Αρχική Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ (άρθρα 9-12)Σχόλιο του χρήστη ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΥΛΗΣ | 14 Απριλίου 2026, 03:37




Άρθρο 9 Οι Περιοχές Επιτάχυνσης συγκροτούνται κυρίως με όρους αρνητικού αποκλεισμού και τεχνικής καταλληλότητας, όχι με όρους θετικής τοπιακής αξιολόγησης. Δηλαδή, ο χώρος θεωρείται κατάλληλος εφόσον βρίσκεται εκτός Natura, εκτός ορισμένων ευαίσθητων περιοχών και εκτός ζωνών όπου προβλέπονται σημαντικές επιπτώσεις. Αυτό όμως δεν συνάδει ούτε με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), η οποία αντιμετωπίζει το τοπίο ως περιοχή όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό και απαιτεί πολιτικές προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού για όλα τα τοπία, ούτε με το ότι η ενεργειακή χωροθέτηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τον χαρακτήρα, την ταυτότητα, τις βιωματικές ποιότητες και τη φέρουσα ικανότητα του τοπίου. Οι fast-track εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας δεν αποτελούν τη μόνη οδό αξιοποίησης των ΑΠΕ και απαιτούνται εργαλεία όπως Landscape Character Assessments και Landscape Capacity Assessments, τα οποία σήμερα δεν εφαρμόζονται επαρκώς στην Ελλάδα. Επιπλέον, η διατύπωση περί «υποβαθμισμένων εδαφών που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς» είναι προβληματική, επειδή υπονοεί ότι το μη παραγωγικό ή μη καλλιεργήσιμο ισοδυναμεί αυτομάτως με χωρικά και τοπιακά διαθέσιμο. Αυτό είναι αναγωγιστικό: ακόμη και ένα φαινομενικά «υποβαθμισμένο» τοπίο μπορεί να έχει ιστορική, κοινωνική, συμβολική ή αναπτυξιακή αξία, ενώ η ίδια η έννοια της υποβάθμισης δεν μπορεί να εξαντλείται σε αγροτική αχρηστία. Οι μεγάλες αιολικές εγκαταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν πολυδιάστατα το τοπίο —γεωμορφολογικά, αισθητικά, κοινωνικοοικονομικά, ιστορικά και βιωματικά— και άρα δεν αρκεί μια γενική ΣΜΠΕ χωρίς ειδική τοπιακή τεκμηρίωση. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη, μετά το τρίτο εδάφιο του νέου άρθρου 7Α, παραγράφου ως εξής: «Ο καθορισμός των Περιοχών Επιτάχυνσης βασίζεται, πέραν των ενεργειακών, τεχνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, και σε ειδική αξιολόγηση του τοπιακού χαρακτήρα, της τοπιακής φέρουσας ικανότητας και της συμβατότητας των προτεινόμενων έργων με τους στόχους ποιότητας τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της περ. δ) της ίδιας υπουργικής απόφασης ως εξής: «δ) δύναται είτε να δοθεί προτεραιότητα σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη, εφόσον τεκμηριώνεται ότι δεν φέρουν ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, κοινωνική ή πολιτισμική σημασία και δεν υπονομεύεται η δυνατότητα αποκατάστασης ή εναλλακτικής βιώσιμης αξιοποίησής τους, είτε να εξαιρεθούν συγκεκριμένοι τύποι τεχνολογιών…» Τέλος, προτείνεται η προσθήκη στην περ. ε): «…και ειδική αναφορά στην αξιολόγηση των επιπτώσεων στον χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα, τη συνοχή και τη βιωματική ποιότητα του τοπίου.» Άρθρο 10 Εδώ είναι το πιο σοβαρό προβληματικό σημείο του Κεφαλαίου, διότι εισάγει ως βασική αρχή την εξαίρεση από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και από την ειδική οικολογική αξιολόγηση για έργα ΑΠΕ εντός Περιοχών Επιτάχυνσης. Αυτή η ρύθμιση συμπυκνώνει μια λογική εκ των προτέρων θεσμικής αποφόρτισης των έργων, σαν να θεωρείται ότι η χωρική ένταξη σε Περιοχή Επιτάχυνσης έχει ήδη εξαντλήσει το ουσιαστικό ζήτημα της καταλληλότητας. Το τοπίο δεν είναι στατικό χωρικό δοχείο αλλά δυναμικό, βιωμένο και κοινωνικά σημασιοδοτημένο σύστημα, του οποίου οι μεταβολές δεν προδικάζονται πλήρως σε ένα αρχικό στρατηγικό επίπεδο. Τα έργα μεγάλης κλίμακας έχουν συχνά σημαντικές κοινωνικο-πολιτισμικές και τοπιακές συνέπειες, ενώ η περιβαλλοντική αξιολόγηση στην Ελλάδα συχνά υποβαθμίζει το τοπίο σε οπτικό μόνο ζήτημα (Pavlis, 2025). Συνεπώς απαιτούνται ποιοτικότερες προσεγγίσεις και όχι μια λογική απλής τεχνικής διευκόλυνσης. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το άρθρο προβλέπει περιβαλλοντική αδειοδότηση μόνο εφόσον διαπιστωθούν «σημαντικές απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες» λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας της γεωγραφικής περιοχής. Η διατύπωση αυτή είναι υπερβολικά στενή, διότι αφήνει εκτός πεδίου κρίσιμες κατηγορίες επιπτώσεων: σωρευτικές αλλοιώσεις τοπιακού χαρακτήρα, ασυμβατότητα με την κλίμακα του τοπίου, υπονόμευση της αισθητικής και βιωματικής ποιότητας, προσβολή της τοπικής ταυτότητας και σύγκρουση με χρήσεις όπως ο ήπιος τουρισμός ή η αγροτική πολυλειτουργικότητα. Με άλλα λόγια, το άρθρο κρατά τη διοικητική πόρτα ανοιχτή μόνο για το «απρόβλεπτο», ενώ το κύριο πρόβλημα στα τοπία είναι συχνά ακριβώς το προβλέψιμο αλλά θεσμικά υποτιμημένο. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η αναδιατύπωση της παρ. 1 του νέου άρθρου 7Β ως εξής: «Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα της παρ. 2 του άρθρου 7Α, υπάγονται σε ειδική απλοποιημένη διαδικασία περιβαλλοντικής και τοπιακής αξιολόγησης, κατά την οποία ελέγχεται η συμμόρφωσή τους με τους όρους της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης, η συμβατότητά τους με τον τοπιακό χαρακτήρα της περιοχής και η απουσία σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον και το τοπίο.» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση του τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 ως εξής: «…η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή εκδίδει βεβαίωση υπαγωγής στην απλοποιημένη διαδικασία ή δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, βάσει σαφών αποδεικτικών στοιχείων, ότι τα έργα είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν σημαντικές δυσμενείς συνέπειες, ιδίως λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας, τοπιακής ασυμβατότητας, σωρευτικών επιπτώσεων, σοβαρής αλλοίωσης του τοπιακού χαρακτήρα ή ουσιώδους υπονόμευσης της κοινωνικής και πολιτισμικής λειτουργίας του τοπίου, οι οποίες δεν μπορούν να μετριαστούν…» Και να προστεθεί νέα παράγραφος: «Για τα έργα της παρούσας διενεργείται υποχρεωτικά συνοπτική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων, στην οποία εξετάζονται τουλάχιστον η ορατότητα, η σχέση κλίμακας έργου–τοπίου, η επίδραση στον τοπιακό χαρακτήρα, οι σωρευτικές επιπτώσεις και η συμβατότητα με υφιστάμενες παραγωγικές, πολιτισμικές και βιωματικές λειτουργίες του χώρου.» Άρθρο 11 Το άρθρο 11 οργανώνει μια διοικητική αλληλουχία εξαιρετικά συμπιεσμένη χρονικά, με έμφαση στην ταχεία έκδοση βεβαιώσεων, προσφορών σύνδεσης, αδειών εγκατάστασης και συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι ότι το κράτος επιδιώκει αποτελεσματικότητα, αλλά ότι η αποτελεσματικότητα αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από κάθε ουσιαστική πρόβλεψη συμμετοχικής ή/και τοπιακής κρίσης. Το μόνο σημείο στο οποίο εμφανίζονται τρίτοι είναι οι «αντιρρήσεις», αλλά αυτές λειτουργούν ως τυπικό, περιορισμένο διοικητικό στάδιο και όχι ως πραγματική διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης για τον χώρο. Αυτό συγκρούεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ( ν. 3827/2010), η οποία απαιτεί θεσμοθέτηση διαδικασιών συμμετοχής των πολιτών, των τοπικών και περιφερειακών αρχών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών στην πολιτική τοπίου, Η έλλειψη ουσιαστικής δημόσιας συμμετοχής είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης της κοινωνικής αντίδρασης και απονομιμοποίησης των έργων (Pavlis, 2025). Δεύτερον, το άρθρο δομείται λες και η διαδικασία αδειοδότησης είναι αποκλειστικά ζήτημα τεχνικής πληρότητας φακέλου. Όμως, ένα έργο ΑΠΕ δεν είναι απλώς τεχνική εγκατάσταση αλλά υποδομή που αναδιαμορφώνει τον χώρο, την ταυτότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες του. Συνεπώς, μια διαδικασία που δεν ενσωματώνει ούτε στοιχειώδη τεκμηρίωση κοινωνικής αποδοχής, ούτε υποχρέωση εξέτασης της συμβατότητας με τοπικές αναπτυξιακές στρατηγικές, παραμένει διοικητικά γρήγορη αλλά ουσιαστικά χωρικά τυφλή. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου στο τέλος του άρθρου 7Γ ως εξής: «Πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης για σταθμούς Α.Π.Ε. εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, διασφαλίζεται διαδικασία έγκαιρης και ουσιαστικής διαβούλευσης με τις οικείες τοπικές και περιφερειακές αρχές και με το ενδιαφερόμενο κοινό, ιδίως όταν πρόκειται για έργα ικανά να επιφέρουν ουσιώδη μεταβολή στον τοπιακό χαρακτήρα ή στις παραγωγικές, κοινωνικές και πολιτισμικές λειτουργίες της περιοχής.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης: «Η πλήρωση των διοικητικών και τεχνικών προϋποθέσεων δεν απαλλάσσει την αρμόδια αρχή από την υποχρέωση ελέγχου της συμμόρφωσης του έργου με τους όρους τοπιακής συμβατότητας και τις κατευθύνσεις της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης.» Και προσθήκη νέας παραγράφου: «Για έργα με σημαντική χωρική, οπτική ή σωρευτική επίδραση, η αδειοδοτούσα αρχή λαμβάνει υπόψη ειδική τεκμηρίωση σχετικά με τη συμβατότητα του έργου με τον τοπιακό χαρακτήρα, την τοπική αναπτυξιακή φυσιογνωμία και τις κοινωνικές λειτουργίες του χώρου.» Άρθρο 12 H επιτάχυνση δεν είναι απλώς λειτουργική επιλογή αλλά καθίσταται κανονιστική αρχή που υπερισχύει σχεδόν όλων των άλλων παραμέτρων. Καθορίζονται αυστηρές συνολικές προθεσμίες, ενώ από τον υπολογισμό εξαιρούνται μεγάλα τμήματα της πραγματικής διαδικασίας, ιδίως ο χρόνος κατασκευής, κρίσιμες αναβαθμίσεις δικτύου και η διάρκεια δικαστικών προσφυγών. Το αποτέλεσμα είναι μια θεσμική σύλληψη όπου το ζητούμενο είναι η μέγιστη συντόμευση της διοικητικής τροχιάς, χωρίς αντίστοιχη θεσμική πρόνοια για τη διασφάλιση του χρόνου που απαιτεί η ουσιαστική αξιολόγηση του χώρου και του τοπίου. Aυτό είναι προβληματικό, γιατί το τοπίο δεν είναι αντικείμενο που αξιολογείται απλώς υπό καθεστώς χρονικού στόχου• είναι πεδίο πολυπαραγοντικών σχέσεων, μνήμης, εμπειρίας και κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Το δεύτερο πρόβλημα είναι πιο λεπτό αλλά εξίσου σοβαρό: η αφαίρεση του χρόνου των δικαστικών προσφυγών από τον υπολογισμό της διαδικασίας ουσιαστικά σημαίνει ότι η κοινωνική και νομική σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως εξωτερική παρεμβολή και όχι ως πιθανό σύμπτωμα ελλειμματικού σχεδιασμού. Όμως, οι συγκρούσεις γύρω από τις ΑΠΕ στην Ελλάδα δεν είναι απλώς NIMBY αντιδράσεις, αλλά συχνά εκφράζουν βαθύτερες τοπιακές, κοινωνικές, αναπτυξιακές και δημοκρατικές εντάσεις. Άρα, ένα θεσμικό πλαίσιο που μετρά τον χρόνο χωρίς να μετρά τη χωρική και κοινωνική νομιμοποίηση, διευκολύνει μεν την επιτάχυνση, αλλά αυξάνει την πιθανότητα σύγκρουσης και τελικά υπονομεύει τη σταθερότητα των ίδιων των έργων. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7Δ ως εξής: «Η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις προθεσμίες του παρόντος, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η επαρκής περιβαλλοντική, χωρική και τοπιακή αξιολόγηση και η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, όπου αυτή απαιτείται.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέου εδαφίου στη δεύτερη παράγραφο: «Η επίκληση έκτακτων περιστάσεων για την παράταση των προθεσμιών περιλαμβάνει και περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται πρόσθετη αξιολόγηση λόγω ιδιαίτερης τοπιακής ευαισθησίας, σωρευτικών επιπτώσεων ή σοβαρής κοινωνικής αμφισβήτησης του έργου.» Και προσθήκη νέας παραγράφου: «Σε περιπτώσεις έργων που προβλέπεται να επηρεάσουν ουσιωδώς τον τοπιακό χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα ή τις κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες μιας περιοχής, η αρμόδια αρχή δύναται, με ειδική αιτιολογία, να επιμηκύνει εύλογα τη διαδικασία για την ολοκλήρωση της απαιτούμενης αξιολόγησης και διαβούλευσης.» ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: Το βασικό πρόβλημα αυτού του Κεφαλαίου είναι ότι δεν οργανώνει απλώς μια ταχύτερη αδειοδότηση· οργανώνει μια νέα χωρική κανονικότητα, στην οποία το έργο προηγείται του τοπίου και η επιτάχυνση προηγείται της ουσιαστικής χωρικής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο απαιτεί το τοπίο να αντιμετωπίζεται ως κοινός πόρος, ως αντικείμενο προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού και ως πεδίο διατύπωσης στόχων ποιότητας κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης. Το Κεφάλαιο Γ΄ δεν συνιστά απλώς εργαλείο ενεργειακής μετάβασης, αλλά εργαλείο επιτάχυνσης μιας μετάβασης χωρικά και τοπιακά ελλειμματικής. Pavlis, E. (2025) Large-Scale Wind Energy Farm Development and Its Impacts on the Landscape: A Case Study of Greece, Journal of Landscape Ecology 18(3), 24-61. DOI: 10.2478/jlecol-2025-0019 https://sciendo.com/article/10.2478/jlecol-2025-0019 Δρ. Ευάγγελος Παυλής Επίκουρος Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης Μέλος ΔΣ Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας - Εντεταλμένος Σύμβουλος Εκπαίδευσης