Αρχική Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΑΘΜΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 4951/2022 (άρθρα 13-18)Σχόλιο του χρήστη ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΥΛΗΣ | 14 Απριλίου 2026, 03:50




Άρθρο 13 Το άρθρο 13 μεταφέρει εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης την ίδια βασική λογική που ήδη διατρέχει το νομοσχέδιο: η αδειοδοτική διαδικασία αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ζήτημα χρονικής συμπίεσης και διοικητικής επιτάχυνσης. Έτσι, ακόμη και εκτός των ειδικά προνομιακών ζωνών, ο χώρος προσεγγίζεται ως πεδίο ταχείας διεκπεραίωσης και όχι ως πεδίο σύνθετης κοινωνικής και τοπιακής αξιολόγησης. Το γεγονός ότι ένα έργο βρίσκεται εκτός Περιοχής Επιτάχυνσης δεν σημαίνει ότι εγκαθίσταται σε τοπίο χαμηλής αξίας ή σε χώρο χωρίς ισχυρές κοινωνικές, πολιτισμικές και αναπτυξιακές λειτουργίες. Οι μεγάλες fast-track εγκαταστάσεις δεν αποτελούν τη μόνη βιώσιμη οδό ενεργειακής μετάβασης, εγείρουν ζητήματα βιωσιμότητας και απαιτείται ορθολογικός χωρικός σχεδιασμός με σεβασμό στην ποικιλομορφία, τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του τοπίου. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι οι προθεσμίες του άρθρου παρουσιάζονται ως ουδέτερες, ενώ στην πράξη ιεραρχούν τον χρόνο έναντι της ουσιαστικής κρίσης. Όταν δε από τον συνολικό χρόνο εξαιρούνται ο χρόνος σύνδεσης, οι σημαντικές αναβαθμίσεις δικτύου και ο χρόνος δικαστικών προσφυγών, η επιτάχυνση γίνεται σε μεγάλο βαθμό λογιστική: εμφανίζεται ένας κλειστός χρόνος διοικητικής συμμόρφωσης, αλλά όχι ο πραγματικός χρόνος κοινωνικής, χωρικής και νομικής ωρίμανσης του έργου. Από τη σκοπιά της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, η πολιτική τοπίου συνεπάγεται θεσμικά εργαλεία για προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό όλων των τοπίων, καθώς και διατύπωση στόχων ποιότητας τοπίου μετά από δημόσια διαβούλευση. Το άρθρο 13 δεν λαμβάνει υπόψη αυτά τα στοιχεία. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου του νέου άρθρου 4Α ως εξής: «Η διάρκεια αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.), συμπεριλαμβανομένων των εξαιρούμενων σταθμών, που εγκαθίστανται εκτός περιοχών επιτάχυνσης, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η επαρκής περιβαλλοντική, χωρική και τοπιακή αξιολόγηση των έργων, καθώς και η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, όπου αυτή απαιτείται.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέας παραγράφου: «Για έργα εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης, ιδίως σε περιοχές με ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, έντονη κοινωνική προσκόλληση, παραγωγική πολυλειτουργικότητα ή πολιτισμική σημασία, η αρμόδια αρχή εξετάζει ειδικά τη συμβατότητα του έργου με τον χαρακτήρα, τη φέρουσα ικανότητα και τους στόχους ποιότητας του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.» Και προσθήκη στο τελευταίο μέρος του άρθρου: «Η εξαίρεση των δικαστικών προσφυγών από τον υπολογισμό της διάρκειας δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση εξέτασης των αιτίων κοινωνικής και χωρικής σύγκρουσης που συνδέονται με την εγκατάσταση του έργου.» Άρθρο 14 Η θέσπιση σαφέστερης προθεσμίας για την Οριστική Προσφορά Σύνδεσης απαντά σε υπαρκτό ζήτημα διοικητικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η σύνδεση αποτελεί κρίσιμο βήμα στην ενεργοποίηση ενός έργου, δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται ως ουδέτερο τεχνικό στάδιο, πλήρως αποσυνδεδεμένο από τη συνολική καταλληλότητα του έργου. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 5 ν. 4951/2022 του εξής εδαφίου: «Η χορήγηση της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης δεν υποκαθιστά τον έλεγχο χωρικής και τοπιακής συμβατότητας του έργου και των συνοδών έργων σύνδεσης, όπου αυτός απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία.» Άρθρο 15 Το άρθρο 15 είναι ιδιαίτερα προβληματικό, επειδή εισάγει ένα εξαιρετικά συμπιεσμένο χρονικό πλαίσιο ενενήντα ημερών για όλη τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Με τον τρόπο αυτό, η αδειοδότηση προσεγγίζεται ως σχεδόν αυτοματοποιημένη διοικητική αλληλουχία, σαν να πρόκειται για εγγενώς χωρικά ουδέτερα έργα. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει δεκτό άκριτα. Το τοπίο δεν απειλείται μόνο από αιολικά έργα· απειλείται από κάθε μορφή μαζικής και χωρικά άκαμπτης ενεργειακής εγκατάστασης που επιβάλλει νέα οπτική, λειτουργική και κοινωνική γεωμετρία στον χώρο. Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να σέβεται την ποικιλομορφία, τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του και να θεμελιώνεται σε βασικές αρχές ορθολογικού χωρικού σχεδιασμού και δημόσιας διαβούλευσης . Μια διαδικασία ενενήντα ημερών, χωρίς πρόβλεψη για ειδική χωρική και τοπιακή κρίση, κινδυνεύει να λειτουργήσει αδιακρίτως. Το πρόβλημα εντείνεται επειδή το άρθρο αφορά σταθμούς της περ. ιστ) της παρ. 1 του άρθρου 33, δηλαδή εξαιρούμενα έργα, για τα οποία ο νομοθέτης φαίνεται να θεωρεί ότι η μικρότερη τυπική βαρύτητα συνεπάγεται και μειωμένη ανάγκη ουσιαστικής αξιολόγησης. Όμως ούτε το μικρό μέγεθος ούτε η τεχνολογία από μόνα τους αρκούν ως τεκμήριο χωρικής αβλαβούς ένταξης. Η καταλληλότητα εξαρτάται από τη σχέση του έργου με την κλίμακα, τις χρήσεις, τις αξίες και τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου τοπίου (Pavlis, 2025). Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η αναδιατύπωση της νέας παρ. 8 του άρθρου 33 ως εξής: «8. Ειδικά για φωτοβολταϊκούς σταθμούς της περ. ιστ) της παρ. 1, η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης δύναται να επιταχύνεται, εφόσον δεν προκύπτουν ουσιώδεις περιβαλλοντικές, χωρικές ή τοπιακές επιπτώσεις και εφόσον τα έργα εγκαθίστανται σε τεχνητές ή ήδη έντονα ανθρωπογενώς μετασχηματισμένες επιφάνειες ή σε χώρους των οποίων η καταλληλότητα έχει προηγουμένως τεκμηριωθεί. Στις λοιπές περιπτώσεις εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.» Εναλλακτικά, αν διατηρηθεί το 90ήμερο, να προστεθεί τουλάχιστον: «Η προθεσμία της παρούσας δεν εφαρμόζεται όταν το έργο χωροθετείται σε περιοχή με ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, σε περιοχή με ισχυρή παραγωγική, πολιτισμική ή κοινωνική λειτουργία ή όταν απαιτείται ειδική τεκμηρίωση χωρικής και τοπιακής συμβατότητας.» Άρθρο 16 Δεν εντοπίζεται μείζον εννοιολογικό πρόβλημα. Παρ’ όλα αυτά, η οριζόντια ταχεία χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης για όλους τους εξαιρούμενους σταθμούς ≤150 kW ενδέχεται να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι τέτοια έργα είναι πάντοτε χωρικά ή τοπιακά αμελητέα. Εφόσον το νομοσχέδιο οικοδομεί γενικά μια λογική επιτάχυνσης, καλό είναι να παραμείνει σαφές ότι ούτε η χαμηλή ισχύς αναιρεί αυτομάτως την ανάγκη εξέτασης των τοπικών συνθηκών. Η παρατήρηση αυτή είναι χρήσιμη ακριβώς για να μη χαθεί η αρχή της site-specific αξιολόγησης. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 4951/2022 του εξής εδαφίου: «Η ανωτέρω προθεσμία δεν θίγει την υποχρέωση ελέγχου της συμβατότητας του σταθμού με τυχόν ισχύοντες χωρικούς, περιβαλλοντικούς και τοπιακούς περιορισμούς της περιοχής εγκατάστασης.» Άρθρο 17 Το άρθρο 17 είναι ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα διοικητικής συμπίεσης, καθώς μειώνει την αρχική απόκριση του Διαχειριστή σε πέντε ημέρες και επιπλέον προβλέπει ότι η συνολική διαδικασία αδειοδότησης των γνωστοποιούμενων σταθμών, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα ημέρες. Εδώ η διοίκηση προσεγγίζει πλέον ορισμένες κατηγορίες έργων σχεδόν ως αντικείμενα αυτόματης διεκπεραίωσης. Όμως ακόμη και η απλούστευση πρέπει να έχει όρια, επειδή η χωρική και τοπιακή σημασία ενός έργου δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάγεται σε γνωστοποίηση. Oι κοινωνικές αντιδράσεις και οι συγκρούσεις γύρω από τα έργα ΑΠΕ συνδέονται με την κλίμακα, την τοπιακή φέρουσα ικανότητα, τις χρήσεις, τη δημόσια συμμετοχή και τη σημασία του τόπου για τις τοπικές κοινωνίες (Pavlis, 2025). Μια διαδικασία τριάντα ημερών είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνδυαστεί με ουσιαστική κρίση σε τέτοιες περιπτώσεις. Ακόμη πιο προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι αν ο Διαχειριστής δεν απαντήσει εντός πέντε ημερών μετά την ολοκλήρωση των έργων σύνδεσης, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προχωρήσει ο ίδιος στη σύνδεση του σταθμού στην εσωτερική ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει το πνεύμα αυτοματισμού και μετατοπίζει περαιτέρω το βάρος από τη διοικητική ευθύνη στην de facto ενεργοποίηση του έργου. Aυτό δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα γιατί κάθε τέτοιος θεσμικός αυτοματισμός μειώνει το περιθώριο ουσιαστικού ελέγχου της χωρικής συμβατότητας. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η αναδιατύπωση της νέας παρ. 8 του άρθρου 38 ως εξής: «8. Η διαδικασία αδειοδότησης για τους γνωστοποιούμενους σταθμούς δύναται να επιταχύνεται και να μην υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα (30) ημέρες, μόνον εφόσον πρόκειται για έργα περιορισμένης χωρικής όχλησης, για τα οποία δεν προκύπτουν ουσιώδεις περιβαλλοντικές, χωρικές ή τοπιακές επιπτώσεις και δεν απαιτείται ειδική αξιολόγηση συμβατότητας με τον τοπιακό χαρακτήρα της περιοχής.» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση του εδαφίου περί μη απόκρισης του Διαχειριστή ως εξής: «Σε περίπτωση μη απόκρισης του αρμόδιου Διαχειριστή εντός της ως άνω προθεσμίας, ο ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει την αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος από ανώτερο αρμόδιο όργανο ή από την Υπηρεσία Μίας Στάσης• η μη απόκριση δεν τεκμαίρει αυτοδικαίως δυνατότητα σύνδεσης χωρίς προηγούμενο έλεγχο τήρησης των προβλεπόμενων όρων.» Η τροποποίηση αυτή είναι σημαντική, γιατί αναστέλλει τον αυτοματισμό χωρίς να αναιρεί την ανάγκη διοικητικής ταχύτητας. Άρθρο 18 Η ριζική ανανέωση μπορεί πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις, να συνιστά εύλογη προτεραιότητα έναντι νέων έργων, ιδίως όταν δεν επεκτείνει ουσιωδώς το αποτύπωμα του σταθμού. Ωστόσο, το άρθρο όπως διατυπώνεται αντιμετωπίζει τη ριζική ανανέωση κυρίως ως διαδικαστικό και τεχνικό ζήτημα, με έμφαση στην προτεραιοποίηση, στις συντομευμένες προθεσμίες και στη γρήγορη έκδοση νέων προσφορών, αδειών και συμβάσεων. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η «ριζική ανανέωση» δεν είναι πάντοτε χωρικά αμελητέα. Αντίθετα, μπορεί να συνεπάγεται σημαντική μεταβολή ως προς τον όγκο, το ύψος, τα τεχνικά χαρακτηριστικά, την ορατότητα, τη σχέση με την κλίμακα του τοπίου και τις σωρευτικές επιπτώσεις. Aυτά δεν μπορούν να υποβαθμίζονται σε δευτερεύον ζήτημα, επειδή η τοπιακή συμβατότητα δεν εξαρτάται μόνο από το αν το έργο είναι «παλαιό» ή «υφιστάμενο». Το πρόβλημα οξύνεται από το κριτήριο της προτεραιότητας όταν η αύξηση της μέγιστης ισχύος δεν υπερβαίνει το 15% και δεν προκύπτει μεγαλύτερη επιβάρυνση του δικτύου. Αυτή η θεώρηση είναι αποκλειστικά ενεργειακο-τεχνική. Όμως μια αύξηση ισχύος, μια αντικατάσταση εξοπλισμού ή μια μεταβολή τεχνικών χαρακτηριστικών μπορεί να έχει δυσανάλογες τοπιακές συνέπειες ακόμη κι αν το δίκτυο δεν επιβαρύνεται σημαντικότερα. Η κρίσιμη παράμετρος δεν είναι μόνο το grid burden αλλά η μεταβολή στη σχέση του έργου με το τοπίο. Oι αξιολογήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη γεωγραφία, το ιστορικό πλαίσιο, τις τοπικές χρήσεις γης και τις κοινωνικές διαστάσεις. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παρ. 4 του άρθρου 42 ως εξής: «4Α. Η προτεραιότητα εξέτασης αιτήσεων ριζικής ανανέωσης δεν εφαρμόζεται αυτομάτως όταν από τα νέα τεχνικά χαρακτηριστικά του σταθμού προκύπτει ενδεχόμενη ουσιώδης μεταβολή της οπτικής παρουσίας, της σχέσης κλίμακας έργου–τοπίου, της σωρευτικής επίδρασης ή του τοπιακού χαρακτήρα της περιοχής εγκατάστασης. Στις περιπτώσεις αυτές διενεργείται ειδικός έλεγχος τοπιακής συμβατότητα, βάσει των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της παρ. 4 ως εξής: «Η αίτηση για χορήγηση νέας Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης εξετάζεται κατά προτεραιότητα από τον αρμόδιο Διαχειριστή έναντι λοιπών αιτήσεων, εφόσον δεν προκύπτει: α) αύξηση της μέγιστης ισχύος παραγωγής μεγαλύτερη από δεκαπέντε τοις εκατό (15%), β) επιβάρυνση του δικτύου σε βαθμό μεγαλύτερο από τα αρχικά τεχνικά χαρακτηριστικά, και γ) ουσιώδης μεταβολή της χωρικής, οπτικής ή τοπιακής επίδρασης του σταθμού.» Και προσθήκη νέας παραγράφου πριν από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 42: «Για σταθμούς που προβαίνουν σε ριζική ανανέωση εξετάζεται, όπου απαιτείται, η συμβατότητα των νέων χαρακτηριστικών του έργου με τον χαρακτήρα, τη φέρουσα ικανότητα και τις κοινωνικές και αναπτυξιακές λειτουργίες του τοπίου της περιοχής εγκατάστασης.» Συνολική παρατήρηση το Κεφάλαιο Δ: Το Κεφάλαιο Δ΄ γενικεύει εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης την ίδια λογική που έχει ήδη εγκαθιδρυθεί εντός αυτών: ταχύτερες διαδικασίες, στενότερα διοικητικά χρονοδιαγράμματα, προτεραιοποίηση, απλούστευση και σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν αυτοματοποιημένη αδειοδοτική ροή. Από άποψη ενεργειακής διοίκησης, αυτό μπορεί να παρουσιαστεί ως εξορθολογισμός. Από την άλλη, όμως, το βασικό πρόβλημα παραμένει ότι η νομοθεσία επιταχύνει διαδικασίες χωρίς να εισάγει ισοβαρώς μηχανισμούς χωρικής/ τοπιακής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο βλέπει το τοπίο ως κοινό πόρο, ως πεδίο αντιληπτό από τον λαό της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσµα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών ή/και ανθρώπινων παραγόντων, και ως αντικείμενο προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού, με συμμετοχή των πολιτών και διατύπωση στόχων ποιότητας. Δρ. Ευάγγελος Παυλής Επίκουρος Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης Μέλος ΔΣ Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας – Υπεύθυνος για θέματα Εκπαίδευσης