Αρχική Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή (Σταδιοδρομία και εξέλιξη Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και Επαγγελματιών Οπλιτών των Ενόπλων Δυνάμεων...ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ (άρθρα 32-56)Σχόλιο του χρήστη ΣΤΥΑ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΌΣ | 4 Δεκεμβρίου 2025, 19:10




Η προωθούμενη ρύθμιση που τροποποιεί εκ νέου το καθεστώς βαθμολογικής εξέλιξης των μονίμων υπαξιωματικών δημιουργεί σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές και ήδη παγιωμένη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πρώτον, η μεταβολή των υπηρεσιακών δεδομένων στελεχών με πολυετή πραγματική υπηρεσία προσκρούει ευθέως στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, όπως έχει αναγνωριστεί κατ’ επανάληψη από το ΣτΕ (ενδεικτικά ΣτΕ 453/2018, 2972/2013, 1912/2014). Τα στελέχη των οποίων η σταδιοδρομία έχει διαμορφωθεί υπό συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο δεν μπορεί να τεθούν εκ των υστέρων σε δυσμενέστερη θέση, ιδίως όταν η ίδια η Πολιτεία –με πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση– είχε επιβεβαιώσει ως ορθή τη συνέχιση της υπηρεσιακής τους εξέλιξης με βάση το προϊσχύσαν καθεστώς. Δεύτερον, η αναδρομική αλλοίωση κρίσιμων προϋποθέσεων προαγωγής, οι οποίες αφορούν χρόνο υπηρεσίας, βαθμολογική ωρίμανση και τυπικές προϋποθέσεις, θίγει την απαγόρευση δυσμενούς αναδρομικότητας, που απορρέει από τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος. Η νομολογία του ΣτΕ (3814/2010, 2170/2012, 2752/2003) είναι απολύτως σταθερή στο ότι η υπηρεσιακή κατάσταση στελεχών δεν μπορεί να ανατρέπεται εκ των υστέρων όταν έχουν αποκτήσει θεμελιωμένα υπηρεσιακά δικαιώματα βάσει πραγματικού χρόνου υπηρεσίας. Τρίτον, η ρύθμιση αντίκειται στην αρχή της συνέχειας και σταθερότητας της διοίκησης (άρθρο 103 Συντ.). Η επαναλαμβανόμενη μεταβολή του ίδιου αντικειμένου σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, διαμορφώνει καθεστώς ανασφάλειας δικαίου και υπονομεύει την προβλεψιμότητα του διοικητικού συστήματος σταδιοδρομίας των στελεχών. Τέταρτον, η γενικευμένη εφαρμογή της διάταξης, χωρίς διάκριση μεταξύ παλαιών και νέων σειρών που έχουν διαφορετικές τυπικές προϋποθέσεις εκπαίδευσης και διαφορετικά δεδομένα υπηρεσιακής εξέλιξης, δύναται να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον επέρχονται δυσμενέστατες συνέπειες που δεν συνδέονται με τις πραγματικές ανάγκες της υπηρεσίας αλλά ούτε τεκμηριώνονται με αντικειμενικά κριτήρια. Συνολικά, η εν λόγω νομοθετική μεταβολή επιφέρει σημαντική διατάραξη της υπηρεσιακής συνέχειας, καταλύει την προσδοκία που έχει δημιουργήσει η ίδια η Πολιτεία στα στελέχη και εισάγει αναδρομική επιβάρυνση σε ήδη κατοχυρωμένα υπηρεσιακά δικαιώματα. Ζητήματα τέτοιας βαρύτητας έχουν κριθεί κατ’ επανάληψη ως αντισυνταγματικά από το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο και δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο για τη νομιμότητα και την ασφάλεια δικαίου στο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων.