θεράποντος ψυχιάτρου κ.λπ.), και β) δεν είναι ανάλογα, αφού επιβάλλουν δυσανάλογο και υπέρμετρο βάρος σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα πολιτών. Προτάσεις τροποποίησης Με βάση τα παραπάνω, προτείνω: α) Να μην διαφοροποιείται το ανώτατο όριο αναβολών για λόγους υγείας ανάμεσα σε ψυχικά και σωματικά νοσήματα. Το ανώτατο όριο των δύο (2) ετών να ισχύει για όλους, με δυνατότητα άμεσης κρίσης Ι5 όπου υπάρχει σαφής και τεκμηριωμένη χρόνια πάθηση. β) Να αναγνωρίζονται ισότιμα οι γνωματεύσεις ιδιωτών ψυχιάτρων, με δυνατότητα ελεγκτικού ρόλου της ΕΔΥΨΕ (π.χ. δεύτερη γνώμη, πρόσθετη εξέταση), χωρίς όμως να απαξιώνεται θεσμικά ο θεραπευτής ψυχίατρος. γ) Να τροποποιηθούν ουσιωδώς ή να απαλειφθούν οι διατάξεις που συνδέουν την απαλλαγή με “εκούσια” νοσηλεία υπό την απειλή κατάταξης και εξομοιώνουν την άρνηση νοσηλείας ή συγκεκριμένων εξετάσεων με μη παρουσίαση. δ) Να αποσυνδεθεί η απαλλαγή για λόγους ψυχικής υγείας από την υποχρεωτική πιστοποίηση αναπηρίας, αναγνωρίζοντας ότι η ακαταλληλότητα για στρατιωτική θητεία δεν ταυτίζεται πάντα με γενικευμένη αναπηρία. ε) Να προβλεφθούν σαφείς εγγυήσεις προστασίας του ιατρικού απορρήτου και των προσωπικών δεδομένων, με αυστηρό περιορισμό της πρόσβασης στα απολύτως αναγκαία στοιχεία και με συγκεκριμένους μηχανισμούς ελέγχου. Κλείνοντας, ως άνθρωπος που ζει με ψυχική ασθένεια, η ανάγνωση του νομοσχεδίου με έκανε να αισθανθώ ότι αντιμετωπίζομαι όχι ως πολίτης με δικαιώματα και ανάγκες, αλλά ως ύποπτος κατάχρησης, που πρέπει να αποδεικνύει για χρόνια ότι “όντως πάσχει”. Θα περίμενα από μια σύγχρονη στρατολογική νομοθεσία να κινείται προς την κατεύθυνση της άρσης του στίγματος, της διευκόλυνσης των ψυχικά πασχόντων να ζουν με αξιοπρέπεια και της πραγματικής προστασίας των δικαιωμάτων τους, και όχι προς την κατεύθυνση της επιπλέον επιβάρυνσης και αμφισβήτησής τους. Παρακαλώ για την ουσιαστική επανεξέταση των σχετικών διατάξεων Σας ευχαριστώ για την προσοχή και το χρόνο σας. Με εκτίμηση, Θεόδωρος