• Σχόλιο του χρήστη 'Μάρκος Κ' | 4 Δεκεμβρίου 2025, 12:17

    Το υπό εξέταση πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας επιχειρεί μια εκτεταμένη αναδιάρθρωση στη δομή εκπαίδευσης και στη σταδιοδρομία του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων. Ειδικότερα, περιλαμβάνει ρυθμίσεις για την ακαδημαϊκή αναβάθμιση των παραγωγικών Σχολών Μονίμων Υπαξιωματικών (μετονομασία των ΑΣΣΥ σε ΑΣΜΥ), αλλαγές στο βαθμολογικό και σταδιοδρομικό καθεστώς μονίμων Υπαξιωματικών και ΕΠ.ΟΠ., καθώς και περιορισμούς δικαιωμάτων του στρατιωτικού προσωπικού (π.χ. συμμετοχή σε ενώσεις). Το παρόν πόνημα, προσπαθεί να αναδείξει τις δομικές, ακαδημαϊκές και θεσμικές στρεβλώσεις του σχεδίου νόμου και να εισηγηθεί την απόσυρση ή ριζική αναθεώρησή του. Παρακάτω ακολουθεί αναλυτική εξέταση των κρίσιμων άρθρων 37, 39, 40, 66, 106, 120, 122, 123–127 και 131, με παράθεση συγκεκριμένων εδαφίων, καθώς και κριτική αποτίμηση με βάση το Σύνταγμα, τη νομολογία, τα διεθνή πρότυπα (NATO/STANAG) και τα σχόλια της δημόσιας διαβούλευσης. Ι. Αναδιοργάνωση Ακαδημαϊκής Εκπαίδευσης – «Ανωτατοποίηση» Σχολών Υπαξιωματικών Το Μέρος Η΄ του νομοσχεδίου (άρθρα 113–132) επιχειρεί την ακαδημαϊκή αναδιοργάνωση των στρατιωτικών σχολών, συστήνοντας τη Διακλαδική Διοίκηση Ακαδημαϊκής Εκπαίδευσης (ΔΙΔΑΕ) και – κυρίως – αναβαθμίζοντας ονομαστικά τις ΑΣΣΥ σε «Ανώτατες Σχολές Μονίμων Υπαξιωματικών (ΑΣΜΥ)». Στο άρθρο 120 ορίζεται ότι οι Ανώτερες Στρατιωτικές Σχολές Υπαξιωματικών μετονομάζονται σε ΑΣΜΥ, «παρέχουν ανώτατη εκπαίδευση και απονέμουν τίτλους σπουδών ισότιμους με τα ΑΕΙ» σύμφωνα με το Εθνικό και Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων. Προβλέπεται τετραετής φοίτηση (8 ακαδημαϊκά εξάμηνα των 30 ECTS, σύνολο 240 ECTS) για τα προγράμματα πρώτου κύκλου σπουδών των ΑΣΜΥ (άρθρο 122), γεγονός που φαινομενικά αντιστοιχεί σε επίπεδο EQF-6 (πτυχιούχου ανώτατης εκπαίδευσης). Επιπλέον, τα άρθρα 121 και 123–127 ρυθμίζουν τη δομή των νέων σχολών (ίδρυση μη αυτοδύναμων Τμημάτων στις ΣΜΥ, ΣΜΥΝ, ΣΜΥΑ), τα όργανα διοίκησης και το διδακτικό προσωπικό. Ωστόσο, η εξαγγελλόμενη “ανωτατοποίηση” των ΑΣΣΥ/ΑΣΜΥ αποδεικνύεται κατ’ όνομα και όχι ουσίας. Όπως επισημάνθηκε και στη δημόσια διαβούλευση, το άρθρο 121 χαρακτηρίζει τις σχολές ως «ανώτατες» χωρίς αυτές να πληρούν βασικά κριτήρια πανεπιστημιακού ιδρύματος. Συγκεκριμένα: (α) Οι ΑΣΜΥ δεν εντάσσονται στο Υπουργείο Παιδείας ούτε υπό την εποπτεία της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ). Διατηρούνται πλήρως υπό τον έλεγχο του Υπουργείου Άμυνας (μέσω ΓΕΕΘΑ/ΔΙΔΑΕ) και διοικούνται αποκλειστικά από ανώτερους αξιωματικούς αποφοίτους ΑΣΕΙ (π.χ. Διοικητής ΑΣΜΥ: ταξίαρχος με μεταπτυχιακό), χωρίς κατοχύρωση ακαδημαϊκής αυτονομίας. (β) Οι νέες σχολές δεν διαθέτουν δικά τους μόνιμα μέλη ΔΕΠ με διαδικασία εκλογής ούτε συγκλήτους – τουλάχιστον έως ότου (υπό αδιευκρίνιστες προϋποθέσεις) καταστούν “αυτοδύναμες” μελλοντικά (άρθρο 124) . Στο μεταβατικό στάδιο, προβλέπονται “προσωρινά” ακαδημαϊκά όργανα (προσωρινός Κοσμήτορας οριζόμενος από τον ΥΕΘΑ, προσωρινή Ακαδημαϊκή Συνέλευση με 3 μέλη ΔΕΠ δανεικά από αντίστοιχα ΑΣΕΙ – άρθρο 125) , γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν υφίσταται πραγματική αυτοτέλεια. (γ) Δεν εξασφαλίζεται ουσιαστική αξιολόγηση και πιστοποίηση των προγραμμάτων από ανεξάρτητη αρχή: αν και το άρθρο 120(3) παραπέμπει στους νόμους 4957/2022 και 4653/2020, πρακτικά οι ΑΣΜΥ δεν υπάγονται πλήρως στο καθεστώς ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης (εφόσον δεν θεωρούνται ΑΕΙ βάσει ΥΠΑΙΘ). Η ίδια η πολιτεία, μάλιστα, έμμεσα αναγνωρίζει ότι οι σχολές «δεν έχουν επίπεδο ΑΕΙ» – όπως τονίστηκε σε σχετικό σχόλιο – διότι αλλιώς θα τις υπήγαγε εξαρχής στο Υπουργείο Παιδείας. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η δήθεν πανεπιστημιακή αναβάθμιση είναι απλώς διοικητική μετονομασία χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Οι ΑΣΜΥ παραμένουν στρατιωτικές σχολές χωρίς το βαθμό ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και ελευθερίας που χαρακτηρίζει τα πραγματικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Δεν πληρούνται ούτε τα ελάχιστα διεθνή κριτήρια ακαδημαϊκής αυτονομίας (όπως η διοίκηση από ακαδημαϊκούς, η ύπαρξη μονίμων καθηγητών, σύγκλητος κ.λπ.). Επομένως, το σχέδιο νόμου δεν κατοχυρώνει την “ανωτατοποίηση” στην πράξη, αλλά δημιουργεί ένα υβριδικό μοντέλο υπό τον απόλυτο έλεγχο του ΥΠΕΘΑ – κάτι πρωτόγνωρο στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Επιπλέον, διαπιστώνεται ασάφεια και προχειρότητα ως προς την αντιστοίχιση προσόντων και την ακαδημαϊκή αναγνώριση των νέων πτυχίων. Το νομοσχέδιο κάνει λόγο αορίστως για «ανώτατη εκπαίδευση», χωρίς ρητά να ορίζει αν ο τίτλος σπουδών των ΑΣΜΥ θα αντιστοιχεί στο επίπεδο 6 του Εθνικού/Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων (πτυχίο Bachelor). Αν και το άρθρο 122 εισάγει σύστημα ECTS, λείπει ξεκάθαρη διάταξη που να κατονομάζει νομικά τον τίτλο ως “πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης (EQF-6)”. Χωρίς κάτι τέτοιο, υπονομεύεται η αξία του τίτλου – όπως χαρακτηριστικά σχολιάστηκε, «χωρίς ECTS, χωρίς πιστοποίηση, χωρίς αντιστοίχιση προσόντων, ο τίτλος δεν έχει ουσιαστική επαγγελματική ή ακαδημαϊκή αξία». Η διατύπωση του άρθρου 120 αφήνει κενά: π.χ., λέει “ισότιμους με τα ΑΕΙ τίτλους”, αλλά δεν ξεκαθαρίζει αν πρόκειται για πτυχίο πανεπιστημιακού τομέα (π.χ. “Bachelor of Science”) ή κάτι άλλο. Επίσης, δεν προσδιορίζονται επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων ούτε κατοχυρώνεται η δυνατότητα συνέχισης σε μεταπτυχιακά προγράμματα χωρίς διακρίσεις. Η αβεβαιότητα αυτή αντίκειται στις απαιτήσεις της ΕΘΑΑΕ για σαφήνεια ως προς τα προσόντα που απονέμονται από κάθε ίδρυμα. Εσωτερικές αντιφάσεις του νομοσχεδίου επιβεβαιώνουν ότι η ανωτατοποίηση παραμένει προσχηματική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 130, σύμφωνα με το οποίο δίνεται η δυνατότητα σε σπουδαστές των ΑΣΜΥ, μετά το 2ο έτος φοίτησης, να συμμετάσχουν σε κατατακτήριες εξετάσεις για ένταξη σε σχολές Αξιωματικών (ΑΣΕΙ) του αντίστοιχου Κλάδου, σε ποσοστό έως 12% των εισακτέων. Δηλαδή, το ίδιο το σχέδιο νόμου επιτρέπει σε σπουδαστές που ΔΕΝ έχουν πάρει (ούτε πρόκειται να πάρουν σύντομα) κάποιο πτυχίο να μεταπηδήσουν σε ΑΣΕΙ (τριτοετείς πλέον). Αυτό καταδεικνύει ότι ακόμη και ο νομοθέτης θεωρεί τις ΑΣΜΥ κατώτερες των ΑΣΕΙ – αφού χρειάζεται ειδική πρόβλεψη “διαφυγής” προς τις σχολές αξιωματικών. Όπως παρατηρήθηκε εύστοχα, η διάταξη αυτή εκθέτει τη λογική του νομοσχεδίου, διότι ουσιαστικά «αποδεικνύει ότι η ανωτατοποίηση δεν υφίσταται και το κράτος έμπρακτα παραδέχεται πως οι ΑΣΜΥ δεν είναι επιπέδου ΑΕΙ». Επιπλέον, δημιουργεί στρεβλώσεις: θα έχουμε περιπτώσεις όπου οι ικανότεροι σπουδαστές Υπαξιωματικοί θα εγκαταλείπουν την ΑΣΜΥ για να γίνουν αξιωματικοί, ενώ όσοι παραμείνουν θα αποφοιτούν μεν με «πτυχίο», αλλά θα παραμένουν Υπαξιωματικοί με περιορισμένες προοπτικές. Διεθνώς ΔΕΝ απαντάται ανάλογο παράδειγμα “πανεπιστημιακής” εκπαίδευσης που να εγκλωβίζει τους αποφοίτους σε κατώτερο σώμα – είτε οι σπουδές οδηγούν σε ένταξη στο σώμα Αξιωματικών (βλέπε Ευελπίδων κ.λπ.), είτε πρόκειται για σχολές υπαξιωματικών με πιο σύντομο κύκλο σπουδών. Συνολικά, οι ακαδημαϊκές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου αντί να επιλύσουν χρόνια προβλήματα, εισάγουν νέες ανισότητες και συγχύσεις. Η “αναδιοργάνωση” γίνεται χωρίς συνεργασία με το καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας και ΕΘΑΑΕ, με αποτέλεσμα να παραμένουν οι σχολές αυτές εκτός του εθνικού χάρτη ανώτατης εκπαίδευσης (μη ενταγμένες στο μηχανογραφικό, χωρίς πανεπιστημιακό άσυλο, χωρίς συμμετοχή σε Erasmus κ.ο.κ.). Οι δε σπουδαστές ΑΣΜΥ, μολονότι θα φοιτούν πλέον 4 έτη και θα έχουν συγκρίσιμα ακαδημαϊκά προσόντα με πτυχιούχους ΑΕΙ, δεν θα απολαμβάνουν τις ίδιες επαγγελματικές και θεσμικές προοπτικές. Όπως επισημαίνουν στελέχη και ειδικοί, η πραγματική αναβάθμιση θα απαιτούσε ριζικές αλλαγές: υπαγωγή των σχολών στην ανώτατη εκπαίδευση σε συνεργασία ΥΠΕΘΑ–ΥΠΑΙΘ–ΕΘΑΑΕ, μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό (ΔΕΠ) στις ΑΣΜΥ, εκσυγχρονισμό προγραμμάτων σπουδών και απονομή ισοδύναμων ακαδημαϊκών τίτλων και δικαιωμάτων. Τίποτε από αυτά δεν διασφαλίζεται επαρκώς στο προτεινόμενο σχέδιο νόμου. ΙΙ. Υπηρεσιακή Ιδιότητα πριν τη λήψη πτυχίου – Ζήτημα του άρθρου 131 Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο άρθρο 131, το οποίο ορίζει ότι «οι σπουδαστές των ΑΣΜΥ, οι οποίοι ολοκληρώνουν επιτυχώς τα τρία (3) πρώτα έτη σπουδών, ονομάζονται μόνιμοι Υπαξιωματικοί και λαμβάνουν σχετική βεβαίωση». Πρόκειται για μια νομοθετική καινοτομία αμφίβολης σκοπιμότητας και νομιμότητας, καθώς απονέμει πρόωρα στους σπουδαστές στρατιωτική ιδιότητα/βαθμό προτού αυτοί αποφοιτήσουν. Οι συνέπειες αυτής της ρύθμισης είναι πολυεπίπεδες: • Ακαδημαϊκή υποβάθμιση: Ο τεταρτοετής σπουδαστής ΑΣΜΥ, αντί να επικεντρωθεί στις σπουδές του και στην πτυχιακή του εργασία, θα φέρει πλέον βαθμό μόνιμου Υπαξιωματικού (πιθανώς Επιλοχία Β΄ Τάξης) και θα υπάγεται πλήρως στο στρατιωτικό πειθαρχικό δίκαιο ως προσωπικό εν ενεργεία. Αυτό μπορεί να διαταράξει την εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς ο σπουδαστής-«Υπαξιωματικός» θα έχει υπηρεσιακές υποχρεώσεις και θα υπόκειται σε καθήκοντα ή μεταθέσεις που δεν έχουν οι υπόλοιποι φοιτητές ανώτατων σχολών. • Πειθαρχικές και νομικές επιπτώσεις: Σύμφωνα με το άρθρο 132, εάν ένας σπουδαστής που ονομάστηκε Υπαξιωματικός δεν ολοκληρώσει το πρόγραμμα εντός της ελάχιστης διάρκειας (4 έτη), υφίσταται πειθαρχικές κυρώσεις και υποχρεωτική κρίση στασιμότητας: συγκεκριμένα, η μη εμπρόθεσμη αποφοίτηση συνεπάγεται πειθαρχική ευθύνη (βάσει ΠΔ 48/2022) και παραπομπή του στο αρμόδιο συμβούλιο κρίσεων ως «προακτέου κατ’ αρχαιότητα» στον κατώτερο βαθμό (Επιλοχία Β΄ Τάξης) . Δηλαδή, αντί να αντιμετωπίζεται ως φοιτητής που καθυστερεί τις σπουδές του, αντιμετωπίζεται ως ανεπαρκής Υπαξιωματικός που θα προαχθεί μόνο κατ’ αρχαιότητα σε χαμηλόβαθμη θέση. Πρόκειται για τιμωρητική προσέγγιση, ασύμβατη με τη φοιτητική ιδιότητα – ενδεικτική της σύγχυσης ρόλων που φέρνει το άρθρο 131. • Θεσμικό παράδοξο & “κλείδωμα” σταδιοδρομίας: Η απονομή βαθμού πριν το πτυχίο εγείρει ερωτήματα ως προς το κατά πόσον οι εν λόγω σπουδαστές, μετά την 3η χρονιά, θα μπορούν π.χ. να παραιτηθούν χωρίς συνέπειες (ως φοιτητές μπορούν, ως μόνιμοι Υπαξιωματικοί όμως υπόκεινται σε υποχρεώσεις θητείας). Επίσης, δημιουργείται μια νέα κατηγορία «υπαξιωματικών χωρίς πτυχίο», η οποίοι όμως θα φέρουν βαθμό ισότιμο με απόφοιτους. Ένας σχολιαστής χαρακτήρισε εύστοχα τη σχετική βεβαίωση του άρθρου 131 ως πιστοποιητικό ότι «θα είναι για πάντα υπαξιωματικοί» με υποβαθμισμένες προοπτικές εξέλιξης. Ουσιαστικά, το κράτος “κλειδώνει” τους σπουδαστές στον σώμα των Υπαξιωματικών ένα έτος πριν αποφοιτήσουν, στερώντας τους ενδεχομένως την δυνατότητα να επιδιώξουν εναλλακτική σταδιοδρομία (π.χ. μέσω κατατακτηρίων για ΑΣΕΙ ή άλλες σχολές αν το επιθυμούσαν στο τέλος των σπουδών). Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει προηγούμενο σε ελληνικές ανώτατες σχολές ή διεθνείς στρατιωτικές ακαδημίες όπου οι μαθητές να λαμβάνουν τον “τίτλο” του αποφοίτου πρόωρα. Στις δε παραγωγικές σχολές Αξιωματικών (π.χ. Ευελπίδων), οι σπουδαστές αποκτούν τον βαθμό Ανθυπολοχαγού μόνο μετά την επιτυχή αποφοίτηση/ορκωμοσία. Εδώ αντιστρέφεται η λογική, γεγονός που υπονομεύει τόσο το κύρος του πτυχίου όσο και την ουσία της στρατιωτικής επαγγελματικής κατάρτισης. Είναι δηλωτικό ότι ουκ ολίγοι συμμετέχοντες στη διαβούλευση ζήτησαν την απόσυρση του πρόχειρου και άδικου αυτού νομοθετήματος, θεωρώντας την πρόβλεψη του άρθρου 131 (όπως και πολλές άλλες του νομοσχεδίου) καταστροφική. Συμπερασματικά, η διάταξη του άρθρου 131 θα πρέπει να απαλειφθεί ή τροποποιηθεί ριζικά. Η υπηρεσιακή κατάσταση του σπουδαστή πρέπει να ξεκινά μετά την αποφοίτηση – διαφορετικά καταστρατηγείται η έννοια της εκπαίδευσης. Αν ο σκοπός ήταν η οικονομική ενίσχυση των σπουδαστών τετάρτου έτους ή η ασφαλιστική τακτοποίησή τους, αυτό μπορεί να γίνει με άλλους τρόπους (π.χ. υποτροφίες, αναγνώριση χρόνου σπουδών ως συντάξιμου) χωρίς να τους μετατρέπει πρόωρα σε μόνιμο προσωπικό. ΙΙΙ. Υποβάθμιση σταδιοδρομίας μονίμων Υπαξιωματικών – Νέο βαθμολογικό πλαίσιο Το νομοσχέδιο επιφέρει σαρωτικές αλλαγές στη βαθμολογική εξέλιξη των μονίμων Υπαξιωματικών, οι οποίες συνιστούν σοβαρή υποβάθμιση της σταδιοδρομίας των αποφοίτων ΑΣΣΥ/ΑΣΜΥ και διαταράσσουν την υπηρεσιακή ιεραρχία. Σύμφωνα με το άρθρο 32, οι μόνιμοι Υπαξιωματικοί θα προέρχονται εφεξής από τρεις “πηγές”: (α) αποφοίτους ΑΣΜΥ, (β) ΕΠΟΠ που μετατάσσονται, (γ) ιδιώτες/οπλίτες μέσω διαγωνισμού. Το άρθρο 37 καθορίζει την ιεραρχία/αρχαιότητα, ορίζοντας ότι οι απόφοιτοι ΑΣΜΥ είναι αρχαιότεροι των λοιπών ομοιοβάθμων μονίμων Υπαξιωματικών - ένδειξη ότι επιχειρείται να διασφαλιστεί μια τυπική υπεροχή τους έναντι των προερχόμενων από ΕΠΟΠ. Ωστόσο, αυτή η πρόνοια ελάχιστα μετριάζει τις ευρύτερες αρνητικές αλλαγές. Νέοι βαθμοί – “Βαθμοί Διοίκησης”: Το άρθρο 32(2) εισάγει μια εκτενέστατη κλίμακα βαθμών μονίμων Υπαξιωματικών, πρωτοφανή σε αριθμό και λεπτομέρεια: ξεκινώντας από Επιλοχία Β΄ Τάξης, Επιλοχία Α΄ Τάξης, ακολουθούν βαθμοί “Επιλοχία Ανεξάρτητης Υπομονάδας”, κατόπιν Αρχιλοχίας B΄, Α΄, “Αρχιλοχίας Μονάδας”, και εν συνεχεία πέντε(!) διαβαθμίσεις Ανθυπασπιστή: Ανθυπασπιστής B΄, Α΄, “Ανθυπασπιστής Διοίκησης Σχηματισμού”, “Διοίκησης Μείζονος Σχηματισμού”, “Διοίκησης ΓΕ”, και κορυφαίος ο “Ανθυπασπιστής ΓΕΕΘΑ” . Πρόκειται για δημιουργία πολυεπίπεδης πυραμίδας Υπαξιωματικών με βαθμούς “διοίκησης” που δεν απαντώνται σε κανένα άλλο κράτος-μέλος του NATO. Σύμφωνα με το NATO STANAG 2116 (κωδικοποίηση βαθμών), οι Ένοπλες Δυνάμεις των περισσοτέρων χωρών έχουν το πολύ 2-3 βαθμούς Ανθυπασπιστή/Ανώτερου Υπαξιωματικού (OR-8, OR-9). Η Ελλάδα μέχρι σήμερα είχε μία βαθμίδα Ανθυπασπιστή (OR-9), η οποία όμως συνοδευόταν από ορισμένα προνόμια αξιωματικού. Με το νομοσχέδιο, δημιουργούνται πολλαπλές υποκατηγορίες OR-9 (“Ανθυπασπιστής Διοίκησης…”) χωρίς ουσιαστική διεθνή αναγνώριση – το NATO εξακολουθεί να τους θεωρεί όλους OR-9. Δεν υπάρχει έννοια ξεχωριστών “Command Warrant Officers” ανά επίπεδο σχηματισμού στο NATO• αυτό είναι ελληνική καινοτομία που μάλλον θα προκαλέσει σύγχυση διαβαθμίσεως χωρίς επιχειρησιακό όφελος. Καταληκτικοί βαθμοί – Κλείδωμα εξέλιξης: Το άρθρο 39 ορίζει τους ανώτατους (καταληκτικούς) βαθμούς που δύνανται να φθάσουν οι μόνιμοι Υπαξιωματικοί κάθε κατηγορίας. Κρίσιμα σημεία: (α) Οι απόφοιτοι ΑΣΜΥ θα μπορούν το πολύ να προαχθούν μέχρι τον βαθμό Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ (μοναδικός κάθε φορά, κατόπιν επιλογής ανά Κλάδο εκ περιτροπής). Δηλαδή τερματικός βαθμός το υψηλότερο OR-9, χωρίς δυνατότητα εισόδου στο σώμα Αξιωματικών. (β) Όσοι Υπαξιωματικοί προέρχονται από απευθείας κατάταξη (ιδιώτες μέσω διαγωνισμού) ή ανήκουν σε ειδικές καταστάσεις θα φθάνουν μόνο μέχρι Ανθυπασπιστή Β΄ Τάξης – δηλαδή ακόμη χαμηλότερα. (γ) Οι προερχόμενοι από ΕΠΟΠ που θα μετατάσσονται σε Υπαξιωματικούς, θα έχουν καταληκτικό βαθμό μόλις Αρχιλοχία Α΄ Τάξης (OR-7). Αυτό σημαίνει ότι ένας ΕΠΟΠ, ακόμη κι αν γίνει μόνιμος Υπαξιωματικός, δεν θα μπορεί να γίνει καν Ανθυπασπιστής. Πρόκειται για σοβαρό περιορισμό σε σχέση με το ισχύον καθεστώς, όπου αρκετοί ΕΠΟΠ μπορούσαν βαθμολογικά να προαχθούν έως Ανθυπασπιστές λίγο πριν αποστρατευθούν. Εν ολίγοις, οι απόφοιτοι ΑΣΜΥ “ταβανώνουν” στον τελευταίο βαθμό Υπαξιωματικού, ενώ οι προερχόμενοι από ΕΠΟΠ ακόμη χαμηλότερα. Η πρακτική αυτή αποτελεί δραματική οπισθοδρόμηση για τους αποφοίτους ΑΣΣΥ. Μέχρι σήμερα, υφίστανται θεσμοθετημένες δυνατότητες οι ικανοί εξ αυτών να εντάσσονται στο Σώμα Αξιωματικών και να προάγονται σε ανώτερους βαθμούς. Πράγματι, με το ισχύον σύστημα, απόφοιτοι ΑΣΣΥ μπορούσαν – μέσω συμπληρωματικών σπουδών ή επιλογών – να εξελιχθούν μέχρι και τον βαθμό του Συνταγματάρχη (ιδίως όσοι αποκτούσαν πανεπιστημιακό πτυχίο και κρίνονταν ικανοί για προαγωγή σε αξιωματικό). Με το νέο νομοσχέδιο, αυτό εκμηδενίζεται: «οι απόφοιτοι των ΑΣΣΥ δεν θα εισέρχονται στο Σώμα των Αξιωματικών και δεν θα προάγονται σε βαθμούς αξιωματικών», όπως χαρακτηριστικά σχολιάστηκε στον τύπο. Η πρόβλεψη αυτή – αποκαλούμενη “ταφόπλακα” για τις ΕΔ – συνιστά πλήρη υποβάθμιση και απαξίωση των Υπαξιωματικών, τόσο των μελλοντικών σπουδαστών όσο και των υφισταμένων στελεχών. Είναι προφανές ότι η μη δυνατότητα ένταξης στο σώμα αξιωματικών στερεί από τους Υπαξιωματικούς κάθε προοπτική ανάληψης υψηλότερων θέσεων ευθύνης. Δημιουργείται πλέον ένα κλειστό “Σώμα Υπαξιωματικών” περιορισμένης εξέλιξης. Ανατρέπεται δηλαδή η σταδιοδρομία των ΑΣΣΥ με απώλεια έως και 6 βαθμών σε σχέση με πριν. Δηλαδή, αντί ο ικανός απόφοιτος ΑΣΣΥ να ελπίζει ότι μπορεί κάποτε να φτάσει μέχρι Συνταγματάρχης, τώρα γνωρίζει ότι θα αποστρατευτεί το πολύ ως Ανθυπασπιστής – χάνοντας δυνητικά 5-6 βαθμούς (Ανθυπολοχαγός, Υπολοχαγός, Λοχαγός, Ταγματάρχης, Αντισυνταγματάρχης, Συνταγματάρχης). Πρόκειται για τεράστια ηθική και επαγγελματική υποβάθμιση της προσφοράς των υπαξιωματικών. Αντί να αναγνωριστεί ο ρόλος τους ως «μεσαία στελέχη» με κρίσιμες τεχνικές δεξιότητες, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί στη βιβλιογραφία, το νομοσχέδιο τους καθηλώνει σε “χαμηλόβαθμα στελέχη” χωρίς δυνατότητα ιεραρχικής ανέλιξης. Χαρακτηριστικό είναι ότι αντίστοιχα δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις και για τους Επαγγελματίες Οπλίτες (ΕΠΟΠ). Σημειώνεται ότι και για τους ΕΠΟΠ υπάρχει «απώλεια βαθμών» στο νέο σύστημα. Συγκεκριμένα, ενώ σήμερα ένας ΕΠΟΠ μπορεί να φτάσει (με πολλά χρόνια υπηρεσίας) μέχρι Ανθυπασπιστής, πλέον …πλέον αν δεν μεταταγεί, θα καθηλώνεται σε χαμηλότερο βαθμό, ενώ αν μεταταγεί σε Υπαξιωματικό, θα τερματίζει ως Αρχιλοχίας Α΄. Έτσι, σμικρύνεται η απόσταση μεταξύ των “εισαγόμενων” από πανελλαδικές ΑΣΜΥ και των “ΕΠΟΠ που ανέρχονται”: στην πράξη, ένας ΕΠΟΠ με πτυχίο ΑΕΙ μπορεί μετά από 15 έτη να μπει στο σώμα Υπαξιωματικών (άρθρο 67) και να έχει σχεδόν την ίδια οροφή (Αρχιλοχία) με έναν απόφοιτο ΑΣΜΥ (ανθυπασπιστή). Αυτό διαβρώνει το κίνητρο να επιλέξει κανείς την οδό της ΑΣΜΥ εξαρχής, αφού τελικά οι διαφορές στην κορυφή είναι μικρές. Ελάχιστοι χρόνοι παραμονής – επιβράδυνση προαγωγών: Το άρθρο 40 καθορίζει τους ελάχιστους χρόνους παραμονής σε κάθε βαθμό για να εξεταστεί κάποιος για προαγωγή. Σε σύγκριση με πριν, παρατηρείται αύξηση του χρόνου αναμονής σε κρίσιμες βαθμίδες, γεγονός που θα επιβραδύνει περαιτέρω τις προαγωγές. Ενδεικτικά, απαιτούνται 7 έτη στον βαθμό του Αρχιλοχία Β΄ Τάξης (ή 11 συνολικά έτη υπηρεσίας Υπαξιωματικού) για να μπορέσει να ανέλθει παραπάνω. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ένας απόφοιτος ΑΣΜΥ θα φτάσει στον ανώτατο βαθμό του (Ανθυπασπιστή) πολύ αργά στην καριέρα του – πιθανόν λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί. Συγκριτικά, με το προηγούμενο σύστημα πολλοί Υπαξιωματικοί γίνονταν Ανθυπασπιστές νωρίτερα (και στη συνέχεια αρκετοί εξ αυτών έπαιρναν και βαθμό Ανθυπολοχαγού με μετάταξη). Τώρα η εξέλιξη “απλώνεται” σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία “γερασμένης” επετηρίδας όπου ελάχιστοι θα φτάνουν την κορυφή. Δυνατότητα Μετάταξης – άρθρο 66: Το νομοσχέδιο διαφημίζει ότι αφήνει μια “χαραμάδα” ένταξης των Υπαξιωματικών στο σώμα Αξιωματικών μέσω μετατάξεων. Πράγματι, το άρθρο 66 ορίζει ότι μόνιμοι Υπαξιωματικοί μπορούν να μεταταχθούν στο σώμα Αξιωματικών σε κενές θέσεις Ανθυπολοχαγών, με καταληκτικό βαθμό Ταγματάρχη, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές, όμως, είναι εξαιρετικά περιοριστικές: απαιτείται ο υποψήφιος: (α) να προέρχεται από ΑΣΜΥ, (β) να έχει 14 έτη υπηρεσίας, και (γ) να κατέχει πτυχίο ΑΕΙ (πανεπιστημιακής σχολής). Δηλαδή, ένας απόφοιτος ΑΣΜΥ – που υποτίθεται πλέον θα έχει ο ίδιος πτυχίο “ανώτατης” σχολής – για να θεωρηθεί άξιος μετάταξης σε αξιωματικό, θα πρέπει να έχει αποκτήσει και άλλο πτυχίο ΑΕΙ! Αυτό αποτελεί ξεκάθαρη αντίφαση: αν το πτυχίο της ΑΣΜΥ ήταν πραγματικά ισότιμο ΑΕΙ, γιατί ο νόμος ζητά ξεχωριστό πτυχίο ΑΕΙ; Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης δεν θεωρεί τις ΑΣΜΥ πραγματικά ισότιμες με τα πανεπιστήμια, οπότε αξιώνει πανεπιστημιακό τίτλο (π.χ. από ανοικτό πανεπιστήμιο ή άλλο) για να κριθεί ένας Υπαξιωματικός ικανός να γίνει αξιωματικός. Στην πράξη, λίγοι Υπαξιωματικοί θα πληρούν ταυτόχρονα όλα αυτά (πτυχίο ΑΕΙ + 14 χρόνια υπηρεσίας + άριστη αξιολόγηση) και ακόμη λιγότεροι θα επιλεγούν, καθώς το νομοσχέδιο δεν εγγυάται αριθμό μετατάξεων – απλώς δίνει διακριτική ευχέρεια. Επομένως, η θεωρητική αυτή πρόβλεψη δεν αναιρεί την γενική απαγόρευση προαγωγής σε αξιωματικούς. Αντίθετα, επιβεβαιώνει ότι μόνο ελάχιστες εξαιρέσεις θα ξεφεύγουν από το “γυάλινο ταβάνι” του Ανθυπασπιστή, και αυτές υπό τον όρο ότι απέκτησαν με δική τους προσπάθεια έναν αμιγώς πανεπιστημιακό τίτλο. Συνοψίζοντας, οι βαθμολογικές διατάξεις του νομοσχεδίου: (1) Εξαιρούν οριστικά τους αποφοίτους ΑΣΜΥ από το Σώμα Αξιωματικών, στερώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις από έμπειρα στελέχη που θα μπορούσαν να καλύψουν ανώτερες θέσεις (αξιοκρατικά και κατόπιν επιμόρφωσης). (2) Υποβιβάζουν τους μόνιμους Υπαξιωματικούς σε “δεύτερης κατηγορίας” στελέχη, με ανώτατο βαθμό που ισοδυναμεί ουσιαστικά με βοηθητικό ρόλο. (3) Δημιουργούν ένα στράτευμα δύο ταχυτήτων – απόφοιτοι ΑΣΕΙ με πλήρη δικαιώματα εξέλιξης, έναντι αποφοίτων ΑΣΜΥ καθηλωμένων σε χαμηλότερα επίπεδα. Αυτή η ταξική διαφοροποίηση, μάλιστα, δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια επαγγελματικής απόδοσης αλλά σε προκαθορισμένους περιορισμούς. (4) Πλήττουν το ηθικό και το κίνητρο των Υπαξιωματικών: γνωρίζοντας ότι, ό,τι κι αν κάνουν, ποτέ δεν θα γίνουν αξιωματικοί, πολλοί ικανοί υπαξιωματικοί μπορεί να αποθαρρυνθούν ή να εγκαταλείψουν το στράτευμα. (5) Κλονίζουν την αρχή της ισότητας ευκαιριών εντός του στρατεύματος. Η δε επίκληση του “αμερικανικού προτύπου” (ότι στις ΗΠΑ δεν υπάρχουν σχολές υπαξιωματικών) είναι ατυχής, διότι στις ΗΠΑ όλοι οι υπαξιωματικοί προέρχονται από τη βάση (enlisted ranks) και έχουν ξεχωριστό ρόλο – δεν απαιτείται να έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο. Στην Ελλάδα επιχειρείται ένα παράδοξο μείγμα: πανεπιστημιακά εκπαιδευμένοι υπαξιωματικοί αλλά χωρίς ανάλογη σταδιοδρομία. Οι σύλλογοι ΑΣΣΥ από την πρώτη στιγμή έχουν εκφράσει την έντονη αντίθεσή της σε αυτές τις ρυθμίσεις, τονίζοντας ότι το νομοσχέδιο επιφέρει δυσμενείς αλλαγές στη σταδιοδρομική εξέλιξη όλων των κατηγοριών προσωπικού, θίγοντας τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφόσον αλλάζει αιφνιδίως τους κανόνες εξέλιξης χωρίς μεταβατικές διατάξεις για όσους υπηρετούν. Πράγματι, δεν προβλέπονται σαφείς μεταβατικές ρυθμίσεις για τους ήδη υπηρετούντες Υπαξιωματικούς – δημιουργώντας εύλογα νομικά ζητήματα ως προς τα δικαιώματα που αυτοί είχαν θεμελιώσει (π.χ. κάποιοι κοντά στην προαγωγή σε αξιωματικούς τώρα θα αποκλειστούν). Η έλλειψη μεταβατικότητας προσκρούει στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, την οποία η νομολογία του ΣτΕ έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ως στοιχείο του κράτους δικαίου. IV. Περιορισμοί συνδικαλιστικών/πολιτικών δικαιωμάτων – Αντισυνταγματικότητα άρθρου 106 Το άρθρο 106 του νομοσχεδίου εισάγει περιορισμούς στα δικαιώματα των στελεχών των ΕΔ να συμμετέχουν σε συλλόγους και δημόσια αξιώματα. Συγκεκριμένα, απαγορεύεται σε μόνιμους Υπαξιωματικούς και Αξιωματικούς: (α) η συμμετοχή σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων που «ασκεί κριτική σε θέματα διοίκησης των ΕΔ», και (β) η κατοχή οποιασδήποτε θέσης σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμους/περιφέρειες). Πρόκειται για διάταξη εξαιρετικά προβληματική νομικά, η οποία αντίκειται ευθέως στο άρθρο 12 του Συντάγματος περί ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, αλλά και στη νομολογία ανωτάτων δικαστηρίων και πρόσφατη ισχύουσα νομοθεσία. Συγκεκριμένα: • Συνταγματική προστασία σωματειακής ελευθερίας: Το άρθρο 12 παρ.1 Συντ. κατοχυρώνει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνιστούν σωματεία/ενώσεις ελεύθερα, αρκεί να μην αποβλέπουν σε παράνομο σκοπό. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ήδη από τις αποφάσεις του τη δεκαετία του ’90 και εξής, έχει κρίνει ότι οι υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να συμμετέχουν σε ενώσεις ή συλλόγους χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας τους, διότι οποιαδήποτε απαίτηση προέγκρισης θα παραβίαζε ευθέως το άρθρο 12§1 Συντ.. Η επίμαχη διάταξη ουσιαστικά απαγορεύει “οριζόντια” τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε ένωση που θεωρείται ότι ασκεί κριτική στη διοίκηση – μια έννοια αόριστη και υποκειμενική, που θα μπορούσε να περιλάβει ακόμη και τους πλέον θεμιτούς επαγγελματικούς ή επιστημονικούς συλλόγους. Τέτοια γενική απαγόρευση δεν είναι ανεκτή συνταγματικά. • Δικαίωμα στον συνδικαλισμό: Ο Άρειος Πάγος, με σημαντικές αποφάσεις του (βλ. ιδίως Α.Π. Ολ. 3/2012), έχει ρητά αναγνωρίσει το δικαίωμα των στρατιωτικών στον συνδικαλισμό – ασφαλώς με κάποιους περιορισμούς ως προς τη μορφή της συνδικαλιστικής δράσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν απαγορεύεται η ίδρυση/συμμετοχή σε ενώσεις προσωπικού ΕΔ . Η ίδια η Πολιτεία, με το ν.4407/2016 και τις τροποποιήσεις του, έχει οργανώσει τη νόμιμη εκπροσώπηση των στρατιωτικών μέσω ενώσεων ανά περιφέρεια και Πανελλήνιων Ομοσπονδιών (π.χ. ΠΟΕΣ, ΠΟΜΕΝΣ). Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 106 θέτει εν αμφιβόλω τη λειτουργία αυτών των νόμιμων ενώσεων, διότι σχεδόν εκ των πραγμάτων οι ενώσεις προσωπικού “ασκούν κριτική” στη διοίκηση, εφόσον υποβάλλουν προτάσεις ή διαμαρτυρίες. Έτσι, ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι απαγορεύεται η ενεργός συμμετοχή στρατιωτικών σε επαγγελματικές ενώσεις τους – κάτι που αντίκειται τόσο στην πάγια νομολογία όσο και στις δημοκρατικές αρχές. • Συμμετοχή στα κοινά – τοπική αυτοδιοίκηση: Ο πρόσφατος νόμος 4804/2021 (εκλογικός νόμος αυτοδιοίκησης) περιέλαβε διάταξη που επιτρέπει ρητά στους μόνιμους Υπαξιωματικούς να εκλέγονται σε δημοτικά/περιφερειακά αξιώματα, αποκλείοντας μόνο τους Αξιωματικούς. Η διάκριση αυτή νομοθετήθηκε προφανώς ως αναγνώριση ότι οι Υπαξιωματικοί, ως μέλη της τοπικής κοινωνίας, δικαιούνται να συμμετέχουν στα κοινά, χωρίς να επηρεάζεται η ιεραρχία των ΕΔ. Ήδη αρκετοί μόνιμοι Υπαξιωματικοί υπηρετούν νόμιμα ως δημοτικοί σύμβουλοι, αντιδήμαρχοι κ.λπ. σε δήμους της χώρας. Το άρθρο 106 τώρα έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον ν.4804/2021, απαγορεύοντας κάτι που ειδικά επιτρέπει ο ισχύων νόμος! Αυτή η αντίφαση θα δημιουργήσει σοβαρό νομικό πρόβλημα (ποια διάταξη θα υπερισχύσει;), ενώ επιπλέον είναι προδήλως αντισυνταγματική και ως προς το άρθρο 29 Συντ. (δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή). Η οριζόντια απαγόρευση κατοχής θέσης ΟΤΑ για όλους ανεξαιρέτως τους στρατιωτικούς στερείται συνταγματικής βάσης – το Σύνταγμα στο άρθρο 29§3 επιτρέπει περιορισμούς πολιτικής δραστηριότητας των ενόπλων δυνάμεων μόνο όσον αφορά την ένταξη σε κόμματα, όχι την ανάθεση αιρετού αξιώματος σε ΟΤΑ. Συνολικά, το άρθρο 106 παραβιάζει κατάφωρα το Σύνταγμα και το ισχύον δίκαιο. Όπως συνοψίζει σχετικό σχόλιο στη διαβούλευση: η διάταξη αντιφάσκει με το άρθρο 12§1 του Συντάγματος, με ρητές αποφάσεις των δικαστηρίων που απαγορεύουν την υπαγωγή του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι σε προηγούμενη άδεια, με απόφαση του Αρείου Πάγου που αναγνωρίζει συνδικαλιστικό δικαίωμα, και με τον νόμο 4804/2021 που ρητά επιτρέπει στους υπαξιωματικούς να εκλέγονται σε ΟΤΑ. Τίθεται επίσης θέμα αναιρετικής αναδρομικότητας δικαιωμάτων: θα αναγκαστούν όσοι Υπαξιωματικοί είναι ήδη αιρετοί σε Δήμους/Περιφέρειες να παραιτηθούν από το αξίωμά τους, κατά παράβαση της λαϊκής εντολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι συλλογικοί φορείς εν ενεργεία και εν αποστρατεία στρατιωτικών αντιδρούν έντονα στη διάταξη αυτή. Η συντριπτική πλειονότητα των σχολίων στη διαβούλευση ζητεί την απόσυρση του άρθρου 106 ως αντισυνταγματικού. Επομένως, η μόνη σύννομη λύση είναι η πλήρης απάλειψη των σχετικών περιορισμών. V. Διεθνής σύγκριση – NATO standards και STANAG 2116 Οι αλλαγές που εισάγει το νομοσχέδιο πρέπει να εξεταστούν και υπό το πρίσμα των διεθνών προτύπων και πρακτικών μεταξύ των συμμαχικών/ευρωπαϊκών χωρών. Εδώ διαπιστώνεται ότι αρκετές προβλέψεις του νομοσχεδίου απομακρύνονται από τη διεθνή τάση, αντί να την ακολουθούν. • Ανώτατη στρατιωτική εκπαίδευση Υπαξιωματικών: Σε καμία χώρα του ΝΑΤΟ δεν υπάρχει πλήρως πανεπιστημιακού επιπέδου στρατιωτική σχολή αποκλειστικά για Υπαξιωματικούς. Τα περισσότερα κράτη είτε έχουν σύντομες σχολές υπαξιωματικών (με έμφαση στην τεχνική/στρατιωτική εκπαίδευση, όχι ακαδημαϊκή 4ετή φοίτηση) είτε αξιοποιούν επαγγελματική εξέλιξη από το στράτευμα. Η Ελλάδα, με το παρόν σχέδιο νόμου, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα μοναδικό υβρίδιο: Υπαξιωματικοί με πτυχίο bachelor, αλλά χωρίς δυνατότητα να γίνουν αξιωματικοί. Αυτό δεν απαντάται αλλού. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ (τις οποίες επικαλείται ο ΥΕΘΑ ως «πρότυπο»), δεν υπάρχουν καθόλου σχολές μόνιμων υπαξιωματικών – οι υπαξιωματικοί προέρχονται από κατάταξη ως στρατεύσιμοι και ανεβαίνουν βαθμούς εντός των OR-1–OR-9 μέσω εμπειρίας και συνήθως 3μήνων σεμιναρίων. Αντίθετα, στην Ελλάδα όλοι οι μόνιμοι Υπαξιωματικοί θα είναι πλέον απόφοιτοι σχολών επιπέδου ΑΕΙ. Αυτό το μοντέλο είναι πρωτόγνωρο και ενέχει κινδύνους αναποτελεσματικότητας: θα διαθέτουμε προσωπικό με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά θα το καθηλώνουμε σε ρόλους που αλλού εκτελούνται από λιγότερο εκπαιδευμένους. Υπάρχει κίνδυνος «διαρροής εγκεφάλων» (brain drain) είτε προς την πολιτική αγορά είτε προς τις τάξεις των αξιωματικών άλλων σωμάτων (μέσω κατατακτηρίων), αν οι δυνατότητες εξέλιξης δεν συμβαδίζουν με τα προσόντα. • Αντίθετα η εξέλιξη των αποφοίτων ΑΣΜΥ ως επιπέδου αναγνωρισμένου «Bachelor» με εξέλιξη (όπως η σημερινή) έως και το βαθμό Σμηνάρχου θα έδινε τολμηρή και μοναδική λύση και δυνατότητες μέσων και έμπειρων στελεχών εργοδηγών και μέσων επιτελών με πραγματικές και καινοτόμους απαντήσεις στις σύγχρονες προκλήσεις, σε επιχειρησιακά, υποστήριξης και τεχνικά στελέχη αντάξια και μελλοντικών απαιτήσεων. • Διαστρωμάτωση βαθμών – STANAG 2116: Όπως ήδη αναφέρθηκε, το NATO μέσω του STANAG 2116 έχει θεσπίσει μια τυποποίηση κωδικών βαθμών (OR-1 έως OR-9 για υπαξιωματικούς/οπλίτες, OF-1 και άνω για αξιωματικούς). Με το νέο σύστημα, η Ελλάδα ουσιαστικά γεμίζει το φάσμα OR-5 έως OR-9 με πλήθος πρόσθετων “εσωτερικών” βαθμών (Επιλοχίας ανεξ. Υπομονάδας, Αρχιλοχίας Μονάδας, Ανθυπασπιστής Διοίκησης κ.ο.κ.) που όμως δεν αναγνωρίζονται διακριτά διεθνώς. Για το NATO, όλοι αυτοί θα είναι OR-8 ή OR-9 στην καλύτερη περίπτωση. Χώρες με παρόμοια μεγέθη Ενόπλων Δυνάμεων (π.χ. η Ιταλία, η Γαλλία) δεν έχουν τέτοια πληθώρα υπαξιωματικών βαθμών• αντιθέτως, δίνουν έμφαση στη διάκριση μεταξύ βαθμών αξιωματικών και υπαξιωματικών. Η ελληνική εμμονή σε “βαθμούς διοίκησης” ενδέχεται να προκαλέσει προβλήματα συνεργασίας σε συμμαχικές δομές, όπου, λ.χ., ένας “Ανθυπασπιστής Διοίκησης ΓΕ” του Ελληνικού Στρατού θα θεωρείται ισόβαθμος ενός απλού Warrant Officer άλλης χώρας. Αυτή η διάσταση μεταξύ εθνικής βαθμολογικής πυραμίδας και συμμαχικών standards θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση αρμοδιοτήτων και κύρους στο εξωτερικό. • Διαφορετικοί ρόλοι Υπαξιωματικών: Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, οι μόνιμοι υπαξιωματικοί αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ηγεσίας μικρού κλιμακίου και της τεχνικής τεχνογνωσίας. Οι αξιωματικοί ηγούνται σε ανώτερο επίπεδο και οι υπαξιωματικοί εκτελούν και επιβλέπουν. Το νομοσχέδιο φαίνεται να προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα κατηγορία ανώτερων υπαξιωματικών με καθήκοντα “διοίκησης” (π.χ. Ανθστής ΓΕΕΘΑ ως σύμβουλος Α/ΓΕΕΘΑ ίσως). Ωστόσο, καμία χώρα δεν ορίζει βαθμούς υπαξιωματικών ως “διοικητές σχηματισμών” – διότι απλούστατα οι σχηματισμοί διοικούνται από αξιωματικούς. Για παράδειγμα, ένας Αμερικανός Command Sergeant Major συμβουλεύει τον διοικητή ταξίαρχο, δεν “διοικεί” ο ίδιος την ταξιαρχία. Η ελληνική ορολογία “Ανθυπασπιστής Διοίκησης Μεγάλου Σχηματισμού” είναι παράδοξη. Ενδέχεται να δημιουργηθεί πρόβλημα συντονισμού και σαφούς καθορισμού καθηκόντων μεταξύ ενός Ανθυπασπιστή-«διοικητή» και του αντίστοιχου ταξιάρχου διοικητή. Συμπερασματικά, πολλές από τις νέες ρυθμίσεις δεν συμβαδίζουν με πρακτικές NATO και κινδυνεύουν να μείνουν στα χαρτιά ως ελληνική ιδιαιτερότητα χωρίς επιχειρησιακό όφελος. • Ανάγκες διαλειτουργικότητας – τεχνολογική επάρκεια: Θα ανέμενε κανείς ότι το νομοσχέδιο θα ακολουθούσε τις διεθνείς τάσεις ενίσχυσης του τεχνικού ρόλου των υπαξιωματικών. Πράγματι, στη θεωρία αυτό διακηρύσσει (σκοπός ΑΣΜΥ: παραγωγή τεχνικά καταρτισμένων υπαξ/κών για σύγχρονα οπλικά συστήματα). Όμως, αφαιρώντας κίνητρα εξέλιξης και περιορίζοντας τη συμμετοχή τους στον σχεδιασμό (με τον αποκλεισμό από το σώμα αξιωματικών), το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αντιστρόφως ανάλογο: ικανοί τεχνικά υπαξιωματικοί να μην έχουν λόγο να παραμένουν μακροχρόνια, ή να μην αποδίδουν τα μέγιστα, γνωρίζοντας ότι θα τους “προσπεράσουν” νεότεροι αξιωματικοί με λιγότερη τεχνική εμπειρία. Η διεθνής πρακτική τείνει στην ολοένα μεγαλύτερη επαγγελματικοποίηση των υπαξιωματικών, με αξιοποίηση της εμπειρίας τους σε θέσεις εκπαιδευτών, συμβούλων και διαχειριστών τεχνολογίας. Το παρόν νομοσχέδιο, αντί να ενισχύσει θεσμικά αυτό τον ρόλο (λ.χ. προβλέποντας υπαξιωματικούς σε συγκεκριμένες θέσεις επιτελείων ή τεχνικών υπηρεσιών), αναλώνεται σε βαθμολογικές λεπτομέρειες και εμποδίζει τους υπαξιωματικούς να ανέβουν σε επίπεδα όπου θα είχαν ευρύτερη επιρροή. Συνολικά, το “όραμα” του νομοσχεδίου φαίνεται ξεπερασμένο και εθνικά απομονωμένο. Αντί να εμπνευστεί από επιτυχημένα μοντέλα άλλων χωρών (π.χ. τη γαλλική διακριτή εξέλιξη των «Sous-officiers», ή το «βρετανικό warrant officer system» όπου κορυφαίοι υπαξ μπορούν να λάβουν βαθμούς αξιωματικών), επιχειρεί μια sui generous λύση που συνδυάζει τα μειονεκτήματα διαφόρων συστημάτων: πανεπιστημιοποίηση χωρίς αντίκρισμα + στασιμότητα στη σταδιοδρομία. Αυτό το μείγμα ενέχει κινδύνους και για τη διαθεσιμότητα μελλοντικών στελεχών: Ήδη καταγράφεται μείωση ενδιαφέροντος των νέων να εισέλθουν στις στρατιωτικές σχολές. Οι άδικοι περιορισμοί εξέλιξης πιθανόν θα αποθαρρύνουν ακόμη περισσότερο τη νεολαία από το να ακολουθήσει την οδό των Υπαξιωματικών, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη στελέχωση κρίσιμων ειδικοτήτων στο μέλλον. VI. Αντιδράσεις από τη δημόσια διαβούλευση – Φωνή στελεχών και ειδικών Το προτεινόμενο νομοσχέδιο συνάντησε θυελλώδεις αντιδράσεις κατά τη δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση (20/11–5/12/2025) αλλά και από φορείς εκπροσώπησης στρατιωτικών. Ενδεικτικά: • Συλλογικοί φορείς (Ενώσεις Στρατιωτικών): Εκφράζουν κάθετα την αντίθεσή τους. Σε δελτία τύπου έχουν τονίσει την έλλειψη μεταβατικών διατάξεων και την προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και ότι το νέο “βαθμολόγιο” επιφέρει «πολύ σημαντική απώλεια έως 6 βαθμών» για τους ΑΣΣΥ και συνολική ανατροπή της σταδιοδρομίας. Επίσης υπογραμμίζουν ότι η εισαγωγή νομοθετημένων οργανικών θέσεων (οροφές ανά βαθμό) είναι ξένη προς την στρατιωτική πρακτική και θυμίζει δημόσια διοίκηση, περιορίζοντας την επιχειρησιακή ευελιξία. Οι Ενώσεις Στρατιωτικών πολλών Περιφερειών (π.χ. Κρήτης) έχουν εκδώσει ανακοινώσεις αποδοκιμασίας, αναφέροντας το νομοσχέδιο ως απαράδεκτο. Χαρακτηριστικά, 13 φορείς εν ενεργεία και εν αποστρατεία στρατιωτικών διοργάνωσαν μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Αθήνα (Προπύλαια) στις 11/10/2025 και πρόσφατα επίσης 19/11/25 στην Αθήνα, με συμμετοχή άνω των 10.000 στελεχών και οικογενειών τους – πρωτοφανές για τα δεδομένα του χώρου. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: απόσυρση του νομοσχεδίου. • Μόνιμοι Υπαξιωματικοί (εν ενεργεία): Στη διαβούλευση, εκατοντάδες σχόλια από υπηρετούντες υπαξιωματικούς εξέφρασαν οργή και απογοήτευση. Πολλοί ανέφεραν ότι αισθάνονται προδομένοι από την πολιτεία, που αντί για αναγνώριση των προσόντων τους, τους τιμωρεί με στασιμότητα. Έμπειρα στελέχη σημείωσαν πως αν ίσχυαν αυτές οι ρυθμίσεις παλαιότερα, οι ίδιοι δεν θα είχαν καταφέρει να ανέλθουν σε υπεύθυνες θέσεις που σήμερα κατέχουν. Άλλοι προειδοποίησαν ότι επίκειται κύμα παραιτήσεων αν ψηφιστεί το νομοσχέδιο, καθώς πολλοί θα επιλέξουν την πρόωρη αποστρατεία παρά την υπηρεσιακή ταπείνωση. • Απόστρατοι – στρατιωτικοί αναλυτές: Αρκετοί απόστρατοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί παρενέβησαν, με πολύ αιχμηρά κείμενα. Χαρακτηριστικά άρθρα στον τύπο, αποκαλούν το νομοσχέδιο «ταφόπλακα» και καταγγέλουν ότι η κυβέρνηση επιδιώκει στρατό “μισθοφορικό δύο ταχυτήτων” χωρίς μορφωμένα μεσαία στελέχη, μόνο και μόνο για εξοικονόμηση πόρων από τις μη προαγωγές. Επισημαίνουν ακόμη δε ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν ολοκληρωμένες μελέτες για πραγματική αναβάθμιση των παραγωγικών σχολών (π.χ. ένταξη μόνιμου πολιτικού εκπαιδευτικού προσωπικού στις ΑΣΣΥ, δυνατότητα διδακτορικών διατριβών στις στρατιωτικές σχολές κ.ά.), τις οποίες όμως αγνοεί το Υπουργείο. Συνολικά, οι απόστρατοι βλέπουν το νομοσχέδιο ως ρήξη με την ιστορική εξέλιξη των ΕΔ, που ανέκαθεν επέτρεπε στους ικανότερους των κατωτέρων βαθμίδων να ανεβαίνουν στην ιεραρχία (από υπαξιωματικοί σε αξιωματικούς). • Νομικοί - συνταγματολόγοι: Στη διαβούλευση υπήρξαν και παρεμβάσεις νομικών. Ορισμένοι εστίασαν ακριβώς στο άρθρο 106, τεκμηριώνοντας την αντισυνταγματικότητά του (όπως παρουσιάστηκε ανωτέρω). Τονίστηκε ότι η διάταξη αυτή, αν ψηφιστεί, θα προσβληθεί στα δικαστήρια και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κριθεί αντισυνταγματική, εκθέτοντας τη νομοθετική πρωτοβουλία. Επίσης, νομικοί σημείωσαν το ενδεχόμενο αντισυνταγματικότητας και άλλων σημείων, όπως της αναδρομικής μεταβολής σταδιοδρομικών κανόνων που θίγουν την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Συντ.) και της αξιοκρατίας (άρθρο 5Α Συντ.). Για παράδειγμα, δύο υπαξιωματικοί με τα ίδια προσόντα μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική εξέλιξη ανάλογα με το αν αποφοιτούν το 2025 ή το 2026 – κάτι που εγείρει ζητήματα ισότητας. Συμπερασματικά, το σύνολο σχεδόν της στρατιωτικής κοινότητας – από τον νεοσύλλεκτο ΕΠΟΠ μέχρι τον απόστρατο στρατηγό – αποδοκιμάζει έντονα τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι συγκεντρώθηκαν πάνω από 10.000 σχόλια στη διαβούλευση, επί το πλείστον αρνητικά. Αυτή η πρωτοφανής αντίδραση θα πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπ’ όψιν από τη Βουλή. Η φωνή των στελεχών, που είναι οι άμεσα θιγόμενοι, προειδοποιεί ότι το νομοσχέδιο όχι μόνο δεν λύνει προβλήματα, αλλά δημιουργεί πολλαπλά νέα και διαταράσσει την εύρυθμη λειτουργία και το ηθικό των Ενόπλων Δυνάμεων. VII. Συμπεράσματα – Πρόταση για απόσυρση ή ριζική αναθεώρηση Ενόψει όλων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το σχέδιο νόμου «Χάρτης Μετάβασης των ΕΔ στη Νέα Εποχή» πάσχει σοβαρά τόσο ως προς τη νομιμότητα ορισμένων διατάξεων όσο και – κυρίως – ως προς τη σκοπιμότητα και λειτουργικότητά του. Αντί να αποτελεί βήμα προόδου, συνιστά ένα οπισθοδρομικό πλαίσιο που θα καθηλώσει το ανθρώπινο δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι δομικές, ακαδημαϊκές και θεσμικές στρεβλώσεις που αναδείχθηκαν συνοψίζονται στα εξής: • Η επιδιωκόμενη ανωτατοποίηση των σχολών Υπαξιωματικών είναι επί της ουσίας κενή περιεχομένου, χωρίς ένταξη στο εθνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης, χωρίς αυτονομία και χωρίς κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων. Το μόνο που θα παραγάγει είναι τίτλους “χωρίς αντίκρισμα,” απογοητεύοντας τόσο τους σπουδαστές όσο και την αγορά εργασίας. • Οι μόνιμοι Υπαξιωματικοί, ιδίως οι απόφοιτοι ΑΣΣΥ/ΑΣΜΥ, αντιμετωπίζονται ως στελέχη δεύτερης κατηγορίας: αποκλείονται ισοβίως από το σώμα Αξιωματικών, στερούνται δυνατότητας ανέλιξης παρά τα αυξημένα προσόντα τους, και μετατρέπονται σε αδιέξοδη σταδιοδρομία. Αυτό παραβιάζει την αρχή της αξιοκρατίας και της ισότητας, ενώ αντιβαίνει και στη μακρά ιστορική παράδοση των ΕΔ όπου ικανότατοι υπαξιωματικοί κατέστησαν εξαιρετικοί αξιωματικοί (π.χ. πλήθος ηρώων και ηγετών προήλθαν από τις τάξεις των υπαξ). • Οι περιοριστικές διατάξεις (όπως το άρθρο 106) θέτουν την Πολιτεία σε τροχιά σύγκρουσης με το Σύνταγμα και τα δικαστήρια, γεγονός όχι μόνο νομικά απαράδεκτο αλλά και πολιτικά ανώφελο. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι προσβάλλεται ευθέως το άρθρο 12 Συντ. – κάτι που αναμφίβολα θα οδηγήσει σε ακυρωτικές προσφυγές και διασυρμό. • Η απόπειρα εξορθολογισμού (π.χ. με οροφές οργανικών θέσεων ή πολλαπλούς βαθμούς) βασίζεται σε λογιστική/γραφειοκρατική αντίληψη και όχι στις επιχειρησιακές ανάγκες. Οι Ένοπλες Δυνάμεις απαιτούν ευελιξία και κίνητρα για τα στελέχη τους, όχι άκαμπτα όρια και τιμωρητική στασιμότητα. Το νομοσχέδιο φαίνεται να εξυπηρετεί κυρίως στόχους συγκράτησης μισθολογικού κόστους (λιγότεροι υψηλόβαθμοι = μικρότερη μισθολογική δαπάνη), όμως η οικονομίστικη αυτή προσέγγιση θίγει το ηθικό και την αποτελεσματικότητα του ανθρώπινου παράγοντα, που είναι ο σημαντικότερος πολλαπλασιαστής ισχύος. • Σημαντικά ζητήματα παραμένουν αρρύθμιστα ή απουσιάζουν: π.χ. καμία πρόνοια για τους ήδη υπηρετούντες (μεταβατικές διατάξεις), καμία ειδική μέριμνα για τις Εθελόντριες του νέου θεσμού, ελλιπής πρόβλεψη για τους ΕΜΘ (εθελοντές μακράς θητείας) που φαίνεται να “ξεχνιούνται” πλήρως, κ.ά. Το νομοσχέδιο δίνει την εντύπωση βιαστικής συρραφής ρυθμίσεων χωρίς συνολική μελέτη. Εν όψει των παραπάνω, εισηγούμαστε ξεκάθαρα την απόσυρση του νομοσχεδίου στο σύνολό του. Σε περίπτωση που αυτό δεν θεωρηθεί πολιτικά εφικτό, τουλάχιστον απαιτείται ριζική αναθεώρηση των κρίσιμων διατάξεων, με γνώμονα: 1. Θεσμική και ακαδημαϊκή εξομάλυνση της ανωτατοποίησης των ΑΣΜΥ: Ενσωμάτωση των σχολών Υπαξιωματικών υπό την ομπρέλα της ανώτατης εκπαίδευσης, σε συνεργασία με Υπουργείο Παιδείας και ΕΘΑΑΕ. Αυτό σημαίνει π.χ. δημιουργία κοινών προγραμμάτων με ΑΕΙ, σύσταση μόνιμων θέσεων ΔΕΠ στις σχολές, εξασφάλιση ότι το πτυχίο αναγνωρίζεται ως ισότιμο Πανεπιστημίου (με όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα). Διαφορετικά, να εγκαταλειφθεί η επίφαση “ανώτατης εκπαίδευσης” και να παραμείνουν οι σχολές ως “ανώτερες” διετούς/τριετούς κύκλου – κάτι που μπορεί να έχει περισσότερο νόημα επιχειρησιακά. 2. Διασφάλιση ισότιμης εξέλιξης & αξιοκρατίας: Επαναφορά ή διατήρηση ανοιχτών διαύλων εξέλιξης των ικανών Υπαξιωματικών σε αξιωματικούς. Προτείνεται η καθιέρωση ενός ενιαίου “Career Path”: όσοι απόφοιτοι ΑΣΜΥ επιθυμούν και πληρούν κριτήρια (π.χ. επίδοση, ξένες γλώσσες κ.λπ.) να μπορούν μετά από κάποια χρόνια να φοιτήσουν σε ειδικό σχολείο αξιωματικών και να ενταχθούν στο Σώμα Αξιωματικών. Αυτό θα εξασφαλίσει ότι το κίνητρο αριστείας παραμένει ζωντανό. Επίσης, να αρθούν οι εξωφρενικές μειώσεις καταληκτικών βαθμών – οι καταληκτικοί βαθμοί των ΑΣΣΥ θα μπορούσαν εύλογα να είναι ο Συνταγματάρχης (για κατόχους πανεπιστημιακού τίτλου) και ο Αντισυνταγματάρχης για τους λοιπούς, όπως άλλωστε αρχικά είχε διαρρεύσει. Έτσι θα αποκατασταθεί η αρχή της δικαιοσύνης: ίσα δικαιώματα ανέλιξης για ίσα προσόντα. 3. Μεταβατικές διατάξεις και θεσμική ασφάλεια: Να προστεθούν ρητές μεταβατικές ρυθμίσεις που θα προστατεύουν όσους ήδη υπηρετούν από αιφνίδιες αρνητικές συνέπειες. Π.χ. όσοι Υπαξιωματικοί έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα προαγωγής ή πληρούν προϋποθέσεις για μελλοντική μετάταξη, να διατηρήσουν το δικαίωμα αυτό. Επίσης, να διασφαλιστεί ότι κανένας εν υπηρεσία δεν θα δει μείωση αποδοχών ή απώλεια βαθμού λόγω του νέου νόμου – πράγμα που θα παραβίαζε την αρχή της μη αναδρομικότητας. Γενικότερα, απαιτείται θεσμική συνέχεια και ασφάλεια δικαίου, ώστε οι στρατιωτικοί να γνωρίζουν τί τους επιφυλάσσει η σταδιοδρομία τους και να μπορούν να προγραμματίζουν τη ζωή τους με εμπιστοσύνη στην Πολιτεία. 4. Εναρμόνιση με το Σύνταγμα και τη νομολογία: Οποιαδήποτε διάταξη όπως το άρθρο 106 πρέπει να απαλειφθεί. Αν κρίνεται ότι χρήζει ρύθμισης η συμπεριφορά των στρατιωτικών σε συλλόγους, αυτό να γίνει με σαφήνεια και με σεβασμό στα όρια του Συντάγματος – π.χ. απαγόρευση συμμετοχής σε συνδικαλιστικά όργανα που κάνουν απεργία (ήδη απαγορευμένο ούτως ή άλλως), αλλά όχι γενική φίμωση κάθε κριτικής φωνής. Το δικαίωμα των στρατιωτικών να συγκροτούν ενώσεις (χωρίς δικαίωμα απεργίας) είναι πλέον μέρος της ελληνικής έννομης τάξης και δεν επιτρέπεται η οπισθοδρόμηση. Επίσης, να ευθυγραμμιστεί η νομοθεσία με τον ν.4804/2021 σχετικά με τη συμμετοχή στα κοινά: οι Υπαξιωματικοί να συνεχίσουν να μπορούν να είναι δημοτικοί σύμβουλοι, όπως ισχύει, χωρίς να τίθεται θέμα επιβολής κυρώσεων. 5. Διεθνής πρακτική – ανταγωνιστικότητα ΕΔ: Να μελετηθούν ενδελεχώς τα πρότυπα άλλων χωρών πριν από οποιαδήποτε εκ νέου ρύθμιση. Ίσως μια βιώσιμη λύση θα ήταν η σύσταση “Ανώτατων Σχολών Εφαρμοσμένων Επιστημών & Τεχνολογίας” (ΑΣΣΕΕΤ) εντός ΕΔ, υπαγόμενων όμως στο Υπουργείο Παιδείας, που θα παράγουν αποφοίτους με πτυχίο εφαρμοσμένων στρατιωτικών τεχνολογιών όπως προτείνεται από μέλη συλλόγου ΑΣΣΥ. Έτσι οι απόφοιτοι θα έχουν πανεπιστημιακή ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα το κράτος θα μπορεί να τους εντάξει είτε ως αξιωματικούς τεχνικών σωμάτων είτε ως ανώτερους warrant officers με πραγματικές αρμοδιότητες. Κάθε λύση πρέπει να διασφαλίζει ότι αξιοποιείται πλήρως το ανθρώπινο κεφάλαιο: δεν περισσεύει κανείς ικανός σε μια εποχή σύνθετων απειλών. Με βάση όλα τα παραπάνω, καλούμε τη Βουλή των Ελλήνων να αντιμετωπίσει με τη δέουσα σοβαρότητα την πρωτοφανή κατακραυγή επί του παρόντος νομοσχεδίου. Η υιοθέτησή του ως έχει θα ήταν επιζήμια για τις Ένοπλες Δυνάμεις και πιθανώς αντισυνταγματική σε επιμέρους σημεία. Αντιθέτως, μια ριζικά αναθεωρημένη νομοθετική πρωτοβουλία, κατόπιν ουσιαστικού διαλόγου με τους φορείς των στελεχών και τους αρμόδιους επιστημονικούς παράγοντες, μπορεί να οδηγήσει σε βιώσιμες λύσεις που θα ενισχύσουν πραγματικά την αξιοκρατία, την εκπαίδευση και την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων. Συμπερασματικά, προτείνεται: είτε η άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου προκειμένου να ανασυνταχθεί ολόκληρο σε νέες βάσεις, είτε η δραστική τροποποίησή του κατά τα ανωτέρω σημεία-κλειδιά, ώστε να αποκατασταθεί η θεσμική τάξη, η ισονομία και το αίσθημα δικαίου στο στρατιωτικό προσωπικό. Μόνο έτσι ο “Χάρτης Μετάβασης στη Νέα Εποχή” θα ανταποκριθεί πράγματι στο όνομά του, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή εκσυγχρονισμού και αξιοκρατίας και όχι μια νέα εποχή αδιεξόδων και ανισοτήτων. Για οποιαδήποτε διευκρίνιση ή περαιτέρω πληροφορία, παραμένουμε στη διάθεση των κυρίων Βουλευτών και της Επιτροπής.