• Σχόλιο του χρήστη 'Σταμ' | 30 Νοεμβρίου 2025, 15:50

    Το άρθρο 208 εισάγει ένα εξαιρετικά προβληματικό, ασαφές και επιβαρυντικό πλαίσιο για τους στρατεύσιμους με ψυχικά προβλήματα. Πρώτον, η παρ. 4 υποβαθμίζει στην πράξη τη γνωμάτευση ιδιώτη ψυχιάτρου, η οποία χαρακτηρίζεται αυθαίρετα ως "προαιρετική", παρότι ο νόμος 3418/2005 ορίζει σαφώς ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά ιδιωτών και δημοσίων φορέων έχουν ίση νομική ισχύ. Η διάταξη του νομοσχεδίου παραβιάζει αυτή την αρχή και εξαναγκάζει πολίτες με ψυχικές δυσκολίες να επανεκτεθούν σε δημόσιες δομές, ανεξάρτητα από το αν έχουν ήδη έγκυρη διάγνωση και θεραπεία στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό δεν είναι μόνο αναποτελεσματικό — είναι ψυχικά επιβαρυντικό και αντιεπιστημονικό. Δεύτερον, η παρ. 6 απαιτεί και εξάντληση όλων των αναβολών και πιστοποίηση αναπηρίας από ΚΕΠΑ για την τελική απαλλαγή. Η απαίτηση για πιστοποιημένο ποσοστό αναπηρίας ως προϋπόθεση για το Ι5 είναι πλήρως αδικαιολόγητη. Δεν νοείται να υποχρεώνεται κάποιος να μπει σε διαδικασίες ΚΕΠΑ — γνωστές για καθυστερήσεις και γραφειοκρατία — απλώς για να αποδείξει ότι πάσχει από ψυχική διαταραχή επικίνδυνη για την ένταξή του στο στρατό. Αυτό όχι μόνο επιβαρύνει το έργο του ΚΕΠΑ χωρίς λόγο, αλλά επιβαρύνει και τον ίδιο τον ασθενή, που καλείται να διαχειριστεί μια δυσβάσταχτη και ψυχοφθόρα διαδικασία. Τρίτον, η παρ. 7 είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Σε περίπτωση που κάποιος δεν έχει ΚΕΠΑ ή δημόσια γνωμάτευση, προβλέπεται υποχρεωτική υποβολή σε “ψυχομετρικές δοκιμασίες” και σε εκούσια νοσηλεία σε στρατιωτικό ψυχιατρικό τμήμα! Το κείμενο δεν εξηγεί τι ακριβώς σημαίνουν τα «ψυχομετρικά τεστ», ποιος τα διενεργεί, με ποια επιστημονικά πρωτόκολλα, ούτε ποιος κρίνει ότι δεν επαρκούν. Η διαδικασία αυτή είναι όχι μόνο ασαφής αλλά επικίνδυνα ερμηνευτική. Η απειλή νοσηλείας ως προϋπόθεση αξιολόγησης παραπέμπει σε πρακτικές που δεν συμβαδίζουν με τη σύγχρονη ψυχιατρική. Τέταρτον, η παρ. 8 προβλέπει άρση ιατρικού απορρήτου και πρόσβαση των ΕΔΥΨΕ στον ηλεκτρονικό φάκελο υγείας. Πρόκειται για παρέμβαση υψηλής επικινδυνότητας στα προσωπικά δεδομένα, ειδικά σε τόσο ευαίσθητη κατηγορία, χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας και χωρίς εξασφάλιση ότι η πρόσβαση περιορίζεται αυστηρά στις απολύτως αναγκαίες πληροφορίες. Τέλος, η παρ. 9 προβλέπει ότι άρνηση συμμετοχής στις ψυχομετρικές δοκιμασίες ή στη νοσηλεία ισοδυναμεί με μη παρουσία στην επιτροπή, με συνέπεια την άμεση κατάταξη. Αυτό είναι πρακτικά ένας μηχανισμός πίεσης πάνω σε ευάλωτους ανθρώπους να υποστούν διαδικασίες που δεν είναι ξεκάθαρες και ενδέχεται να είναι ψυχικά επικίνδυνες. Συνολικά, το άρθρο 208 διαμορφώνει ένα σύστημα που βασίζεται στη δυσπιστία και στην εξόντωση του πολίτη αντί στην αξιοπρεπή και επιστημονική αξιολόγηση. Είναι απαράδεκτο, νομικά και ηθικά, να ζητείται από έναν ασθενή να αποδείξει την ψυχική του διαταραχή μέσω ΚΕΠΑ, αμφιλεγόμενων ψυχομετρικών δοκιμασιών ή ακόμη και νοσηλείας, όταν ήδη υφίστανται αξιόπιστες ιατρικές γνωματεύσεις. Οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να αποσυρθούν ή να αναμορφωθούν πλήρως.