• Σχόλιο του χρήστη 'Loukas Theofilou' | 9 Απριλίου 2026, 22:10

    Κίνδυνος θεσμικής νομιμοποίησης καταστροφής δασικών οικοσυστημάτων Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ δεν συνιστούν απλώς τεχνικές ή διοικητικές ρυθμίσεις, αλλά εισάγουν ένα επικίνδυνο προηγούμενο: τη συστηματική ανοχή και εν τέλει νομιμοποίηση αυθαίρετων επεμβάσεων σε δάση και δασικές εκτάσεις. Με τον τρόπο αυτό, το προτεινόμενο πλαίσιο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνταγματική επιταγή προστασίας των δασών και υπονομεύει την ίδια τη λογική της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Η επαναλαμβανόμενη παράταση προθεσμιών έως το 2027 για τη νομιμοποίηση αυθαίρετων εγκαταστάσεων δεν αποτελεί μεταβατικό μέτρο, αλλά μηχανισμό μονιμοποίησης της παρανομίας. Η διοίκηση, αντί να επιβάλλει τη νομιμότητα, δημιουργεί διαρκώς νέες ευκαιρίες συμμόρφωσης χωρίς συνέπειες, ενθαρρύνοντας έμμεσα νέες αυθαίρετες επεμβάσεις. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές και ιδιαίτερα επικίνδυνο: η παραβίαση της δασικής νομοθεσίας τελικά επιβραβεύεται. Ακόμη πιο προβληματική είναι η πρόβλεψη αναστολής και ανάκλησης πράξεων κατεδάφισης, επιβολής προστίμων και αναδάσωσης. Οι ρυθμίσεις αυτές ακυρώνουν στην πράξη κάθε έννοια περιβαλλοντικού ελέγχου και στερούν από τη διοίκηση τα βασικά εργαλεία προστασίας των δασών. Η αναστολή της αναδάσωσης, ειδικά, συνιστά σοβαρή οπισθοδρόμηση, καθώς η αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και διατήρησης της βιοποικιλότητας. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δυνατότητα συνέχισης και επέκτασης δραστηριοτήτων (τουριστικών, κτηνοτροφικών, ενεργειακών και λοιπών) σε δασικές εκτάσεις χωρίς προηγούμενη ουσιαστική περιβαλλοντική αξιολόγηση. Η εξαίρεση από διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης, όπως προβλέπεται σε επιμέρους περιπτώσεις, συνιστά κατάφωρη παραβίαση βασικών αρχών της περιβαλλοντικής πολιτικής και ανοίγει τον δρόμο για μη αναστρέψιμες επιπτώσεις σε ευαίσθητα οικοσυστήματα. Παράλληλα, η εκτεταμένη χρήση υπεύθυνων δηλώσεων και η αποδυνάμωση του ελέγχου από τις δασικές υπηρεσίες σε ζητήματα χαρακτηρισμού εκτάσεων και μεταβίβασης δικαιωμάτων εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους απώλειας δημόσιας δασικής γης. Σε ένα περιβάλλον όπου οι δασικοί χάρτες δεν έχουν ακόμη πλήρως οριστικοποιηθεί, τέτοιες ρυθμίσεις αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα λαθών, καταχρήσεων και μη αναστρέψιμων νομικών καταστάσεων. Από επιστημονική σκοπιά, οι διατάξεις αυτές οδηγούν με βεβαιότητα σε: • επιτάχυνση της απώλειας βιοποικιλότητας, • κατακερματισμό δασικών οικοτόπων, • υποβάθμιση υδρολογικών λειτουργιών, • αύξηση κινδύνων πλημμυρών και διάβρωσης, • μείωση της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων στην κλιματική αλλαγή. Ιδιαίτερα σε μία περίοδο όπου η κλιματική κρίση και οι δασικές πυρκαγιές πλήττουν έντονα τη χώρα, η αποδυνάμωση της δασικής προστασίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως πολιτική επιλογή. Για τους λόγους αυτούς, οι προτεινόμενες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν ριζικά. Ειδικότερα: • Να παύσει η πρακτική συνεχών παρατάσεων και να τεθεί σαφές, οριστικό χρονικό όριο, μετά το οποίο οι αυθαίρετες εγκαταστάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά. • Να καταργηθούν οι διατάξεις που προβλέπουν αναστολή ή ανάκληση πράξεων προστασίας (κατεδαφίσεις, πρόστιμα, αναδασώσεις). • Να καταστεί υποχρεωτική, χωρίς καμία εξαίρεση, η πλήρης περιβαλλοντική αδειοδότηση για κάθε δραστηριότητα εντός δασικών εκτάσεων. • Να απαγορευθεί ρητά η επέκταση υφιστάμενων εγκαταστάσεων σε δάση και δασικές εκτάσεις. • Να ενισχυθεί ο ρόλος των δασικών υπηρεσιών και να περιοριστεί η χρήση υπεύθυνων δηλώσεων σε κρίσιμα ζητήματα χαρακτηρισμού. • Να κατοχυρωθεί ρητά η αρχή της μη υποβάθμισης και της υποχρεωτικής αποκατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων. Οι διατάξεις αυτές, όπως προτείνονται, δεν αποτελούν εξορθολογισμό, αλλά απορρύθμιση της δασικής προστασίας. Εάν δεν τροποποιηθούν ουσιαστικά, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας. Η προστασία των δασών δεν μπορεί να υποχωρεί έναντι βραχυπρόθεσμων διοικητικών ή οικονομικών διευκολύνσεων. Αποτελεί συνταγματική υποχρέωση και θεμελιώδη προϋπόθεση για τη διατήρηση της ζωής, της οικονομίας και της κοινωνικής ευημερίας.