• Σχόλιο του χρήστη 'Loukas Theofilou' | 9 Απριλίου 2026, 22:38

    Το προτεινόμενο πλαίσιο για τις Περιοχές Επιτάχυνσης δεν συνιστά απλώς επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά εισάγει μια βαθιά προβληματική μεταβολή στη φιλοσοφία της περιβαλλοντικής προστασίας, με σοβαρές και δυνητικά μη αναστρέψιμες συνέπειες. Η γενικευμένη εξαίρεση των έργων Α.Π.Ε. από την περιβαλλοντική αδειοδότηση εντός των περιοχών αυτών ισοδυναμεί, στην πράξη, με συστηματική αποδυνάμωση των προληπτικών ελέγχων και μετατροπή τους σε τυπική διαδικασία. Η παραδοχή ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων σε στρατηγικό επίπεδο και να αντιμετωπιστούν με γενικούς όρους είναι επιστημονικά ατεκμηρίωτη και διοικητικά επικίνδυνη. Τα οικοσυστήματα δεν λειτουργούν με ομοιόμορφους κανόνες και οι σωρευτικές, έμμεσες και χωρικά εξειδικευμένες επιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθούν επαρκώς σε μια εκ των προτέρων μελέτη. Με το προτεινόμενο σύστημα, αυτές οι επιπτώσεις απλώς παύουν να αξιολογούνται ουσιαστικά. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η καθιέρωση μιας διαδικασίας «ταχείας επαλήθευσης», με ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, η οποία δεν μπορεί αντικειμενικά να υποκαταστήσει μια πραγματική περιβαλλοντική αξιολόγηση. Στην πράξη, πρόκειται για έναν μηχανισμό ταχείας επικύρωσης έργων, όπου η διοίκηση καλείται να εγκρίνει εντός ημερών σύνθετες παρεμβάσεις με δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις, χωρίς τον αναγκαίο χρόνο και τα εργαλεία ουσιαστικού ελέγχου. Περαιτέρω, το πλαίσιο αγνοεί σχεδόν πλήρως το ζήτημα των σωρευτικών επιπτώσεων. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού έργων εντός των ίδιων περιοχών, χωρίς σαφή και δεσμευτικά όρια φέρουσας ικανότητας και χωρίς συνεχή επανεκτίμηση, δημιουργεί συνθήκες σταδιακής αλλά βέβαιης υποβάθμισης. Η απουσία μηχανισμού παρακολούθησης των πραγματικών επιπτώσεων επιτείνει τον κίνδυνο, καθώς δεν προβλέπεται καμία ουσιαστική δυνατότητα διόρθωσης της πορείας. Υπό τα ανωτέρω, το προτεινόμενο καθεστώς δεν αποτελεί ισορροπημένη μεταρρύθμιση, αλλά ένα σχήμα που προκρίνει μονομερώς την ταχύτητα εις βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος και της ασφάλειας δικαίου. Ένα τέτοιο πλαίσιο είναι όχι μόνο περιβαλλοντικά επισφαλές, αλλά και νομικά ευάλωτο, καθώς είναι εξαιρετικά πιθανό να οδηγήσει σε μαζικές προσφυγές και ακυρώσεις, υπονομεύοντας τελικά και τον ίδιο τον στόχο της επιτάχυνσης. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να επανεξεταστούν οι βασικές επιλογές του Κεφαλαίου και ιδίως: • Να αρθεί η οριζόντια εξαίρεση από την περιβαλλοντική αδειοδότηση και να αντικατασταθεί από υποχρεωτικό, έστω απλουστευμένο αλλά ουσιαστικό, έλεγχο ανά έργο. • Να θεσπιστούν σαφή και δεσμευτικά όρια φέρουσας ικανότητας ανά Περιοχή Επιτάχυνσης, με υποχρεωτική αξιολόγηση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε νέα έγκριση. • Να καθιερωθεί μηχανισμός συνεχούς παρακολούθησης και δυνατότητα αναστολής ή αναθεώρησης έργων και όρων εγκατάστασης όπου διαπιστώνονται επιπτώσεις. • Να διασφαλιστεί ουσιαστική διαφάνεια και συμμετοχή του κοινού, ως αναγκαία προϋπόθεση κοινωνικής αποδοχής και θεσμικής νομιμοποίησης. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε ένα καθεστώς απορρύθμισης. Η επιτάχυνση χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις δεν αποτελεί πρόοδο, αλλά οπισθοδρόμηση με υψηλό περιβαλλοντικό και θεσμικό κόστος.