• Σχόλιο του χρήστη 'Γιώτα Ιωαννίδου' | 14 Απριλίου 2026, 00:26

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής: Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις. Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει. Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.). Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους. Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη. Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ. Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα. Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις; Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους. Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ. Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.