• Σχόλιο του χρήστη 'Eιρηνη Καραβία' | 10 Απριλίου 2026, 11:17

    Να σταματήσει επιτελούς η αυτή η ανελέητη καταστροφή του τόπου μας, ερήμην μας. ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ Συμφωνώ με την ακόλουθη τοποθέτηση. Η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) για τις περιοχές του δικτύου Natura 2000 του Βερμίου και του Ορεινού Τόξου Αριδαίας περιγράφει με ακρίβεια την παρούσα πραγματική κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και των προστατευόμενων ειδών της περιοχής μελέτης, στηριζόμενη σε μακροχρόνια έρευνα των μελετητών επί του πεδίου και όχι απλώς στα διαθέσιμα βιβλιογραφικά δεδομένα, όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά σε αντίστοιχες μελέτες. Στη συνέχεια, με βάση τα πορίσματα της επιτόπιας έρευνας, η ΕΠΜ καθορίζει το είδος, την ένταση και τη θέση των ανθρωπίνων παρεμβάσεων, έργων και χρήσεων γης που είναι συμβατές με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επί μέρους περιοχών προστασίας ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ευαίσθητη περιβαλλοντική ισορροπία των οικοσυστημάτων (βιοποικιλότητα, ύδατα κ.λπ.) στο παρόν αλλά και στο διηνεκές. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά καθιστούν την ΕΠΜ υποδειγματική και μαρτυρούν την επίγνωση των μελετητών ότι το έργο τους θα καθορίσει την τύχη μιας περιοχής πολύτιμης οικολογικά, η οποία είναι από τις ελάχιστες που διασώζονται ακόμα από την επιδρομή των ΑΠΕ και άλλων καταστροφικών για το περιβάλλον χρήσεων. Είναι μια περιοχή που διατηρεί ακόμα την ευκαιρία να αποτελέσει πρότυπο ισορροπημένης ανάπτυξης η οποία θα στηρίζεται στο συγκριτικό περιβαλλοντικό της πλεονέκτημα και θα επωφελείται από αυτό αντί να το θυσιάζει. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΠΜ προστατεύει με τους κατάλληλους όρους και περιορισμούς τις περιοχές Natura, τις διευρύνει μάλιστα όπου είναι αναγκαίο, και τις θωρακίζει με την πρόβλεψη εφαπτομένων ζωνών ηπιότερης προστασίας και περιορισμένων χρήσεων. Οι μελετητές προσεγγίζουν το αντικείμενό τους με τον δέοντα σεβασμό προς το φυσικό περιβάλλον. Έχουν κατανοήσει ότι, στις δύσκολες μέρες που μας περιμένουν, πραγματικά προνομιούχες θα είναι οι περιοχές που είχαν την πρόνοια να διαφυλάξουν τα φυσικά τους οικοσυστήματα, τα ύδατά τους, την πρωτογενή παραγωγή και τους ήπιους τρόπους ανάπτυξης, ώστε οι κάτοικοι να έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν στον τόπο τους και να διαχειρίζονται οι ίδιοι το μέλλον τους όπως αρμόζει στην περιοχή τους. Ενόψει της εξαιρετικής σημασίας και του άκρως ευαίσθητου χαρακτήρα των ορεινών όγκων και των οικοσυστημάτων της περιοχής μελέτης, τα οποία προστατεύονται από τα άρθρα 24 του Συντάγματος, τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις Διεθνείς Συμβάσεις για την προστασία των περιοχών Natura, της βιοποικιλότητας, του τοπίου κ.λπ., οι ρυθμίσεις της ΕΠΜ θα μπορούσαν σε ορισμένα σημεία να είναι αυστηρότερες, οι δε περιοχές απόλυτης προστασίας καθώς και οι μεταβατικές ζώνες ακόμα ευρύτερες. Είναι προφανές ότι οι μελετητές έχουν επιδείξει τον μέγιστο βαθμό ανοχής προς ορισμένες επιβαρυντικές χρήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τους στο μέτρο του δυνατού τα αιτήματα των τοπικών κοινωνιών. Με δεδομένο όμως ότι στις προστατευτέες περιοχές λαμβάνουν χώρα τη στιγμή αυτή νομικές και πραγματικές εξελίξεις οι οποίες θα δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα, η έγκριση της ΕΠΜ επιβάλλεται να γίνει το συντομότερο δυνατόν. Σε διαφορετική περίπτωση, οι ρυθμίσεις της ΕΠΜ θα καταστούν στην ουσία αλυσιτελείς και άνευ αντικειμένου. Επισημαίνουμε ότι, ελλείψει του καθορισμού συγκεκριμένων στόχων και μέτρων διατήρησης για τις περιοχές Natura (γεγονός για το οποίο έχουμε καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης), η ΕΠΜ αποτελεί το μοναδικό διαθέσιμο στην ελληνική έννομη τάξη περιβαλλοντικό υπόβαθρο, προς το οποίο οφείλουν να συμμορφώνονται πλήρως τα εκπονούμενα αυτή τη στιγμή Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ). Η έγκριση της ΕΠΜ οφείλει σε κάθε περίπτωση να προηγείται του χωρικού σχεδιασμού στον οποίο προβαίνουν τα ΤΠΣ, δεδομένου ότι αποτελεί το αναγκαίο νομικό έρεισμα των ρυθμίσεών του. Εάν συμβεί το αντίστροφο, δηλαδή τα ΤΠΣ εκπονηθούν ερήμην της ΕΠΜ, θα προκύψουν αντιφάσεις και συγκρούσεις με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση και ανασφάλεια δικαίου, να εγερθούν δικαστικές αμφισβητήσεις και, το κυριότερο, να υποβαθμιστούν αλλοιωθούν ή καταστραφούν οι περιβαλλοντικά πολύτιμες περιοχές των οποίων την προστασία επιβάλλει η ΕΠΜ. Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι η ανάγκη αναστολής έκδοσης αδειών για έργα και δραστηριότητες επιβαρυντικές για το περιβάλλον μέχρι την έγκριση της ΕΠΜ. Και τούτο διότι έργα βιομηχανικής κλίμακας και δραστηριότητες όπως εξορύξεις, αιολικά πάρκα, φωτοβολταϊκοί σταθμοί, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, αντλησιοταμίευση, αποθήκευση ενέργειας (μπαταρίες), έργα οδοποιίας κ.λπ., τα οποία σύμφωνα με την ΕΠΜ δεν επιτρέπεται να χωροθετηθούν μέσα στις προστατευόμενες περιοχές, βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε διάφορα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Η επί πολλά έτη παράλειψη θεσμοθέτησης του αναγκαίου πλαισίου για την προστασία των οικοσυστημάτων της περιοχής δημιουργεί τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης αλλοίωσής τους αν οι αδειοδοτικές διαδικασίες ολοκληρωθούν πριν από την έγκριση της ΕΠΜ. Άλλωστε, όπως έχει ήδη κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΠΕ ΣτΕ 185/1997) «… η Διοίκησις υποχρεούται να ρυθμίσει το ιδιαίτερον καθεστώς διαχειρίσεως [του βιοτόπου], το οποίον ενσωματώνει την επιβεβλημένην συνταγματικήν προστασίαν του. Η ρύθμισις αυτή δέον να γίνεται εντός ευλόγου χρόνου από της βεβαίας διαπιστώσεως περί υπάρξεως του βιοτόπου, η άπρακτος πάροδος του οποίου έχει ως αυτόθροον έννομον συνέπειαν την αυτόματον υπαγωγήν του βιοτόπου εις το αυστηρότερον καθεστώς προστασίας του νόμου 1650/86 (άρθρον 19 παρ. 1) καθ’ ό απαγορεύεται πάσα εν γένει δραστηριότης…» Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, εφόσον μια περιοχή αποδεδειγμένα συγκεντρώνει τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά που επιβάλλουν την υπαγωγή της σε μια από τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 18 (παρ. 2 και 3) και 19 (παρ. 1) του ν.1650/86 κατηγορίες, πλην όμως η Διοίκηση έχει παραλείψει ή καθυστερήσει να την υπαγάγει στο προσήκον καθεστώς προστασίας, η περιοχή αυτή λογίζεται αυτοδικαίως ότι εμπίπτει στην κατηγορία της απόλυτης προστασίας της φύσης. Τούτο κρίθηκε αναγκαίο ενόψει της διαπιστωθείσης από το Δικαστήριο, ήδη από τότε, συστηματικής παράλειψης της Διοίκησης να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του ν.1650/1986, εκτελεστικού του άρθρου 24 του Συντάγματος, να προβεί δηλαδή στον άμεσο χαρακτηρισμό και υπαγωγή των οικοτόπων στο προσήκον καθεστώς προστασίας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τετελεσμένα γεγονότα που θα καθιστούσαν ανέφικτη τη διαφύλαξή τους, όταν και αν ήθελε εκδοθεί το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση, η ΕΠΜ παρέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που τεκμηριώνουν την υποχρέωση υπαγωγής των επιμέρους συγκεκριμένων περιοχών στο καθεστώς της απόλυτης προστασίας της φύσης. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, οι περιοχές αυτές λογίζονται ήδη ως περιοχές απόλυτης προστασίας και πρέπει να τυγχάνουν της ανάλογης μεταχείρισης, δηλαδή να αποκλείεται ως προς αυτές η έκδοση αδειών για οποιοδήποτε έργο ή δραστηριότητα μη συμβατή προς την προστασία αυτή, μέχρι την θεσμοθέτηση της ΕΠΜ. Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι υποχρεωτική η εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), σύμφωνα με το οποίο «Για περιοχές, στοιχεία ή σύνολα της φύσης και του τοπίου, για τα οποία αρχίζει η διαδικασία χαρακτηρισμού με προεδρικό διάταγμα και έως ότου εκδοθεί η πράξη χαρακτηρισμού, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζει όρους και περιορισμούς για επεμβάσεις και δραστηριότητες που είναι δυνατόν να έχουν βλαπτική επίδραση στις παραπάνω περιοχές, στοιχεία ή σύνολα και να υλοποιεί τα σχέδια δράσης της υποπαραγράφου α’ της παραγράφου 3 και συγκεκριμένες διαχειριστικές δράσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση και διατήρηση της κατάστασης των προστατευτέων αντικειμένων. Η ισχύς της υπουργικής αυτής απόφασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται, με όμοια υπουργική απόφαση, για τέσσερα (4) ακόμη έτη». Πρέπει να επισημανθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση και δεδομένου ότι η ΕΠΜ κατά το επιστημονικό της τμήμα έχει ολοκληρωθεί, τυχόν παράλειψη έκδοσης πράξεως αναστολής αδειοδοτήσεων κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Αθήνα, 3 Απριλίου 2026 Μαρία Καραμανώφ