• Σχόλιο του χρήστη 'Μαρίζα Δαούτη' | 13 Απριλίου 2026, 21:26

    Προσυπογράφω και εγώ το παρακάτω κείμενο το οποίο αποτελεί την συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 - Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας - Πολεοδομικές ρυθμίσεις - Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας - Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του». Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ. Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή. Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση». Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου. Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον. Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ. Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο. Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. 1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας». Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον. Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».