Αρχική Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ (άρθρα 9-12)Σχόλιο του χρήστη ΜΙΧΑΗΛ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ | 13 Απριλίου 2026, 09:06




ΣΥΜΦΩΝΩ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΧΟΛΙΑ Της WWF Ελλάς Γενικά σχόλια για το Κεφάλαιο Γ’ Τα άρθρα 9-12 επιχειρούν να ενσωματώσουν τις «Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ» της RED III — αλλά το κάνουν αποσπασματικά, καθυστερημένα και με παραλείψεις. Το αποτέλεσμα δεν είναι επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, αλλά ένα θολό καθεστώς που τελικά υπονομεύει τη σωστή μετάβαση στις ΑΠΕ και την καλή φήμη που τους πρέπει, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο ακόμα μακρύτερο δρόμο για επιβαρυντικές ενεργειακές επιλογές, όπως τα ορυκτά καύσιμα και οι υποδομές τους. Μεγάλος προβληματισμός προκαλείται από την ανάγνωση του νομοσχεδίου, καθώς αντί για ένα σαφές και ιεραρχημένο πλαίσιο, όπως αυτό που επιτάσσει η οδηγία REDIII, με το νομοσχέδιο επιχειρείται κακή ενσωμάτωση, με έλλειψη χωρικής στόχευσης και δίχως πρόνοια για διασφάλιση ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής. Σε ό,τι αφορά την κοινωνική συμμετοχή, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει, στο σχετικό έγγραφο κατευθύνσεων, ότι είναι ζωτικής σημασίας να διασφαλιστεί μια διαδικασία ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης κατά τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης, η οποία σημαίνει «εμπλοκή του κοινού σε πρώιμο στάδιο, με την παροχή επαρκούς βασικής πληροφόρησης και δέουσα λήψη υπόψη των απόψεων του κοινού» (SWD(2024) 333 final, σελ. 24). Σημαντικό στοιχείο διασφάλισης περιβαλλοντικής προστασίας είναι η εξαίρεση των προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 από την ένταξή τους σε περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ, πρόνοια της ίδιας της οδηγίας. Όμως η απουσία διάταξης κατάργησης των περιοχών αιολικής προτεραιότητας (ΠΑΠ) του ειδικού χωροταξικού ΑΠΕ (του οποίου σκανδαλωδώς και σε παράβαση της σχετικής επιταγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ακόμα εκκρεμεί η αναθεώρηση) δημιουργεί ένα χαοτικό νέο τοπίο, το οποίο αμαυρώνει τη θετική εικόνα που η χώρα οφείλει στις ΑΠΕ. Σημειωτέον ότι οι ΠΑΠ που προβλέπονται στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ 2008 περιλαμβάνουν και περιοχές Natura, με αποτέλεσμα η ενσωμάτωση της REDIII που επιχειρείται με μεγάλη προχειρότητα μέσα από το νομοσχέδιο να εντείνει τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί στο πεδίο. Με τέτοιες αλχημείες, η χώρα αποτυγχάνει να δώσει προτεραιότητα με την απαραίτητη ισχυρή κοινωνική συμμετοχή και ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός σοβαρού πλαισίου ανάπτυξης των ΑΠΕ με ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις και θετικό κοινωνικό πρόσημο. Στόχος πρέπει να είναι η ταχεία μεν αλλά ορθολογική μετάβαση σε 100% καθαρή ενέργεια που εξασφαλίζει προστασία της φύσης, χαμηλό κόστος, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική νομιμοποίηση και ουσιαστική συμμετοχή. Πολύτιμος χρόνος έχει ήδη χαθεί με την κλιματική αλλαγή να επιδεινώνεται και την ενεργειακή ανασφάλεια να δείχνει το γεωπολιτικό αδιέξοδο και τους σοβαρότατους κινδύνους που γεννά η εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες. Η ενσωμάτωση της REDIII κατά τρόπο που διασφαλίζει τη σωστή και ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι κρίσιμη σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Είναι καιρός η χώρα να ξεκολλήσει από το ξεπερασμένο και αναχρονιστικό και περιβαλλοντικά ιδιαίτερα καταστροφικό ενεργειακό μοντέλο που βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα και να δώσει θετική ενέργεια και πολιτικά οραματική προτεραιότητα στη μετάβαση σε ένα σύστημα καθαρής ενέργειας μέσα από σωστές συμμετοχικές διαδικασίες και ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις. Με βάση ανάλυση που διενεργήθηκε το 2023 από το Εργαστήριο Συστημάτων Αποφάσεων της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΕΜΠ, σε συνεργασία με το WWF Ελλάς και το Τμήμα Βιολογίας (Εργαστήριο Βοτανικής) του Πανεπιστημίου Πατρών, για την επίτευξη ενεργειακής μετάβασης της Ελλάδας σε ένα σύστημα ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ σε ποσοστό 100% (με ισχυρότατη εξοικονόμηση, κτηριακές αναβαθμίσεις και πλήρη εξηλεκτρισμό) μέχρι το 2035, προβλέπεται μίγμα τεχνολογιών ΑΠΕ 15,3GW χερσαίων αιολικών, 2GW υπεράκτιων, καθώς και 11,5GW φωτοβολταϊκών και 3GW ηλιακών σε στέγες – σύνολο 31,8GW εγκατεστημένης ισχύος αιολικών και φωτοβολταϊκών, μαζί με συστήματα αποθήκευσης διαφόρων τεχνολογιών. Το σημερινό σύνολο εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ αλλά και των έργων που έχουν λάβει οριστικούς όρους σύνδεσης δεν απέχει πολύ από τον στόχο αυτόν, όμως η υστέρηση στην υποστήριξη του συστήματος με σωστό χωρικό σχεδιασμό και αποθήκευση είναι κρίσιμη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι εκτός από τις ήδη εγκατεστημένες και λειτουργούσες μονάδες ΑΠΕ (σήμερα ανέρχονται σε 11,2 φωτοβολταϊκά και 6,3 αιολικά = 17,5GW εγκατεστημένης ισχύος αιολικών και φωτοβολταϊκών), επιπλέον 3,4GW αιολικών και 11,3GW έχουν λάβει οριστική προσφορά σύνδεσης αλλά δεν έχουν ακόμα κατασκευαστεί. Συνεπώς, είναι ήδη δρομολογημένο ένα σύστημα 32,2GW αιολικών και φωτοβολταϊκών, το οποίο μπορεί μέχρι το 2035 να αντικαταστήσει στην ηλεκτροπαραγωγή το σύνολο σχεδόν της σημερινής εγκατεστημένης ισχύος ορυκτών καυσίμων, με προϋπόθεση βεβαίως τη θέσπιση και εφαρμογή ισχυρών πολιτικών για την άμεση προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας με διάφορες τεχνολογίες, τον εξηλεκτρισμό σε θέρμανση και κίνηση, την αποτροπή κάθε νέας αδειοδότησης συστημάτων ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα και την της ριζική ανακατεύθυνση των δημόσιων πόρων από την επιδότηση των ρυπογόνων καυσίμων, στην επένδυση για την πράσινη καινοτομία. Ειδικά σε σχέση με τη χωροταξική διάσταση των ΑΠΕ, το WWF Ελλάς έχει από το 2022 διαμορφώσει πρόταση για νέο σύστημα χωρικού σχεδιασμού, το οποίο είναι διαθέσιμο εδώ: https://www.wwf.gr/?uNewsID=8221291. Το προτεινόμενο σύστημα για τη χωρική ανάπτυξη των ΑΠΕ επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις στην πορεία της χώρας μας προς την κλιματική ουδετερότητα: την άμεση ανάγκη για κάλυψη του 100% της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2035, τα κενά στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη φύση που δυσχεραίνουν την ορθή χωροθέτηση των ΑΠΕ, τον ελλιπή χωροταξικό σχεδιασμό που υπονομεύει τη νομικά ασφαλή και περιβαλλοντικά βέλτιστη ανάπτυξη των εγκαταστάσεων, καθώς και την περιορισμένη συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών στη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Ζητάμε τις εξής απαραίτητες αλλαγές στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο: 1. Πρόβλεψη για κατάργηση των περιοχών αιολικής προτεραιότητας ΑΠΕ, όπως αυτές προβλέπονται στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ και αντικατάστασή τους από τις περιοχές επιτάχυνσης, με βάση τις πρόνοιες της οδηγίας (ΕΕ)2023/2413 (REDIII) και με ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις, επιπλέον των προβλεπόμενων από την οδηγία. 2. Συμπερίληψη στο νομοσχέδιο του άρθρου 15β της οδηγίας σχετικά με τη «χαρτογράφηση αναγκαίων περιοχών για τις εθνικές συνεισφορές στον συνολικό στόχο της Ένωσης για την ανανεώσιμη ενέργεια για το 2030», ώστε η μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο να είναι πλήρης και όχι αποσπασματική. Και ακολούθως αναθεώρηση της σχετικής και ήδη εκδοθείσας υ.α. ώστε η χαρτογράφηση αυτή να είναι επιστημονικά στέρεη και να λάβει υπόψη περιβαλλοντικές παραμέτρους ώστε να διασφαλιστεί ο σωστός καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης. 3. Συμπερίληψη στο νομοσχέδιο ορισμού της έννοιας των περιοχών “που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας", μεταξύ των οποίων ρητά να περιλαμβάνεται κατ’ ελάχιστον το Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών. 4. Πρόβλεψη για ισχυρή, ευρεία κοινωνική συμμετοχή και μεγάλης διάρκειας διαβούλευση για τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ, σύμφωνα με τις πρόνοιες της οδηγίας και τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ουσιαστική εμπλοκή του κοινού. Ειδικότερα σχόλια για το Κεφάλαιο Γ' Σε σχέση με συγκεκριμένα καίρια σημεία των διατάξεων επισημαίνουμε τα εξής: 1. Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 9 ορίζει ότι οι περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ είναι υποσύνολο «των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών, όπως ορίζεται στην υπουργική απόφαση ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 (Β' 7365)». Αν και η διαδικασία δυο σταδίων προβλέπεται στην οδηγία, με πρώτη τη χαρτογράφηση των αναγκαίων περιοχών για τις εθνικές συνεισφορές (15β οδηγίας) και δεύτερη τον καθορισμό και χαρτογράφηση των περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ (15γ οδηγίας), εντούτοις η μη ενσωμάτωση της κανονιστικής διάταξης αλλά η απευθείας τύποις υλοποίηση του πρώτου σταδίου συνιστά κακή νομοθέτηση, εντείνει τον αποσπασματικό χαρακτήρα της νομοθεσίας και εν τέλει επιδεινώνει τη χαοτική κατάσταση ανάπτυξης των ΑΠΕ. Σημειώνουμε ότι η υ.α. θεσπίζει δεσμευτικό πλαίσιο για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη των ΑΠΕ, και θα ήταν ορθότερο να υποβληθεί σε Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ). Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία υποβολής του σχεδίου σε ΣΠΕ προβλέπεται για το στάδιο του καθορισμού περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ, εντούτοις η διαβούλευση είναι πάντοτε προτιμότερο να διενεργείται όσο το δυνατόν νωρίτερα, και καθώς η ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 έχει χαρακτηριστικά χωροταξικού εργαλείου, και μάλιστα εθνικής εμβέλειας, θεωρούμε ότι θα ήταν προτιμότερο να υποβληθεί στις ίδιες διαδικασίες με τα υπόλοιπα παρόμοια εργαλεία, με τα οποία αναπόφευκτα αλληλεπιδρά και εμμέσως τροποποιεί. Επιπρόσθετα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η προαναφερόμενη υ.α. αποτελεί «συντονισμένη χαρτογράφηση για την ανάπτυξη ανανεώσιμης ενέργειας στην επικράτειά τους με σκοπό τον προσδιορισμό του εγχώριου δυναμικού και των διαθέσιμων χερσαίων, υπόγειων, θαλάσσιων περιοχών ή των εσωτερικών υδάτων, που είναι αναγκαίες για την εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και των σχετικών υποδομών τους», με την έννοια της οδηγίας 2023/2413. Πρώτα από όλα, δεν χαρτογραφείται το δυναμικό όλων των μορφών ανανεώσιμης ενέργειας. Στην συνέχεια, δεν υπάρχει πραγματική χαρτογράφηση των υφιστάμενων ή σχεδιαζόμενων σταθμών ΑΠΕ: οι παρατιθέμενοι στην υ.α. χάρτες αποτελούν μία στατιστική απεικόνιση του αριθμού των σταθμών ανά Περιφέρεια, αλλά όχι απεικόνιση της θέσης τους, μολονότι τα στοιχεία αυτά είναι διαθέσιμα (πρβλ. άρθ. 6 της υ.α.). Είναι σαφές ότι η χαρτογράφηση της υ.α. δεν είναι συντονισμένη – στο προοίμιό της δεν γίνεται καμία αναφορά σε κάποια διαδικασία συντονισμού ή γνωμοδοτήσεις αρμόδιων και εμπλεκόμενων αρχών και φορέων. Ουσιαστικά πρόκειται για μια τεχνική μελέτη η οποία δεν πληροί βασικές καλές πρακτικές σχεδιασμού (π.χ. υιοθέτηση συγκεκριμένης μεθοδολογίας με έμφαση σε χωρικές παραμέτρους & κριτήρια, αναφορά στην κατάλληλη χωρική κλίμακα, συν-αξιολόγηση και στάθμιση ποικίλων στόχων και περιορισμών κ.λπ.). Με τα δεδομένα αυτά, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η εν λόγω υ.α. μπορεί να «υποστηρίξει» την οριοθέτηση των καλύτερων δυνατών «Περιοχών Επιτάχυνσης». Σε αντίθεση με όσα επιτάσσει η οδηγία, και με την (πιθανή) εξαίρεση του ΕΣΕΚ και του Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης (ΔΠΑ) του ΑΔΜΗΕ, είναι αμφίβολο αν έχουν ληφθεί υπόψη άλλα υφιστάμενα έγγραφα ή σχέδια χωροταξικού σχεδιασμού [άρθ. 15β(1) οδηγίας 2018/2001 όπως ισχύει]. Το ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ αναφέρεται, αλλά η σχέση του με την υ.α. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 είναι ασαφής (πρβλ. άρθ. 6 ), διατηρώντας τη σύγχυση που υπάρχει σχετικά με το εάν και πώς το ΕΧΠ-ΑΠΕ, στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησής του, θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της οδηγίας ή εάν, τελικά, θα υπάρχουν δύο διακριτά και ανεξάρτητα εργαλεία χωρικού σχεδιασμού των ΑΠΕ. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, που επίσης αναφέρεται ρητά στην οδηγία 2023/2413, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι απλώς δεν υπάρχει – μάλιστα η υ.α. δεν καταπιάνεται καθόλου με το δυναμικό ΑΠΕ στη θάλασσα, παρά τη σαφή πρόβλεψη της οδηγίας. Κάποια ένδειξη ότι έχει ληφθεί υπόψη η «διαθεσιμότητα σχετικών ενεργειακών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων, της αποθήκευσης και άλλων εργαλείων ευελιξίας» δεν υπάρχει [πρβλ. άρθ. 15β(2) περ. (γ) οδηγίας 2018/2001]. Ένας μεγάλος αριθμός άλλων εργαλείων του χωρικού σχεδιασμού, πολεοδομικού και χωροταξικού, πρώτου και δεύτερου επιπέδου, δεν έχει ληφθεί υπόψη. Στοιχεία για την ζήτηση συμπεριλαμβάνονται (άρθ. 4 της ως άνω υ.α.), αλλά δεν είναι σαφές πώς (και αν) ελήφθησαν υπόψη στην χαρτογράφηση αυτή [πρβλ. άρθ. 15β(2) περ. (β) οδηγίας 2018/2001]. Προφανώς, κάποιες από τις αδυναμίες αυτές μπορούν να αμβλυνθούν σε μελλοντικές αναθεωρήσεις (ή κατά την θέσπιση των «περιοχών επιτάχυνσης »), αλλά είναι σαφές ότι η διαδικασία αυτή θα επιφέρει νέες καθυστερήσεις, και δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα. Ακόμα χειρότερα, η υ.α. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 υπονοεί ότι δεν χρειάζεται επί της ουσίας μια ειδικότερη χαρτογράφηση, διότι οι στόχοι για ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ για τα έτη-ορόσημα 2030 & 2050 υπερκαλύπτονται από υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Για να φτάσει σε αυτό το λανθάνον συμπέρασμα, η υ.α λαμβάνει υπόψη το σύνολο των σταδίων αδειοδότησης, χωρίς να σταθμίσει το γεγονός ότι πολλές εγκαταστάσεις στα στάδια βεβαίωσης παραγωγού και αίτησης για προσφορά σύνδεσης είναι αβέβαιο αν θα πραγματοποιηθούν, και τα έργα που τελικά πραγματοποιούνται χαρακτηρίζονται από υπέρμετρες καθυστερήσεις στην αδειοδότησή τους. Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι σχετικές με τη χαρτογράφηση διατάξεις της οδηγίας [άρθ. 15(β) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με το άρθ. 1 σημείο (6) της οδηγίας 2023/2413] έχουν ελλιπώς ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη με μία εξουσιοδοτική διάταξη (άρθ. 33 παρ. 18 ν. 4936/2022, όπως προστέθηκε πρόσφατα - 12/2025- με τον ν. 5261/2025): κρίσιμες απαιτήσεις της οδηγίας, όπως η προώθηση της συνύπαρξης των χρήσεων και ο συντονισμός όλων των αρχών κατά την χαρτογράφηση ουδέποτε ενσωματώθηκαν [άρθ. 15β(1)(γ) και 15β(3)(α) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με την οδηγία 2023/2413]. 2. Οι διατάξεις της οδηγίας 2023/2413 για τις «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ» είναι κομβικής σημασίας, και για τον λόγο αυτό είναι επιτακτική η ακριβής ενσωμάτωσή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις: (α) Κατά την οδηγία, «περιοχές επιτάχυνσης» μπορεί να είναι μόνο «επαρκώς ομοιογενείς χερσαίες περιοχές, εσωτερικά ύδατα και θαλάσσιες περιοχές». Δεν είναι καταρχήν σύμφωνες με το γράμμα και το πνεύμα της οδηγίας «περιοχές επιτάχυνσης» που είναι ασυνεχείς ή περιλαμβάνουν μεμονωμένες εγκαταστάσεις (προκειμένου οι τελευταίες να απολάβουν τα πλεονεκτήματα των «περιοχών» αυτών) ή αποτελούν «μωσαϊκά» ασύμβατων στοιχείων του περιβάλλοντος, χρήσεων γης και δραστηριοτήτων. Αν μη τι άλλο, παρόμοιες επιλογές θα εμπόδιζαν μία σωστή εκτίμηση των επιπτώσεων της θέσπισης των περιοχών αυτών. Ωστόσο, η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση δεν υπάρχει στο νομοσχέδιο. (β) Κατά την οδηγία, εκτός από περιοχές του Δικτύου «Natura 2000», δεν μπορούν να αποτελέσουν «περιοχές επιτάχυνσης» και περιοχές «που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας», καθώς και μείζονες μεταναστευτικές οδοί για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά. Το νομοσχέδιο επαναλαμβάνει verbatim την πρόβλεψη αυτή, χωρίς να προσδιορίζει ποιες είναι αυτές οι περιοχές αποκλεισμού με βάση «εθνικά προγράμματα προστασίας» - είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο ο ορισμός που δίνει ο εθνικός νομοθέτης στην έννοια “εθνικά προγράμματα προστασίας”. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστον, το Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών του άρθ. 3 ν. 3937/2011, όπως ισχύει. Άλλωστε, στο σχετικό έγγραφο κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γίνεται λόγος για «Natura 2000 sites, areas designated under national protection schemes for nature and biodiversity conservation, major bird and marine mammal migratory routes as well as other areas identified on the basis of sensitivity maps and other appropriate and proportionate tools and datasets» (SWD(2024) 333 final, σελ. 12). Παράλληλα, είναι σαφές από την οικονομία των διατάξεων ότι η διοίκηση οφείλει, μέσω του καθορισμού των «Περιοχών Επιτάχυνσης», να εφαρμόσει και τη δασική νομοθεσία, η οποία έχει συνταγματικό έρεισμα. (γ) Ωστόσο, η οδηγία προσθέτει και μία ακόμα κατηγορία όπου δεν είναι δυνατή η χωροθέτηση «Περιοχών Επιτάχυνσης» – «άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας» και βάσει των δεδομένων που έχουν προκύψει από την εφαρμογή των οδηγιών 92/43 και 2009/147 [15γ(α)(ii) οδηγίας 2018/2001]. Πρόκειται για σημαντική μέριμνα της οδηγίας, καθώς οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν περιοχές κατανομής σπάνιων προστατευόμενων ειδών και οικοτόπων, και μάλιστα λιγότερο μελετημένων, οι οποίες βρίσκονται εκτός προστατευόμενων περιοχών. Η κατηγορία αυτή λείπει από το νομοσχέδιο, που ενσωματώνει, κατά συνέπεια, εσφαλμένα στο σημείο αυτό την οδηγία. Περαιτέρω, λείπει το σημαντικό εργαλείο των «χαρτών ευαισθησίας». Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι στην χώρα μας δεν υπάρχει η παραμικρή θεσμοθέτηση ή επίσημη αναγνώριση μεταναστευτικών οδών για πτηνά, και κυρίως θαλάσσια θηλαστικά. Ειδικά για τα τελευταία, η εμπειρία των ΣΠΕ για τα προγράμματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων έχει καταδείξει ένα εξαιρετικά χαμηλό επιστημονικό επίπεδο, και μία αδυναμία (ή μάλλον απροθυμία) θέσπισης ουσιαστικών μέτρων προστασίας (τα «μεταναστευτικά περάσματα-στενωποί» του άρθ. 5Β της ΚΥΑ Η.Π. 37338/1807/Ε.103/2010, για την προστασία της ορνιθοπανίδας, αφορούν μόνο την αιολική ενέργεια, και δεν ταυτίζονται απόλυτα με τις «μεταναστευτικές οδούς»). (δ) Κατά την οδηγία, και στο πλαίσιο της χωροθέτησης των «Περιοχών Επιτάχυνσης», λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη τα «διαθέσιμα δεδομένα στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός συνεκτικού δικτύου Natura 2000, τόσο όσον αφορά τους τύπους οικοτόπων και τα είδη βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ... όσο και τα πτηνά και τους τόπους που προστατεύονται βάσει της οδηγίας 2009/147/ΕΚ...» [πρβλ. 15γ(1)(α)(iii) οδηγίας 2018/2001]. Τα ίδια, λίγο-πολύ, δεδομένα χρησιμοποιούνται και για θέσπιση των μέτρων μετριασμού εντός των «Περιοχών» αυτών [15γ(1)(β) οδηγίας 2018/2001]. Πρόκειται για εύλογη υποχρέωση, καθώς τα δεδομένα αυτά αφορούν την περιοχή κατανομής προστατευόμενων, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούμενων ειδών και οικότοπων. Η υποχρέωση αυτή δεν είναι εμφανής στο νομοσχέδιο, που αφήνει περιθώρια για θέσπιση «Περιοχών Επιτάχυνσης» κατά την ανέλεγκτη κρίση των συντακτών των ΣΠΕ. Ακόμα περισσότερο, η οδηγία απαιτεί να ληφθούν υπόψη και εργαλεία που δεν υπάρχουν (ή υπάρχουν σε πολύ περιορισμένο βαθμό), όπως αναλύσεις ευαισθησίας της άγριας πανίδας [πρβλ. άρθ. 15γ(1)(α)(iii) οδηγίας 2018/2001]. (ε) Κατά την οδηγία, και στο πλαίσιο της χωροθέτησης των «Περιοχών Επιτάχυνσης», η απόδοση προτεραιότητας «σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες» είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική [πρβλ. άρθ. 15γ(1)(α)(i) οδηγίας 2018/2001, σε αντιπαραβολή με το προτεινόμενο άρθ. 7Α παρ. 2 περ. (δ) ν. 3468/2006]. Αντίθετα, για το νομοσχέδιο, τα παραπάνω αποτελούν απλή «δυνατότητα». Η οδηγία ευνοεί την «συνύπαρξη των χρήσεων» [πρβλ. άρθ. 15β(3)(α) οδηγίας 2018/2001], όμως η εύνοια αυτή δεν προκύπτει από κανένα σημείο του νομοσχεδίου. Πρόκειται για μία παράδοξη επιλογή προστασίας των επιφανειών αυτών από την «απειλή» της ενσωμάτωσης ΑΠΕ σε αυτές, μολονότι αυτό είναι προς όφελος των ιδιοκτητών και διαχειριστών τους, και μολονότι, στην ελληνική πραγματικότητα, αυτές στερούνται (στην συντριπτική πλειονότητά τους) πολιτιστικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος. Η διάζευξή που υπάρχει στο ίδιο σημείο του νομοσχεδίου («είτε», δηλ. «είτε» δίνεται προτεραιότητα σε τεχνητές επιφάνειες, «είτε» εξαιρούνται συγκεκριμένες τεχνολογίες, όπως οι σταθμοί βιομάζας και/ή υδροηλεκτρικής ενέργειας από τις «περιοχές επιτάχυνσης») δεν υπάρχει στην οδηγία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν την ευχέρεια να εξαιρούν οποιαδήποτε τεχνολογία από τις «Περιοχές Επιτάχυνσης», αλλά μόνο τους σταθμούς βιομάζας και/ή υδροηλεκτρικής ενέργειας [πρβλ. 15γ(1)(β) οδηγίας 2018/2001]. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργεί και η παράλειψη ενσωμάτωσης της διάταξης του άρθ. 15 παρ. 3 της οδηγίας 2018/2001 [1(5) σημείο (β) οδηγίας 2023/2413], σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη να νομοθετούν «για την ενσωμάτωση και την ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας, μεταξύ άλλων για την αυτοκατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας και τις κοινότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και για τη χρήση της αναπόφευκτης απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης κατά τον προγραμματισμό, συμπεριλαμβανομένων του έγκαιρου χωροταξικού σχεδιασμού, της σχεδίασης, κατασκευής και ανακαίνισης αστικών υποδομών, βιομηχανικών, εμπορικών ή οικιστικών περιοχών και ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, φυσικού αερίου και εναλλακτικών καυσίμων»: η διάταξη επιβάλλει την ειδική μέριμνα για την ανανεώσιμη ενέργεια, και μάλιστα της αυτοκατανάλωσης και των ενεργειακών κοινοτήτων, στο σύνολο του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, και όχι μόνο στο υπό αναθεώρηση ΕΧΠ-ΑΠΕ. Στα παραπάνω σημεία, υπάρχει εσφαλμένη ενσωμάτωση ή μη ενσωμάτωση της Οδηγίας. (στ) Σύμφωνα με το σημείο γ) του προτεινόμενου άρθ. 7Α παρ. 2 ν. 3468/2006, από κοινού με τις «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ» «θεσπίζονται οι κατευθύνσεις, όροι και τα μέτρα μετριασμού για την προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 ΚΥΑ...». Η διάταξη έχει το νόημα ότι η απόφαση θέσπισης των «Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ» οφείλει να διασφαλίσει την τήρηση του συνόλου της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, είτε προέρχεται από το ενωσιακό δίκαιο (π.χ., σχετικά με την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα) είτε όχι (π.χ., την δασική νομοθεσία, την νομοθεσία για τον αιγιαλό, κτλ.). Επειδή τα έργα ΑΠΕ εντός των περιοχών απαλλάσσονται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, απαλλάσσονται και από όλες τις άδειες ή εγκρίσεις που έχουν ενσωματωθεί σε αυτή (δηλ. όλες τις άδειες και εγκρίσεις για τη διαχείριση αποβλήτων, την έγκριση επέμβασης κατά την έννοια του έκτου κεφαλαίου του ν. 998/1979, και την άδεια διάθεσης λυμάτων ή βιομηχανικών αποβλήτων, πρβλ. 12 παρ. 1 ν. 4014/2011, όπως ισχύει). Έτσι δημιουργείται ένα κενό, που πρέπει να καλυφθεί από την απόφαση θέσπισης κάθε «Περιοχής Επιτάχυνσης». Ιδανικά, οι προτεινόμενες διατάξεις πρέπει να διασαφηνίσουν το σημείο αυτό. (ζ) Ακόμα και με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, εξακολουθεί να μην έχει ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία η διάταξη του άρθρου 15ε της οδηγίας 2018/2001, σχετικά με τις «εκτάσεις για υποδομές δικτύου και αποθήκευσης που απαιτούνται για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας» [προσθήκη με το άρθ. 1 παρ. 6 της οδηγίας 2023/2413]. Η ενσωμάτωση είναι απαραίτητη, καθώς το άρθρο αυτό (μεταξύ άλλων) απαγορεύει την εγκατάσταση έργων αποθήκευσης εντός των τόπων Natura 2000, και επιβάλλει την «αποφυγή» των ίδιων τόπων για τα έργα δικτύου. Επίσης, οι ίδιες ακριβώς υποχρεώσεις υπάρχουν και για τις «περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών συστημάτων προστασίας». Η παράλειψη ενσωμάτωσης της διάταξης αυτής, ενώ με διάφορες πρωτοβουλίες της πολιτείας προωθούνται οι Σταθμοί Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Σ.Α.Η.Ε., πρβλ. ενδεικτικά 43Α ν. 5233/2025), εγείρει πολλά ερωτηματικά. (η) Εξακολουθεί να μην έχει ενσωματωθεί η διάταξη του άρθ. 15δ(2) ν. 2018/2001 [προσθήκη με το άρθ. 1(6) της οδηγίας 2023/2413, με το οποίο προστέθηκε όλο το άρθ. 15(δ) της οδηγίας 2018/2001 όπως ισχύει σήμερα]. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, «τα κράτη μέλη προωθούν τη δημόσια αποδοχή των έργων ανανεώσιμης ενέργειας μέσω της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στα εν λόγω έργα». Η διάταξη αφορά τα έργα εντός των «Περιοχών Επιτάχυνσης», και είναι προφανές ότι δεν σχετίζεται με την διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό κατά την θέσπιση των «Περιοχών Επιτάχυνσης», αλλά με άλλες μορφές διαρκούς συμμετοχής. Δεν χρειάζεται να επισημανθεί η σημασία της διάταξης για την αποδοχή των «Περιοχών Επιτάχυνσης» και την καλύτερη δυνατή εναρμόνισή τους με τοπικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες. Και για το θέμα αυτό, το νομοσχέδιο σιωπά. 3. Με το προτεινόμενο άρθρο 10 (προσθήκη άρθ. 7β ν. 3468/2006), τα έργα ΑΠΕ που εγκαθίστανται εντός «Περιοχών Επιτάχυνσης» εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση και την ειδική οικολογική αξιολόγηση [πρβλ. 16α(3) έως 16α(5) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με το άρθ. 1(7) της οδηγίας 2023/2413]. Προφανώς, πρόκειται για σημαντικό προνόμιο υπέρ των έργων αυτών, και για τον λόγο αυτό πρέπει να αντισταθμιστεί από την ορθή οριοθέτηση των «Περιοχών Επιτάχυνσης» (βλ., για το θέμα αυτό, προηγούμενα σχόλια). Μερικές διευκρινιστικές παρατηρήσεις: (α) Η διάταξη εφαρμόζεται αποκλειστικά σε «έργα ΑΠΕ», τις κατηγορίες των οποίων η οδηγία (αλλά όχι η προτεινόμενη διάταξη) απαριθμεί περιοριστικά [για την ακρίβεια: «έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, νέες αιτήσεις για σταθμούς παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών που συνδυάζουν διαφορετικά είδη τεχνολογίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των αιτήσεων για την ανανέωση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας σε καθορισμένες περιοχές επιτάχυνσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη σχετική τεχνολογία και τη συντοπισμένη αποθήκευση ενέργειας, καθώς και για τη σύνδεση των εν λόγω σταθμών παραγωγής και αποθήκευσης με το δίκτυο...», 16α(3) οδηγίας 2018/2001]. Δεν εφαρμόζεται σε συνοδά και βοηθητικά έργα (π.χ., δασικούς δρόμους), διότι αυτό δεν προκύπτει από πουθενά. Επίσης, δεν εφαρμόζεται σε σύνθετα έργα, με υποέργα ΑΠΕ (π.χ., παραθεριστικό οικισμό με φωτοβολταϊκή ή γεωθερμική εγκατάσταση). (β) Μία διάταξη που περιορίζει την διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό εγείρει ζητήματα διαφάνειας, και έγκαιρης πρόσβασης στην δικαιοσύνη (και σε διοικητικές διαδικασίες επανεξέτασης). Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό ότι η οδηγία προβλέπει ότι όλες οι αποφάσεις αδειοδότησης δημοσιεύονται [16(9), 16α(5)(2) και 16α(6)(3) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με την οδηγία 2023/2413]. Παρόλα αυτά, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ενσωματωθεί στο νομοσχέδιο. Οι σχετικές απαιτήσεις δεν ικανοποιούνται από τα άρθ. 40-41 ν. 4951/2022 (περί Ενιαίου Πληροφοριακού Συστήματος Αδειοδότησης Έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ή Π.Σ.Α.Π.Ε.). Η δημοσίευση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την βεβαίωση εξαίρεσης από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, που προβλέπει το άρθρο 10 του νομοσχεδίου. (γ) Η οδηγία 2023/2413 προβλέπει ορισμένους πρόσθετους όρους για την εξαίρεση αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων από την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Συγκεκριμένα, πρέπει να λαμβάνονται «αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία, εάν δεν υπάρχουν άλλα αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα, μπορούν να λάβουν τη μορφή χρηματικής αποζημίωσης ... Σε περίπτωση που οι αρνητικές επιπτώσεις αυτές έχουν αντίκτυπο στην προστασία των ειδών, ο φορέας εκμετάλλευσης καταβάλλει χρηματική αποζημίωση για τα προγράμματα προστασίας των ειδών καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του σταθμού παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας, προκειμένου να διασφαλιστεί ή να βελτιωθεί η κατάσταση διατήρησης των επηρεαζόμενων ειδών...» [άρθ. 16α(5)(ε) έως (στ) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε από την Οδηγία 2023/2413]. Τα αντισταθμιστικά αυτά μέτρα είναι υποχρεωτικά, και φυσικά είναι απαραίτητα για την «ισορροπία» των διατάξεων. Και η διάταξη αυτή δεν ενσωματώνεται καθόλου.