• Σχόλιο του χρήστη 'ΑΣΜΙΑΣ ΣΤΥΑ' | 1 Δεκεμβρίου 2025, 09:35

    Το παρόν μέρος παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο πλαίσιο σταδιοδρομίας των μόνιμων υπαξιωματικών, όμως στην πραγματικότητα θεμελιώνει ένα σύστημα όπου οι προοπτικές εξέλιξης είναι στενά περιορισμένες και πλήρως ελεγχόμενες από την κορυφή της ιεραρχίας. Το άρθρο 32 ξεκινά με την οριοθέτηση των προελεύσεων, τοποθετώντας τους αποφοίτους ΑΣΣΥ ως την «κύρια» αλλά όχι κυρίαρχη προέλευση, δίπλα σε μετατάξεις ΕΠΟΠ και σε νεοκατατασσόμενους μέσω διαγωνισμού. Αυτό δημιουργεί εξαρχής έναν χώρο όπου οι ΑΣΣΥ δεν αποτελούν πλέον εξειδικευμένη παραγωγική κατηγορία, αλλά εντάσσονται σε ένα μείγμα προελεύσεων χωρίς σαφή θεσμική διάκριση υπέρ τους. Ταυτόχρονα εμφανίζεται μια μακρά κλίμακα βαθμών, η οποία φαινομενικά δείχνει ότι υπάρχουν πολλές βαθμίδες εξέλιξης, αλλά όσο περισσότερο αναπτύσσεται το κείμενο τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ότι αυτή η πυραμίδα είναι στην πράξη σχεδόν αδιαπέραστη, με συγκεκριμένες βαθμίδες προσβάσιμες μόνο για περιορισμένο αριθμό στελεχών. Το άρθρο 33 διατηρεί τον διαχωρισμό ειδικοτήτων και κλάδων, με τρόπο που στην ΠΑ ζωγραφίζει ξεκάθαρα την πραγματικότητα: το προσωπικό ΑΣΣΥ τοποθετείται εκ νέου σε τεχνικούς, διοικητικούς και επιχειρησιακούς τομείς που δεν προσφέρουν ισότιμη δυνατότητα διεκδίκησης θέσεων κύρους και ευθύνης. Η προβολή του διαχωρισμού μέσω των επετηρίδων, που καθορίζονται στο άρθρο 38, εγκλωβίζει τους υπαξιωματικούς σε επαγγελματικά μονοπάτια όπου η σειρά αρχαιότητας είναι κλειστή, άκαμπτη και πλήρως εξαρτώμενη από τις αρχικές επιλογές ή κατατάξεις. Με απλά λόγια, αν το σύστημα σε τοποθετήσει αρχικά σε μια ειδικότητα με λίγες θέσεις ευθύνης, μένεις εκεί εφ’ όρου καριέρας. Το άρθρο 34, με το πρόσχημα των οργανικών θέσεων, εισάγει τον πυρήνα της μεθόδευσης: οι υπαξιωματικοί εξελίσσονται μόνο μέχρι το σημείο που επιτρέπει ο αριθμός θέσεων τον οποίο καθορίζει το Υπουργείο με απόφαση που δεν δημοσιεύεται. Αυτό σημαίνει ότι η εξέλιξη των υπαξιωματικών δεν είναι προϊόν προσόντων, εμπειρίας ή αξιολόγησης, αλλά πολιτικής και αριθμητικής διαχείρισης. Το άρθρο 35 για την αξιολόγηση παρουσιάζεται ως σύστημα «αξιοκρατίας», αλλά ενσωματώνει αυτούσιες διαδικασίες από το πλαίσιο των αξιωματικών, με τα ίδια προβλήματα αδιαφάνειας και υποκειμενικότητας που έχουν καταγγελθεί επί δεκαετίες. Έτσι, τα κριτήρια μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθούν ως φίλτρο αποκλεισμού και όχι ως πραγματικό εργαλείο υπηρεσιακής βελτίωσης. Η ιεραρχία και αρχαιότητα στο άρθρο 37 δίνει στους αποφοίτους ΑΣΣΥ τυπική προτεραιότητα έναντι άλλων προελεύσεων, όμως αυτή η «προτεραιότητα» είναι επιφανειακή, επειδή η πραγματική εξέλιξη θα κριθεί αργότερα από οργανικές θέσεις, κρίσεις και καταληκτικό βαθμό. Η αρχαιότητα λειτουργεί περισσότερο ως συμβολική αναγνώριση, παρά ως πραγματική εξασφάλιση σταδιοδρομίας. Το σύστημα επετηρίδων στο άρθρο 38 ενισχύει τη γραφειοκρατική διάκριση, κάνοντας την υπηρεσιακή σύγκριση και προοπτική να εξαρτώνται από κατηγοριοποιήσεις που δεν αντανακλούν ούτε την επιχειρησιακή πραγματικότητα ούτε τις ανάγκες των μονάδων. Στο άρθρο 39 αποκαλύπτεται χωρίς προσχήματα ο πραγματικός στόχος του συστήματος: ο καταληκτικός βαθμός των υπαξιωματικών προελεύσεως ΑΣΣΥ καθορίζεται ως Ανθυπασπιστής ΓΕΕΘΑ. Πρόκειται για πολύ συγκεκριμένο και σκληρό «ταβάνι», που ακυρώνει οποιαδήποτε συζήτηση για ουσιαστική ανέλιξη και μετατρέπει τον ρόλο του υπαξιωματικού σε σκαλοπάτι που δεν συνδέεται πλέον με τη δυνατότητα αξιωματικής εξέλιξης. Το ότι οι υπαξιωματικοί των ΑΣΣΥ προάγονται εκ περιτροπής και μόνο ένας ανά κλάδο φτάνει στη θέση αυτή είναι ενδεικτικό: η νομοθεσία παράγει μια κορυφή για τους λίγους, ώστε να χρησιμοποιείται ως «παράδειγμα επιτυχίας», την ίδια στιγμή που για το σύνολο των στελεχών το όριο παραμένει ανυπέρβλητο. Το άρθρο 40 για τον χρόνο παραμονής στους βαθμούς διαμορφώνει μια σταδιοδρομία που διαρκεί δεκαετίες για να φτάσει κανείς στα ανώτερα σκαλιά του συστήματος υπαξιωματικών. Οι χρόνοι είναι τέτοιοι ώστε ένας υπαξιωματικός πρέπει να υπηρετήσει 30 και πλέον χρόνια για να αγγίξει τους ανώτερους βαθμούς της δικής του κατηγορίας, την ώρα που οι αντίστοιχες απαιτήσεις για τους αξιωματικούς είναι πολύ πιο σύντομες. Έτσι, η σταδιοδρομία διαμορφώνεται ως μακρά διαδικασία ωρίμανσης χωρίς πραγματική ευελιξία και με πολλαπλά σημεία στασιμότητας. Τα άρθρα 41 έως 45 για τον χρόνο διοίκησης και τα συμβούλια κρίσεων δείχνουν την οργανωμένη θεσμική πυραμίδα ελέγχου. Οι υπαξιωματικοί κρίνονται από συμβούλια που αποτελούνται αποκλειστικά από αξιωματικούς και μάλιστα από υψηλόβαθμα στελέχη των ΓΕ. Αυτό σημαίνει ότι οι σταδιοδρομικές τύχες των υπαξιωματικών παραμένουν στα χέρια εκείνων που ήδη έχουν κάθε λόγο να διατηρούν το υφιστάμενο προβάδισμα των ΑΣΕΙ. Ακόμα και η συμμετοχή Ανθυπασπιστών ως εισηγητών δεν αλλάζει τη φύση του συστήματος: η κρίση παραμένει υπό τον πλήρη έλεγχο της αξιωματικής ιεραρχίας. Το άρθρο 46 για τα είδη κρίσεων εισάγει και μια άλλη σοβαρή πραγματικότητα: μεγάλος αριθμός υπαξιωματικών θα χαρακτηρίζονται «διατηρητέοι», «διατηρητέοι στον αυτό βαθμό» ή «αποστρατευτέοι», με τη σύνδεση αυτών των κρίσεων με στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας. Αυτό μετατρέπει την παραμικρή αδυναμία ή απόκλιση σε μόνιμο εμπόδιο. Η παρουσία του χαρακτηρισμού «μέτρια» ως αιτία για άμεση αποστρατεία δείχνει ότι το σύστημα δεν ενδιαφέρεται να δώσει ευκαιρίες βελτίωσης, αλλά να διατηρήσει έναν κύκλο στελεχών που δεν ξεφεύγει αριθμητικά από τις οργανικές ανάγκες. Τα άρθρα 47 έως 52 κλείνουν το πλαίσιο κρίσεων και προαγωγών. Η προαγωγή αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων σημαίνει ότι ανεξαρτήτως προσόντων και αποδόσεων, η εξέλιξη θα εξαρτάται από αριθμούς που το Υπουργείο μπορεί να αυξομειώνει κατά βούληση. Αυτό μετατρέπει το σύστημα σε απόλυτα διοικητικό εργαλείο με στόχο τον έλεγχο της μισθολογικής πυραμίδας. Η επισήμανση ότι οι λίγοι που πεθαίνουν στην υπηρεσία λαμβάνουν τιμητικά βαθμούς λειτουργεί περισσότερο ως συμβολική διατύπωση παρά ως ουσιαστική μέριμνα. Το άρθρο 53 για τον αποστρατευτικό βαθμό δείχνει την τελική εικόνα: οι υπαξιωματικοί που ολοκληρώνουν την καριέρα τους λαμβάνουν έναν βαθμό παραπάνω μόνο για λόγους τιμής και μόνο λίγο πριν αποχωρήσουν. Για δεκαετίες υπηρεσίας, το σύστημα δεν αναγνωρίζει πραγματικό χώρο ανέλιξης. Εάν δεν φτάσεις στις κορυφαίες βαθμίδες των δικών σου κατηγοριών, το σύστημα είτε σε αφήνει στάσιμο είτε σε οδηγεί ταχύτερα στην έξοδο. Το άρθρο 54 δίνει εν λευκώ εξουσία στο Υπουργείο και στο ΣΑΓΕ να μεταβάλουν ειδικότητες, επετηρίδες, οργανικές θέσεις και χρονικά πλαίσια κατά βούληση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κανένας υπαξιωματικός δεν μπορεί να προβλέψει την πραγματική σταδιοδρομία του, γιατί αυτή μπορεί να αλλάξει διοικητικά χωρίς καμία δημοσιότητα ή συζήτηση. Το άρθρο 55 τέλος, με τις μεταβατικές διατάξεις, δείχνει ότι το 2026 θα λειτουργήσει ως «πιλοτικό» έτος χωρίς περιθώρια ομαλής μετάβασης. Το άρθρο 56 καταργεί το παλαιό νομικό πλαίσιο, χωρίς όμως να παρέχει στον υπαξιωματικό σώμα ένα ισχυρότερο ή δικαιότερο σύστημα.