Αρχική Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή (Σταδιοδρομία και εξέλιξη Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και Επαγγελματιών Οπλιτών των Ενόπλων Δυνάμεων...ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ (άρθρα 32-56)Σχόλιο του χρήστη Κωνσταντίνος Μαν. | 30 Νοεμβρίου 2025, 13:56




Το νέο νομοσχέδιο εισάγει ένα νέο πλαίσιο βαθμολογικής εξέλιξης, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, ελλείψεων τεκμηρίωσης, δυσμενών αναδρομικών επιπτώσεων και ασυμβατότητας με θεμελιώδεις αρχές του δημοσίου δικαίου. Το Μέρος Γ’ δεν αποτελεί συνέχεια ή βελτίωση των νόμων 2439/1996 και 3883/2010, αλλά ριζική ανατροπή ενός θεσμικού πλαισίου το οποίο ίσχυε επί σχεδόν τρεις δεκαετίες. Το νέο σύστημα δεν βασίζεται σε επιχειρησιακά ή υπηρεσιακά δεδομένα, δεν συνοδεύεται από μελέτες επιπτώσεων και επιφέρει αιφνίδια και βαθιά δυσμενή μεταβολή σταδιοδρομίας χιλιάδων υπηρετούντων στελεχών. Οι υπαξιωματικοί και αξιωματικοί προέλευσης ΑΣΣΥ εισήλθαν στις Ένοπλες Δυνάμεις μέσω πανελληνίων εξετάσεων σε ηλικία 18 ετών, γνωρίζοντας πλήρως το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε – 2439/1996 και 3883/2010 – το οποίο κατοχύρωνε δικαίωμα βαθμολογικής εξέλιξης μέχρι βαθμών όπως Τχη/Ανχου χωρίς περιορισμούς οργανικών θέσεων και χωρίς χρονικούς φραγμούς. Η νομολογία του ΣτΕ έχει κρίνει επανειλημμένως ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να ανατρέπει αιφνιδιαστικά θεμελιώδεις κανόνες σταδιοδρομίας και ότι οι διοικούμενοι έχουν δικαιολογημένη προσδοκία σταθερότητας της υπηρεσιακής τους κατάστασης. Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο εισάγεται αναδρομική καθήλωση χιλιάδων στελεχών στον βαθμό που θα κατέχουν την 1/1/2026, στερώντας τους τέσσερις έως έξι βαθμούς που προβλέπονταν από το υφιστάμενο καθεστώς. Πρόκειται για σαφή προσβολή της αρχής της εμπιστοσύνης των διοικουμένων, η οποία προστατεύεται από το Σύνταγμα και εφαρμόζεται αυστηρά στη νομολογία. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί και ευθέως δυσμενή αναδρομική νομοθέτηση. Το ΣτΕ έχει κρίνει ότι η αναδρομικότητα επιτρέπεται μόνο όταν ευνοεί τους διοικουμένους· ποτέ όταν τους βλάπτει, ιδίως σε θέματα σταδιοδρομίας που έχουν χαρακτηριστεί ως «καθεστώς υπηρεσιακής ασφάλειας». Η υιοθέτηση ενός συστήματος 12 βαθμών (Υ1-Υ12) με καταληκτικό τον Ανθυπασπιστή συνιστά υπέρμετρο περιορισμό, ο οποίος οδηγεί σε απώλεια βαθμών, αποδοχών, ασφαλιστικών δικαιωμάτων και συνταξιοδοτικών προσδοκιών χωρίς καμία τεκμηρίωση αναγκαιότητας ή αναλογικότητας. Η αναλογικότητα δεσμεύει τον νομοθέτη· εδώ δεν πληρούται ούτε κατ’ ελάχιστο. Το νομοσχέδιο παραβιάζει και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθώς επιβάλλει δυσμενέστερη αντιμετώπιση στους ήδη υπηρετούντες σε σχέση με όσους θα εισαχθούν στο μέλλον. Δημιουργεί τρεις τάξεις στελεχών (ΑΣΕΙ – ΑΣΣΥ – ΕΠ.ΟΠ.) με διευρυμένες ανισότητες, χωρίς λειτουργική ή επιχειρησιακή βάση. Παρόμοια στελέχη με ίδια καθήκοντα και αποστολές θα βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικό καθεστώς απολαβών, βαθμών και προοπτικών, χωρίς αντικειμενικά κριτήρια που να δικαιολογούν αυτή τη διάκριση. Η νομολογία του ΣτΕ επιβάλλει ίση μεταχείριση σε ομοειδείς κατηγορίες – αρχή που το παρόν νομοθέτημα παραβιάζει ευθέως. Με την κατάργηση του ν.1294/1982 μετά το 2030 παύει να υφίσταται εκπαιδευτική άνοδος προς βαθμούς αξιωματικών. Η κατάργηση αυτού του θεσμού συγκρούεται με τη θεμελιώδη αρχή της αξιοκρατίας και εξαφανίζει την εκπαιδευτική διάσταση της σταδιοδρομίας, οδηγώντας σε ένα σώμα χωρίς κίνητρα εξέλιξης. Παράλληλα, η λεγόμενη «ανωτατοποίηση» των ΑΣΣΥ δεν στηρίζεται σε κανένα από τα τυπικά κριτήρια που θέτει ο ν.4957/2022 για τα ΑΕΙ και δεν παράγει επαγγελματικά δικαιώματα. Πρόκειται για ονομαστική και όχι ουσιαστική αναβάθμιση. Εξαιρετικά προβληματική είναι και η εισαγωγή των οργανικών κενών ως καθοριστικού παράγοντα προαγωγής. Όταν οι οργανικές θέσεις είναι κλειδωμένες μέχρι το 2046, η σταδιοδρομία των στελεχών μετατρέπεται σε ζήτημα διοικητικής διακριτικής ευχέρειας, χωρίς αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς προβλεψιμότητα. Η νομολογία έχει ακυρώσει τέτοιες ρυθμίσεις ως αντίθετες στη χρηστή διοίκηση και στη φυσιολογική υπηρεσιακή εξέλιξη. Οι επιπτώσεις στις συντάξεις, στο εφάπαξ και στα μερίσματα είναι σημαντικές, καθώς η μείωση βαθμών και απολαβών οδηγεί σε χαμηλότερη συντάξιμη βάση. Το ΣτΕ έχει αποφανθεί ότι οι μεταβολές στις συνταξιοδοτικές προσδοκίες πρέπει να είναι τεκμηριωμένες, αναλογικές και κοινωνικά ανεκτές – προϋποθέσεις που δεν εκπληρώνονται. Το προτεινόμενο πλαίσιο, ως προς το Μέρος Γ’, δεν συνιστά εκσυγχρονισμό. Συνιστά νομικά προβληματική ανατροπή, θεσμικά επισφαλή μεταβολή και λειτουργικά ατεκμηρίωτη παρέμβαση που υπονομεύει κεκτημένα δικαιώματα, δημιουργεί βαθιές ανισότητες και διαρρηγνύει τη συνοχή των Ενόπλων Δυνάμεων. Για τους λόγους αυτούς προτείνεται: πλήρης αναμόρφωση ή απόσυρση του Μέρους Γ’ και εκ νέου διαμόρφωση πλαισίου σε συνεργασία με τα θεσμικά όργανα εκπροσώπησης· διατήρηση της εξέλιξης που προβλέπουν οι νόμοι 2439/1996 και 3883/2010 για όσους ήδη υπηρετούν· μεταβατικό πλαίσιο που θα προστατεύει τα στελέχη με πολυετή υπηρεσία· αναθεώρηση της έννοιας των οργανικών θέσεων ώστε να μην λειτουργούν ως μηχανισμός καθήλωσης· δημοσίευση των πραγματικών υπηρεσιακών δεδομένων στα οποία υποτίθεται ότι βασίζεται το νέο σχήμα· πραγματική και όχι ονομαστική αναβάθμιση των ΑΣΣΥ με συμμετοχή του Υπουργείου Παιδείας. Η σταδιοδρομία των στελεχών των ΕΔ δεν μπορεί να μεταβάλλεται χωρίς συνταγματική θωράκιση, επιστημονική τεκμηρίωση και ουσιαστική εθνική συναίνεση. Το παρόν πλαίσιο, στη μορφή που προτείνεται, δεν πληροί καμία από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις και πρέπει να αναμορφωθεί εξ υπαρχής.