• Σχόλιο του χρήστη 'ΑΣΜΙΑΣ ΣΤΥΑ' | 1 Δεκεμβρίου 2025, 09:43

    Το νέο πλαίσιο για τη στρατιωτική δικαιοσύνη εμφανίζεται ως τεχνοκρατική αναπροσαρμογή, αλλά στην πραγματικότητα αποκαλύπτει την πρόθεση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας να συγκεντρώσει ακόμη περισσότερο έλεγχο πάνω στη δικαστική διαδικασία, υπονομεύοντας θεμελιώδεις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και φυσικής παρουσίας των διαδίκων. Η δυνατότητα διεξαγωγής απολογιών, καταθέσεων και εμφανίσεων μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, όταν «υπάρχει σοβαρό κώλυμα» ή «κίνδυνος από την αναβολή», αποτελεί τόσο αόριστη και ευρεία διατύπωση ώστε μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά βούληση. Αντί να λειτουργεί ως εξαίρεση για ειδικές περιπτώσεις, μετατρέπεται σε εργαλείο που επιτρέπει στα στρατιωτικά δικαστήρια να διεξάγουν δίκες με ελάχιστη φυσική παρουσία, ανοίγοντας επικίνδυνο δρόμο για διαδικασίες όπου η αμεσότητα, η αξιολόγηση μαρτυριών και η διασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης υποβαθμίζονται δραστικά. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι δίνεται η δυνατότητα αποκλεισμού του κατηγορουμένου από το ακροατήριο σε υποθέσεις κακουργημάτων, με ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στον στρατιωτικό εισαγγελέα. Μια τέτοια εξουσία, σε τόσο κλειστό και ιεραρχικά εξαρτημένο σύστημα, ενέχει σοβαρούς κινδύνους κατάχρησης και υπονομεύει την αρχή της δίκαιης δίκης. Παράλληλα, η τροποποίηση των προϋποθέσεων κλήρωσης αξιωματικών ως στρατοδικών δείχνει μια ακόμη πιο προβληματική τάση: την πλήρη απομάκρυνση ειδικοτήτων όπως οι ιατροί και οι νοσηλευτές από τέτοια καθήκοντα και τη διατήρηση μόνο ανώτατων βαθμών ως επιλέξιμων. Η στρατιωτική δικαιοσύνη έτσι κλείνει ακόμη περισσότερο, μετατρέπεται σε πεδίο λίγων υψηλόβαθμων στελεχών και χάνει κάθε έννοια πολυφωνίας ή διεπιστημονικής κρίσης. Αντί να εκδημοκρατιστεί ή να ενισχυθεί η διαφάνεια, το σύστημα γίνεται πιο αποκλειστικό και λιγότερο αντιπροσωπευτικό, ενισχύοντας τη λογική της εσωστρέφειας και της αυτοπροστασίας της στρατιωτικής ιεραρχίας. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πρόβλεψη του άρθρου 280, που επιτρέπει την απόσπαση στρατιωτικών δικαστικών λειτουργών στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για νομοπαρασκευαστικό έργο, με διάρκεια ίση με τη θητεία του εκάστοτε Υπουργού. Πρόκειται για ρύθμιση που θολώνει επικίνδυνα τα όρια μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, μετατρέποντας δικαστικούς σε ουσιαστικούς συνεργάτες της πολιτικής ηγεσίας. Η πλήρης και αποκλειστική απασχόληση εντός του Υπουργείου καθιστά αυτούς τους λειτουργούς εξαρτημένους από τις προτεραιότητες του εκάστοτε Υπουργού, υποβαθμίζοντας την ανεξαρτησία τους και δημιουργώντας υπόνοιες για πιθανές πιέσεις, θεσμικές ή άτυπες. Η ρύθμιση αυτή δεν ενισχύει τη δικαστική λειτουργία—την υποτάσσει στις κυβερνητικές επιδιώξεις. Συνολικά, οι διατάξεις του Μέρους ΙΒ΄ δεν εκσυγχρονίζουν τη στρατιωτική δικαιοσύνη· τη μετατρέπουν σε μηχανισμό ευκολότερης διαχείρισης και ελέγχου, πιο κλειστό, πιο εξαρτημένο από την εκτελεστική εξουσία και πιο ευάλωτο σε παρεμβάσεις. Η φυσική παρουσία και η άμεση αντιπαράθεση των διαδίκων υποχωρούν μπροστά σε έναν επικίνδυνο «ψηφιακό αυτοματισμό», οι στρατοδίκες συγκεντρώνονται σε έναν στενό κύκλο ανωτάτων και οι δικαστικοί λειτουργοί μετακινούνται ως υπηρεσιακά εργαλεία της πολιτικής ηγεσίας. Αν αυτό θεωρείται «μεταρρύθμιση», τότε πρόκειται για μεταρρύθμιση που αποδυναμώνει, αντί να ενισχύει, τη δικαιοσύνη.