Αρχική Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΕΡΑΚΤΙΩΝ ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΠΑΡΚΩΝ (άρθρα 74-83)Σχόλιο του χρήστη WWF Ελλάς | 10 Απριλίου 2026, 18:47




Η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών έργων αποτελεί δραστηριότητα στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και την εκπλήρωση των ενωσιακών και εθνικών δεσμεύσεων για προώθηση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας. Ωστόσο, είναι επιτακτικό η διαδικασία αυτή να εφαρμοστεί με τον περιβαλλοντικά ενδεδειγμένο τρόπο, τηρώντας την ισχύουσα νομοθεσία και διαφυλάσσοντας το περιβαλλοντικό κεκτημένο. Ο ν. 4964/2022 για τα υπεράκτια αιολικά πάρκα (ΥΑΠ) προβλέπει ως πρώτο στάδιο την κατάρτιση και έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης (ΕΠΑ) ΥΑΠ, και αυτό είναι προαπαιτούμενο για όλα τα επόμενα στάδια (π.δ., διαγωνισμοί κ.λπ.). Επομένως, είναι αναγκαίο και μέσω του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου οι προβλεπόμενες διαδικασίες να προχωρήσουν με τον δέοντα τρόπο, όπως έχει οριστεί με τον ισχύοντα νόμο, ενώ είναι μη επιτρεπτές οι παρεκκλίσεις από την προβλεπόμενη διαδικασία σχεδιασμού και υλοποίησης του προγράμματος ανάπτυξης ΥΑΠ. Θεωρούμε δεδομένο ότι η ανάπτυξη των ΥΑΠ οφείλει να γίνει σε ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τόσο την επίτευξη των κλιματικών και ενεργειακών στόχων της χώρας, όσο και την προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας, σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο όσον αφορά και τις επιταγές για ορθή χωροθέτηση. Ωστόσο, βλέπουμε ότι από την ψήφιση του νόμου του 2022 και έπειτα, η διαδικασία έγκρισης του ΕΠΑ και της αντίστοιχης ΣΜΠΕ παραμένει μη ολοκληρωμένη χωρίς να είναι σαφείς οι λόγοι αυτής της καθυστέρησης, και φυσικά ο ελληνικός θαλάσσιος χώρος παραμένει χωρίς θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, με αποτέλεσμα η χωροθέτηση της εγκατάστασης έργων υπεράκτιων αιολικών να γίνεται αποσπασματικά, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα στον θαλάσσιο χώρο, με αποτέλεσμα τη διάσπασή του και τη σώρευση πληθώρας δραστηριοτήτων, συχνά ασύμβατων μεταξύ τους (π.χ. θαλάσσια πάρκα και εξορυκτικές δραστηριότητες, https://wwfeu.awsassets.panda.org/downloads/wwf_sxolia_parko_ionio_sept25.pdf), που οδηγούν αναμφισβήτητα στην υποβάθμιση της κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος. Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα το άρθρο 81 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, η πρόβλεψη περί δυνατότητας έκδοσης απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τον καθορισμό της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος έργων ΥΑΠ πριν από την έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης ΥΑΠ μάλλον γίνεται για λόγους επιτάχυνσης της διαδικασίας, καθώς προβλέπει τη δυνατότητα να καθορίζεται η ισχύς των έργων χωρίς να έχουν οριστικοποιηθεί οι ΠΟΑΥΑΠ μέσω του ΕΠΑ, όπως προβλέπει το ισχύον πλαίσιο που παραμένει εδώ και χρόνια ανεφάρμοστο. Μέχρι την έκδοση του ΕΠΑ μπορούν επίσης να εκπονούνται μελέτες (για τον προσδιορισμό και την οριοθέτηση των ΠΟΑΥΑΠ), και η εταιρεία ειδικού σκοπού να αιτείται άδεια έρευνας για μετρήσεις και συλλογή δεδομένων (άρθρο 83) σε «περιοχές ενδιαφέροντος». Ωστόσο, τέτοιες προβλέψεις αποτελούν αναποτελεσματικό σχεδιασμό, και ειδικά η έκδοση της απόφασης του ΥΠΕΝ, αν δεν αποτελεί απλά ένα προπαρασκευαστικό στάδιο, θα αποτελεί μια πράξη που προηγείται της περιβαλλοντικής αξιολόγησης και της ορθολογικής χωροθέτησης των έργων, και άρα αντίκεται στην αρχή της πρόληψης. Πόσο μάλλον που για τις «περιοχές ενδιαφέροντος», η προτεινόμενη διατύπωση [άρθρο 79Α, παρ. 1, σημείο β), όπως προστίθεται με το άρθρο 83] καθιστά τα κριτήρια του άρθρου 67 παρ. 1 (που αφορούν την εναρμόνιση του σχεδιασμού ΥΑΠ με άλλες μορφές σχεδιασμού, και με τον «ευρύτερο σχεδιασμό της χώρας για την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας») στην ουσία προαιρετικά. Η περιβαλλοντική αξιολόγηση (ΣΜΠΕ) θα πρέπει να προηγείται μιας τόσο ουσιαστικής δέσμευσης του χώρου, ακόμα κι αν δεν είναι συγκεκριμένα καθορισμένες οι προς αξιοποίηση περιοχές (βλ. C-290/15, Patrice D’Oultremont κ.λπ. “η έννοια των «σχεδίων και προγραμμάτων» αφορά κάθε πράξη η οποία καθορίζει, θεσπίζοντας κανόνες και διαδικασίες ελέγχου που έχουν εφαρμογή στον οικείο τομέα, ένα σημαντικό σύνολο κριτηρίων και προϋποθέσεων για την αδειοδότηση και την εκτέλεση ενός ή περισσοτέρων έργων ικανών να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον”). Προβληματική φαίνεται και η σώρευση αυξημένων αρμοδιοτήτων στην ΕΔΕΥΕΠ, φορέα ΥΑΠ ήδη από τη θέσπιση του ν. 4964/2022, που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των δικαιωμάτων σχετικά με την έρευνα, την αναζήτηση και τον προσδιορισμό των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης ΥΑΠ (ΠΟΑΥΑΠ), για την εκχώρηση ερευνητικών δικαιωμάτων σε τρίτους στις εν λόγω περιοχές ανάπτυξης, καθώς και για την εκπόνηση των απαραίτητων τεχνικών μελετών. Πλέον, με το άρθρο 76 ορίζεται και ως αρχή σχεδιασμού για την εκπόνηση της ΣΜΠΕ, η οποία ωστόσο είχε αναρτηθεί σε δημόσια διαβούλευση το 2023 (https://herema.gr/el/announcement-seia-ndp-owf/) και, εξ όσων γνωρίζουμε, ακόμα δεν έχει εγκριθεί από το ΥΠΕΝ. Επιπλέον, σύμφωνα με το προτεινόμενο άρθρο 77, η ΕΔΕΥΕΠ διενεργεί έρευνα (διαγράφονται οι λέξεις «δύναται να») ή «αναθέτει σε εταιρεία ειδικού σκοπού, στης οποίας το μετοχικό κεφάλαιο μετέχει, την εργασία αυτή και πραγματοποιεί τις μετρήσεις και τη συλλογή δεδομένων που είναι αναγκαίες για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εγκατάσταση και τη λειτουργία Έργων ΥΑΠ στις εν δυνάμει Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης ΥΑΠ, όπως αυτές έχουν προσδιοριστεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΥΑΠ». Ως ανώνυμη εταιρεία που τελεί μεν υπό την εποπτεία του Κράτους αλλά λειτουργεί υπό καθεστώς αδιαφάνειας και με κύριο αντικείμενό της την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, η ΕΔΕΥΕΠ δεν αποτελεί τον κατάλληλο φορέα για τη διαχείριση ζητημάτων που αφορούν στη βιώσιμη ανάπτυξη ενός ανανεώσιμου πόρου και στην προστασία του περιβάλλοντος, και η υπέρμετρη ανάληψη αρμοδιοτήτων δημόσιου χαρακτήρα από αυτή ή άλλη εταιρεία στην οποία είναι μέτοχος εγείρει τουλάχιστον ζητήματα αποτελεσματικού ελέγχου και διαφάνειας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαίτερα προβληματικό ότι η ΕΔΕΥΕΠ (ως Φορέας ΥΑΠ) μπορεί να επιτρέψει κατά το δοκούν στην εταιρεία ειδικού σκοπού να παρεκκλίνει από τις απαιτήσεις των παρ. 3 και 4 του άρθ. 69 ν. 4964/2022 (άρθ. 69 παρ. 6α ν. 4964/2022, όπως αντικαθίσταται από το άρθ. 78 του νομοσχεδίου). Ακόμα χειρότερα, ο Φορέας ΥΑΠ (ΕΔΕΥΕΠ) μπορεί να πράξει το ίδιο και βάσει των μεταβατικών διατάξεων, πριν δηλαδή την ολοκλήρωση του σχεδιασμού (άρθ. 79Α παρ. 3 ν. 4964/2022, όπως προστίθεται με το άρθ. 83 του νομοσχεδίου). Οι απαιτήσεις αυτές αφορούν ζητήματα αξιολόγησης και τυπικής πληρότητας των αιτήσεων, την πλήρωση των κριτηρίων επιλογής και ποιοτικής αξιολόγησης των οικονομικών φορέων που υποβάλλουν αίτηση, την υποβολή στοιχείων που τεκμηριώνουν τη δυνατότητα του αιτούντος ή των μετόχων ή εταίρων αυτού, ή των συνεργαζόμενων με αυτόν εταιρειών, να υλοποιήσουν το έργο ΥΑΠ με βάση την τεχνική τους επάρκεια και τη δυνατότητα εξασφάλισης από τον αιτούντα της απαιτούμενης χρηματοδότησης κ.ά. Οι ρυθμίσεις αυτές, εισάγοντας ιδιαίτερα ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους αιτούντες και μια χαλάρωση του πλαισίου επιλογής τους από την ΕΔΕΥΕΠ ως φορέα ΥΑΠ, φαίνεται να παρακάμπτουν σοβαρές αρχές του ανταγωνισμού, ίσης μεταχείρισης και διαφάνειας, και να απονέμουν μια προνομιακή πρόσβαση επιλεγμένων επενδυτών στην αξιοποίηση του δημόσιου αγαθού του θαλάσσιου χώρου. Ωσάν τα παραπάνω να μην ήταν αρκετά, το νομοσχέδιο εισάγει την “μυστικότητα” των “πρωτογενών δεδομένων” που αφορούν τις ΠΟΑΥΑΠ (άρθ. 70 παρ. 10 ν. 4964/2022, όπως προστίθεται με το άρθ. 79 του νομοσχέδιου): ωστόσο, η γνώση για το διαθέσιμο αιολικό δυναμικό της χώρας, έναν πολύτιμο και δημόσιο πόρο που σχετίζεται με την πραγματική ενεργειακή αυτονομία της χώρας και την προσαρμογή της τελευταίας στην κλιματική αλλαγή, δεν είναι θεμιτό να αποτελεί “ιδιοκτησία” του Φορέα ΥΑΠ, ιδίως όταν στους καταστατικούς σκοπούς του τελευταίου περιλαμβάνεται και η, ασύμβατη με την ανανεώσιμη ενέργεια, παράλληλη προώθηση της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.