Αρχική Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ (άρθρα 9-12)Σχόλιο του χρήστη Δέσποινα Πακτίτη | 14 Απριλίου 2026, 08:14




ΑΡΘΡΑ 1-2 Το τοπίο δεν αναγνωρίζεται ως παράγοντας σχεδιασμού, ούτε ως πεδίο σύγκρουσης, διαπραγμάτευσης και κοινωνικής σημασίας. Δηλαδή δεν τίθεται ως «όριο», αλλά ως ουδέτερο υπόβαθρο εφαρμογής πολιτικών (και ως λέξη-έννοια ανύπαρκτη σε όλο το Σχέδιο Νόμου). Πρόταση τροποποίησης: Να προστεθεί στον σκοπό ρητή αναφορά στην προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου, με ενσωμάτωση των αρχών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), διότι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ πραγματοποιείται στον χώρο, που αποτελεί το λειτουργικό υπόβαθρο της ενεργειακής πολιτικής. Μονάδα ανάλυσης του χώρου είναι το τοπίο. ΑΡΘΡΟ 3 Η διάταξη είναι έντονα τεχνική και αποσκοπεί κυρίως στην εναρμόνιση ορισμών. Ωστόσο, ακριβώς επειδή πρόκειται για θεμελιακό οριστικό άρθρο, η πλήρης αποσύνδεση των ορισμών καυσίμων από κάθε αναφορά σε χωρικές, κοινωνικές και τοπιακές συνέπειες αναπαράγει μια λογική σύμφωνα με την οποία η ενέργεια αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ροή προϊόντων και όχι ως διεργασία που παράγει χωρικούς μετασχηματισμούς. Αυτό είναι προβληματικό, επειδή η ενεργειακή πολιτική δεν είναι ουδέτερη ως προς το τοπίο: επενεργεί πάνω σε συγκεκριμένους τόπους, σε σχέσεις ανθρώπου-χώρου και σε αξίες ενσωματωμένες στο τοπίο. Το πρόβλημα των ενεργειακών πολιτικών στην Ελλάδα είναι ακριβώς αυτή η αποσπασματική τεχνοκρατική θέαση, όπου ο χώρος γίνεται «ουδέτερο περιβάλλον» και το τοπίο επίπεδο υπόβαθρο κίνησης και απόστασης. Πρόταση τροποποίησης: Προσθήκη τελικής παραγράφου ως εξής: «Η εφαρμογή των ορισμών του παρόντος άρθρου και η προώθηση των ανανεώσιμων καυσίμων τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης και της προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.» ΑΡΘΡΟ 4 Ορισμοί του ν. 3468/2006. Το άρθρο επεκτείνει εκτενώς τους ενεργειακούς ορισμούς, προσθέτει κατηγορίες, διαδικασίες και τεχνικά υποσυστήματα, αλλά δεν προσθέτει ούτε μία έννοια που να επιτρέπει στο υπόλοιπο νομοθέτημα να προσεγγίσει το τοπίο ως αναλυτική και κανονιστική κατηγορία. Αυτό δεν αποτελεί απλή παράλειψη ύφους, αλλά δομικό έλλειμμα. Όταν ο νόμος ορίζει με εξαντλητική λεπτομέρεια καύσιμα, αποθήκευση, συμψηφισμό, καθεστώτα στήριξης, περιοχές επιτάχυνσης και τεχνολογίες, αλλά όχι το τοπίο, τότε το τοπίο εξορίζεται από το πεδίο του σχεδιασμού (ενώ είναι ενσωματωμένο στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας μας στο πλαίσιο υλοποίησης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, ν. 3827/2010) πριν ακόμη αρχίσει η εφαρμογή του νόμου. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί χωρίς οριστική εισαγωγή του τοπίου, της πολιτικής τοπίου και των στόχων ποιότητας τοπίου, όλη η μετέπειτα συζήτηση περί χωροθέτησης και αποδοχής παραμένει δευτερεύουσα. Τα ενεργειακά έργα παράγουν τοπιακούς μετασχηματισμούς με γεωμορφολογικές, οικολογικές, αισθητικές, κοινωνικοοικονομικές, ιστορικές και βιωματικές συνέπειες (Pavlis, 2025). Άρα, η νομοθεσία δεν μπορεί να μένει μόνο στους τεχνικούς ενεργειακούς ορισμούς. Πρόταση τροποποίησης: Προσθήκη, στο άρθρο 2 του ν. 3468/2006, νέων περιπτώσεων μετά την περ. 32ξη ως εξής: «32ξηα. Τοπίο: περιοχή, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης φυσικών ή/και ανθρώπινων παραγόντων. 32ξηβ. Πολιτική τοπίου: η έκφραση των αρμόδιων δημόσιων αρχών μέσω γενικών αρχών, στρατηγικών και κατευθυντήριων οδηγιών που επιτρέπουν τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου. 32ξηγ. Στόχοι ποιότητας τοπίου: η διατύπωση από τις αρμόδιες αρχές των προσδοκιών του κοινού σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του τοπίου που το περιβάλλει, κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης. 32ξηδ. Τοπιακή φέρουσα ικανότητα: ο βαθμός στον οποίο ένα τοπίο δύναται να υποδεχθεί έργα και δραστηριότητες χωρίς να θίγονται ουσιωδώς ο χαρακτήρας, η αναγνωρισιμότητα, η συνοχή, η αισθητική, η βιωματική ποιότητα και οι κοινωνικοπολιτισμικές του λειτουργίες.» ΑΡΘΡΟ 6 Το άρθρο συγκροτεί τον ενεργειακό προσανατολισμό της χώρας και αναβαθμίζει τον στόχο των ΑΠΕ στο 42,5%, ενώ ορίζει την προστασία του κλίματος ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα υψίστης σημασίας. Όμως η προτεραιότητα αυτή παραμένει μονοδιάστατη. Δεν τίθεται καμία αρχή που να δηλώνει ότι ο κλιματικός στόχος πρέπει να επιδιώκεται μέσω χωρικά διαφοροποιημένης, κοινωνικά νομιμοποιημένης και τοπιακά συμβατής μετάβασης. Στην πράξη, έτσι εγκαθιδρύεται μια λογική ιεράρχησης στην οποία το κλίμα υπερισχύει apriori του τοπίου, αντί να τίθεται το ζητούμενο της σύνθεσής τους. Οι μεγάλες fast-track εγκαταστάσεις δεν είναι η μόνη οδός της ενεργειακής μετάβασης και εγείρουν μείζονα ζητήματα βιωσιμότητας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010) δεν αντιμετωπίζει το τοπίο ως πολυτέλεια απέναντι στην ανάπτυξη, αλλά ως κοινό πόρο, στοιχείο ποιότητας ζωής και πεδίο όπου πρέπει να ενσωματώνονται άλλες πολιτικές. Πρόταση τροποποίησης: Αναδιατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 1 ν. 3468/2006 ως εξής: «2. Η προστασία του κλίματος, μέσω της προώθησης της παραγωγής ενέργειας από Α.Π.Ε., αποτελεί περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα υψίστης σημασίας, η οποία ασκείται σε συνέργεια με την προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, την πολιτιστική κληρονομιά και τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης.» Και προσθήκη νέας παρ. 5: «5. Η επίτευξη των εθνικών στόχων για τις Α.Π.Ε. εξειδικεύεται με κριτήρια χωρικής καταλληλότητας, τοπιακής φέρουσας ικανότητας, κοινωνικής αποδοχής και προστασίας της τοπικής αναπτυξιακής φυσιογνωμίας, ιδίως σε περιοχές υψηλής οικολογικής, αισθητικής, ιστορικής, πολιτισμικής ή βιωματικής αξίας.» ΑΡΘΡΟ 7 Η διάταξη μιλά για ενημέρωση, ευαισθητοποίηση, οδηγίες και κατάρτιση, όμως όλο το περιεχόμενό της είναι προσανατολισμένο κυρίως στα δικαιώματα των ενεργών πελατών, στις τεχνολογίες, στις πιστοποιήσεις εγκαταστατών και στα διαθέσιμα μέτρα στήριξης. Απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά η ενημέρωση για τις χωρικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και τοπιακές συνέπειες των έργων. Όμως η δημόσια πληροφόρηση δεν μπορεί να εξαντλείται στα πλεονεκτήματα, στις τεχνικές λεπτομέρειες και στην αγορά. Η ουσιαστική συμμετοχή προϋποθέτει επαρκή, προσβάσιμη και ισόρροπη πληροφόρηση όχι μόνο για τα οφέλη αλλά και για τις κοινωνικο-περιβαλλοντικές, πολιτισμικές και οικονομικές επιπτώσεις. Οι διαβουλεύσεις στην Ελλάδα είναι συχνά προσχηματικές, φτωχές σε προσβασιμότητα και ανεπαρκείς για διαμόρφωση τεκμηριωμένης θέσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010) απαιτεί ενδυνάμωση της συνείδησης των πολιτών για την αξία των τοπίων και τις μεταβολές τους, καθώς και εκπαίδευση και επιμόρφωση σε θέματα πολιτικής τοπίου. Επομένως, το Άρθρο 6, ενώ κινείται σε σωστή κατεύθυνση, παραμένει στενά ενεργειακο-τεχνικό και όχι πραγματικά δημοκρατικό-τοπιακό. Πρόταση τροποποίησης: Στην παρ. 1Α, μετά το εδάφιο περί δίκαιης κατανομής κόστους και οφελών, να προστεθεί: «Για τη δίκαιη κατανομή του κόστους και των οφελών λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη, πέραν των ενεργειακών, τεχνικών και οικονομικών παραμέτρων, οι περιβαλλοντικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και τοπιακές επιπτώσεις των κοινών έργων στις επηρεαζόμενες περιοχές, καθώς και η συμβατότητά τους με τους στόχους ποιότητας τοπίου και τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης.» Προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παρ. 6Α: «6Β. Πριν από τη σύναψη συμφωνίας για κοινό έργο διενεργείται ειδική αξιολόγηση χωρικής και τοπιακής καταλληλότητας, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον: α) εκτίμηση τοπιακού χαρακτήρα, β) εκτίμηση τοπιακής φέρουσας ικανότητας, γ) τεκμηρίωση συμβατότητας με υφιστάμενες παραγωγικές, πολιτισμικές και κοινωνικές λειτουργίες της περιοχής, και δ) διαδικασία πρώιμης και ουσιαστικής διαβούλευσης με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές και τις επηρεαζόμενες κοινότητες.» ΑΡΘΡΟ 8 Η συνεργασία νοείται αποκλειστικά ως συνεργασία ιχνηλασιμότητας, αειφορίας καυσίμων και διοικητικών δεδομένων, όχι ως συνεργασία ανταλλαγής εμπειρίας και τεχνογνωσίας για τις κοινωνικές και τοπιακές διαστάσεις της μετάβασης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), αντίθετα, προβλέπει συνεργασία για τη βελτίωση των μέτρων που λαμβάνονται, ανταλλαγή εμπειριών, μεθοδολογίας και πληροφοριών σε ζητήματα τοπίου. Υπάρχει ανάγκη για Landscape Character Assessments και Landscape Capacity Assessments, καθώς και για συμμετοχικό σχεδιασμό, ακριβώς επειδή η απλή τεχνική ιχνηλασιμότητα δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις που γεννά η ενεργειακή μετάβαση. Πρόταση τροποποίησης στο Άρθρο 8: Αναδιατύπωση της παρ. 1 ως εξής: «1. Με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πολλαπλής διεκδίκησης μεμονωμένων παρτίδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Διεύθυνση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εναλλακτικών Καυσίμων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ως αρμόδια για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου των ανανεώσιμων καυσίμων και των καυσίμων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, σύμφωνα με τα άρθρα 32Ζ και 32ΖΑ, συνεργάζεται με τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών μελών και με αναγνωρισμένα εθελοντικά και εθνικά καθεστώτα και, στο πλαίσιο αυτό, ανταλλάσσει, όπου απαιτείται, δεδομένα. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει επίσης ανταλλαγή πληροφοριών, μεθοδολογιών και βέλτιστων πρακτικών σχετικά με τη χωρική καταλληλότητα, την κοινωνική αποδοχή, τη συμμετοχή του κοινού και την προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου στο πλαίσιο της ανάπτυξης έργων Α.Π.Ε..» ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: Το Κεφάλαιο αυτό ενισχύει θεσμικά την ενεργειακή μετάβαση, αλλά δεν ενισχύει εξίσου τη χωρική και τοπιακή της νομιμοποίηση. Στα άρθρα 3–8 λείπει μια ιδρυτική παραδοχή: ότι η μετάβαση δεν εξαντλείται σε καύσιμα, στόχους, πιστοποιήσεις, ενημέρωση τεχνικών και διακρατικές συμφωνίες, αλλά συντελείται πάνω σε τοπία που είναι πολιτισμικά και κοινωνικά σημασιοδοτημένα. Γι’ αυτό και προτείνονται στοχευμένες προσθήκες που εισάγουν τους όρους «τοπίο», «πολιτική τοπίου», «στόχοι ποιότητας τοπίου», «τοπιακή φέρουσα ικανότητα», «διαβούλευση» και «πολυκριτηριακή εκτίμηση κόστους και οφέλους». Έτσι το νομοσχέδιο θα παύσει να είναι ένα αποκλειστικά ενεργειακό κείμενο με χωρικές συνέπειες και θα γίνει ένα πραγματικά χωρικό και αναπτυξιακό εργαλείο με ενεργειακό σκοπό. Άρθρο 9 Το άρθρο 9 εμφανίζει το βασικό θεωρητικό και κανονιστικό πρόβλημα όλου του Κεφαλαίου: οι Περιοχές Επιτάχυνσης συγκροτούνται κυρίως με όρους αρνητικού αποκλεισμού και τεχνικής καταλληλότητας, όχι με όρους θετικής τοπιακής αξιολόγησης. Δηλαδή, ο χώρος θεωρείται κατάλληλος εφόσον βρίσκεται εκτός Natura, εκτός ορισμένων ευαίσθητων περιοχών και εκτός ζωνών όπου προβλέπονται σημαντικές επιπτώσεις. Αυτό όμως δεν συνάδει ούτε με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), η οποία αντιμετωπίζει το τοπίο ως περιοχή όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό και απαιτεί πολιτικές προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού για όλα τα τοπία, ούτε με το ότι η ενεργειακή χωροθέτηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τον χαρακτήρα, την ταυτότητα, τις βιωματικές ποιότητες και τη φέρουσα ικανότητα του τοπίου. Οι fast-track εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας δεν αποτελούν τη μόνη οδό αξιοποίησης των ΑΠΕ και απαιτούνται εργαλεία όπως Landscape Character Assessments και Landscape Capacity Assessments, τα οποία σήμερα δεν εφαρμόζονται επαρκώς στην Ελλάδα. Επιπλέον, η διατύπωση περί «υποβαθμισμένων εδαφών που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς» είναι προβληματική, επειδή υπονοεί ότι το μη παραγωγικό ή μη καλλιεργήσιμο ισοδυναμεί αυτομάτως με χωρικά και τοπιακά διαθέσιμο. Αυτό είναι αναγωγιστικό: ακόμη και ένα φαινομενικά «υποβαθμισμένο» τοπίο μπορεί να έχει ιστορική, κοινωνική, συμβολική ή αναπτυξιακή αξία, ενώ η ίδια η έννοια της υποβάθμισης δεν μπορεί να εξαντλείται σε αγροτική αχρηστία. Οι μεγάλες αιολικές εγκαταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν πολυδιάστατα το τοπίο —γεωμορφολογικά, αισθητικά, κοινωνικοοικονομικά, ιστορικά και βιωματικά— και άρα δεν αρκεί μια γενική ΣΜΠΕ χωρίς ειδική τοπιακή τεκμηρίωση. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη, μετά το τρίτο εδάφιο του νέου άρθρου 7Α, παραγράφου ως εξής: «Ο καθορισμός των Περιοχών Επιτάχυνσης βασίζεται, πέραν των ενεργειακών, τεχνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, και σε ειδική αξιολόγηση του τοπιακού χαρακτήρα, της τοπιακής φέρουσας ικανότητας και της συμβατότητας των προτεινόμενων έργων με τους στόχους ποιότητας τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της περ. δ) της ίδιας υπουργικής απόφασης ως εξής: «δ) δύναται είτε να δοθεί προτεραιότητα σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη, εφόσον τεκμηριώνεται ότι δεν φέρουν ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, κοινωνική ή πολιτισμική σημασία και δεν υπονομεύεται η δυνατότητα αποκατάστασης ή εναλλακτικής βιώσιμης αξιοποίησής τους, είτε να εξαιρεθούν συγκεκριμένοι τύποι τεχνολογιών…» Τέλος, προτείνεται η προσθήκη στην περ. ε): «…και ειδική αναφορά στην αξιολόγηση των επιπτώσεων στον χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα, τη συνοχή και τη βιωματική ποιότητα του τοπίου.» Άρθρο 10 Εδώ είναι το πιο σοβαρό προβληματικό σημείο του Κεφαλαίου, διότι εισάγει ως βασική αρχή την εξαίρεση από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και από την ειδική οικολογική αξιολόγηση για έργα ΑΠΕ εντός Περιοχών Επιτάχυνσης. Αυτή η ρύθμιση συμπυκνώνει μια λογική εκ των προτέρων θεσμικής αποφόρτισης των έργων, σαν να θεωρείται ότι η χωρική ένταξη σε Περιοχή Επιτάχυνσης έχει ήδη εξαντλήσει το ουσιαστικό ζήτημα της καταλληλότητας. Το τοπίο δεν είναι στατικό χωρικό δοχείο αλλά δυναμικό, βιωμένο και κοινωνικά σημασιοδοτημένο σύστημα, του οποίου οι μεταβολές δεν προδικάζονται πλήρως σε ένα αρχικό στρατηγικό επίπεδο. Τα έργα μεγάλης κλίμακας έχουν συχνά σημαντικές κοινωνικο-πολιτισμικές και τοπιακές συνέπειες, ενώ η περιβαλλοντική αξιολόγηση στην Ελλάδα συχνά υποβαθμίζει το τοπίο σε οπτικό μόνο ζήτημα (Pavlis, 2025). Συνεπώς απαιτούνται ποιοτικότερες προσεγγίσεις και όχι μια λογική απλής τεχνικής διευκόλυνσης. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το άρθρο προβλέπει περιβαλλοντική αδειοδότηση μόνο εφόσον διαπιστωθούν «σημαντικές απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες» λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας της γεωγραφικής περιοχής. Η διατύπωση αυτή είναι υπερβολικά στενή, διότι αφήνει εκτός πεδίου κρίσιμες κατηγορίες επιπτώσεων: σωρευτικές αλλοιώσεις τοπιακού χαρακτήρα, ασυμβατότητα με την κλίμακα του τοπίου, υπονόμευση της αισθητικής και βιωματικής ποιότητας, προσβολή της τοπικής ταυτότητας και σύγκρουση με χρήσεις όπως ο ήπιος τουρισμός ή η αγροτική πολυλειτουργικότητα. Με άλλα λόγια, το άρθρο κρατά τη διοικητική πόρτα ανοιχτή μόνο για το «απρόβλεπτο», ενώ το κύριο πρόβλημα στα τοπία είναι συχνά ακριβώς το προβλέψιμο αλλά θεσμικά υποτιμημένο. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η αναδιατύπωση της παρ. 1 του νέου άρθρου 7Β ως εξής: «Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα της παρ. 2 του άρθρου 7Α, υπάγονται σε ειδική απλοποιημένη διαδικασία περιβαλλοντικής και τοπιακής αξιολόγησης, κατά την οποία ελέγχεται η συμμόρφωσή τους με τους όρους της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης, η συμβατότητά τους με τον τοπιακό χαρακτήρα της περιοχής και η απουσία σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον και το τοπίο.» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση του τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 ως εξής: «…η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή εκδίδει βεβαίωση υπαγωγής στην απλοποιημένη διαδικασία ή δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, βάσει σαφών αποδεικτικών στοιχείων, ότι τα έργα είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν σημαντικές δυσμενείς συνέπειες, ιδίως λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας, τοπιακής ασυμβατότητας, σωρευτικών επιπτώσεων, σοβαρής αλλοίωσης του τοπιακού χαρακτήρα ή ουσιώδους υπονόμευσης της κοινωνικής και πολιτισμικής λειτουργίας του τοπίου, οι οποίες δεν μπορούν να μετριαστούν…» Και να προστεθεί νέα παράγραφος: «Για τα έργα της παρούσας διενεργείται υποχρεωτικά συνοπτική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων, στην οποία εξετάζονται τουλάχιστον η ορατότητα, η σχέση κλίμακας έργου–τοπίου, η επίδραση στον τοπιακό χαρακτήρα, οι σωρευτικές επιπτώσεις και η συμβατότητα με υφιστάμενες παραγωγικές, πολιτισμικές και βιωματικές λειτουργίες του χώρου.» Άρθρο 11 Το άρθρο 11 οργανώνει μια διοικητική αλληλουχία εξαιρετικά συμπιεσμένη χρονικά, με έμφαση στην ταχεία έκδοση βεβαιώσεων, προσφορών σύνδεσης, αδειών εγκατάστασης και συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι ότι το κράτος επιδιώκει αποτελεσματικότητα, αλλά ότι η αποτελεσματικότητα αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από κάθε ουσιαστική πρόβλεψη συμμετοχικής ή/και τοπιακής κρίσης. Το μόνο σημείο στο οποίο εμφανίζονται τρίτοι είναι οι «αντιρρήσεις», αλλά αυτές λειτουργούν ως τυπικό, περιορισμένο διοικητικό στάδιο και όχι ως πραγματική διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης για τον χώρο. Αυτό συγκρούεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ( ν. 3827/2010), η οποία απαιτεί θεσμοθέτηση διαδικασιών συμμετοχής των πολιτών, των τοπικών και περιφερειακών αρχών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών στην πολιτική τοπίου, Η έλλειψη ουσιαστικής δημόσιας συμμετοχής είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης της κοινωνικής αντίδρασης και απονομιμοποίησης των έργων (Pavlis, 2025). Δεύτερον, το άρθρο δομείται λες και η διαδικασία αδειοδότησης είναι αποκλειστικά ζήτημα τεχνικής πληρότητας φακέλου. Όμως, ένα έργο ΑΠΕ δεν είναι απλώς τεχνική εγκατάσταση αλλά υποδομή που αναδιαμορφώνει τον χώρο, την ταυτότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες του. Συνεπώς, μια διαδικασία που δεν ενσωματώνει ούτε στοιχειώδη τεκμηρίωση κοινωνικής αποδοχής, ούτε υποχρέωση εξέτασης της συμβατότητας με τοπικές αναπτυξιακές στρατηγικές, παραμένει διοικητικά γρήγορη αλλά ουσιαστικά χωρικά τυφλή. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου στο τέλος του άρθρου 7Γ ως εξής: «Πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης για σταθμούς Α.Π.Ε. εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, διασφαλίζεται διαδικασία έγκαιρης και ουσιαστικής διαβούλευσης με τις οικείες τοπικές και περιφερειακές αρχές και με το ενδιαφερόμενο κοινό, ιδίως όταν πρόκειται για έργα ικανά να επιφέρουν ουσιώδη μεταβολή στον τοπιακό χαρακτήρα ή στις παραγωγικές, κοινωνικές και πολιτισμικές λειτουργίες της περιοχής.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης: «Η πλήρωση των διοικητικών και τεχνικών προϋποθέσεων δεν απαλλάσσει την αρμόδια αρχή από την υποχρέωση ελέγχου της συμμόρφωσης του έργου με τους όρους τοπιακής συμβατότητας και τις κατευθύνσεις της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης.» Και προσθήκη νέας παραγράφου: «Για έργα με σημαντική χωρική, οπτική ή σωρευτική επίδραση, η αδειοδοτούσα αρχή λαμβάνει υπόψη ειδική τεκμηρίωση σχετικά με τη συμβατότητα του έργου με τον τοπιακό χαρακτήρα, την τοπική αναπτυξιακή φυσιογνωμία και τις κοινωνικές λειτουργίες του χώρου.» Άρθρο 12 H επιτάχυνση δεν είναι απλώς λειτουργική επιλογή αλλά καθίσταται κανονιστική αρχή που υπερισχύει σχεδόν όλων των άλλων παραμέτρων. Καθορίζονται αυστηρές συνολικές προθεσμίες, ενώ από τον υπολογισμό εξαιρούνται μεγάλα τμήματα της πραγματικής διαδικασίας, ιδίως ο χρόνος κατασκευής, κρίσιμες αναβαθμίσεις δικτύου και η διάρκεια δικαστικών προσφυγών. Το αποτέλεσμα είναι μια θεσμική σύλληψη όπου το ζητούμενο είναι η μέγιστη συντόμευση της διοικητικής τροχιάς, χωρίς αντίστοιχη θεσμική πρόνοια για τη διασφάλιση του χρόνου που απαιτεί η ουσιαστική αξιολόγηση του χώρου και του τοπίου. Aυτό είναι προβληματικό, γιατί το τοπίο δεν είναι αντικείμενο που αξιολογείται απλώς υπό καθεστώς χρονικού στόχου· είναι πεδίο πολυπαραγοντικών σχέσεων, μνήμης, εμπειρίας και κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Το δεύτερο πρόβλημα είναι πιο λεπτό αλλά εξίσου σοβαρό: η αφαίρεση του χρόνου των δικαστικών προσφυγών από τον υπολογισμό της διαδικασίας ουσιαστικά σημαίνει ότι η κοινωνική και νομική σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως εξωτερική παρεμβολή και όχι ως πιθανό σύμπτωμα ελλειμματικού σχεδιασμού. Όμως, οι συγκρούσεις γύρω από τις ΑΠΕ στην Ελλάδα δεν είναι απλώς NIMBY αντιδράσεις, αλλά συχνά εκφράζουν βαθύτερες τοπιακές, κοινωνικές, αναπτυξιακές και δημοκρατικές εντάσεις. Άρα, ένα θεσμικό πλαίσιο που μετρά τον χρόνο χωρίς να μετρά τη χωρική και κοινωνική νομιμοποίηση, διευκολύνει μεν την επιτάχυνση, αλλά αυξάνει την πιθανότητα σύγκρουσης και τελικά υπονομεύει τη σταθερότητα των ίδιων των έργων. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7Δ ως εξής: «Η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις προθεσμίες του παρόντος, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η επαρκής περιβαλλοντική, χωρική και τοπιακή αξιολόγηση και η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, όπου αυτή απαιτείται.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέου εδαφίου στη δεύτερη παράγραφο: «Η επίκληση έκτακτων περιστάσεων για την παράταση των προθεσμιών περιλαμβάνει και περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται πρόσθετη αξιολόγηση λόγω ιδιαίτερης τοπιακής ευαισθησίας, σωρευτικών επιπτώσεων ή σοβαρής κοινωνικής αμφισβήτησης του έργου.» Και προσθήκη νέας παραγράφου: «Σε περιπτώσεις έργων που προβλέπεται να επηρεάσουν ουσιωδώς τον τοπιακό χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα ή τις κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες μιας περιοχής, η αρμόδια αρχή δύναται, με ειδική αιτιολογία, να επιμηκύνει εύλογα τη διαδικασία για την ολοκλήρωση της απαιτούμενης αξιολόγησης και διαβούλευσης.» ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: Το βασικό πρόβλημα αυτού του Κεφαλαίου είναι ότι δεν οργανώνει απλώς μια ταχύτερη αδειοδότηση· οργανώνει μια νέα χωρική κανονικότητα, στην οποία το έργο προηγείται του τοπίου και η επιτάχυνση προηγείται της ουσιαστικής χωρικής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο απαιτεί το τοπίο να αντιμετωπίζεται ως κοινός πόρος, ως αντικείμενο προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού και ως πεδίο διατύπωσης στόχων ποιότητας κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης. Το Κεφάλαιο Γ΄ δεν συνιστά απλώς εργαλείο ενεργειακής μετάβασης, αλλά εργαλείο επιτάχυνσης μιας μετάβασης χωρικά και τοπιακά ελλειμματικής. Άρθρο 13 Το άρθρο 13 μεταφέρει εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης την ίδια βασική λογική που ήδη διατρέχει το νομοσχέδιο: η αδειοδοτική διαδικασία αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ζήτημα χρονικής συμπίεσης και διοικητικής επιτάχυνσης. Έτσι, ακόμη και εκτός των ειδικά προνομιακών ζωνών, ο χώρος προσεγγίζεται ως πεδίο ταχείας διεκπεραίωσης και όχι ως πεδίο σύνθετης κοινωνικής και τοπιακής αξιολόγησης. Το γεγονός ότι ένα έργο βρίσκεται εκτός Περιοχής Επιτάχυνσης δεν σημαίνει ότι εγκαθίσταται σε τοπίο χαμηλής αξίας ή σε χώρο χωρίς ισχυρές κοινωνικές, πολιτισμικές και αναπτυξιακές λειτουργίες. Οι μεγάλες fast-track εγκαταστάσεις δεν αποτελούν τη μόνη βιώσιμη οδό ενεργειακής μετάβασης, εγείρουν ζητήματα βιωσιμότητας και απαιτείται ορθολογικός χωρικός σχεδιασμός με σεβασμό στην ποικιλομορφία, τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του τοπίου. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι οι προθεσμίες του άρθρου παρουσιάζονται ως ουδέτερες, ενώ στην πράξη ιεραρχούν τον χρόνο έναντι της ουσιαστικής κρίσης. Όταν δε από τον συνολικό χρόνο εξαιρούνται ο χρόνος σύνδεσης, οι σημαντικές αναβαθμίσεις δικτύου και ο χρόνος δικαστικών προσφυγών, η επιτάχυνση γίνεται σε μεγάλο βαθμό λογιστική: εμφανίζεται ένας κλειστός χρόνος διοικητικής συμμόρφωσης, αλλά όχι ο πραγματικός χρόνος κοινωνικής, χωρικής και νομικής ωρίμανσης του έργου. Από τη σκοπιά της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, η πολιτική τοπίου συνεπάγεται θεσμικά εργαλεία για προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό όλων των τοπίων, καθώς και διατύπωση στόχων ποιότητας τοπίου μετά από δημόσια διαβούλευση. Το άρθρο 13 δεν λαμβάνει υπόψη αυτά τα στοιχεία. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου του νέου άρθρου 4Α ως εξής: «Η διάρκεια αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.), συμπεριλαμβανομένων των εξαιρούμενων σταθμών, που εγκαθίστανται εκτός περιοχών επιτάχυνσης, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η επαρκής περιβαλλοντική, χωρική και τοπιακή αξιολόγηση των έργων, καθώς και η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, όπου αυτή απαιτείται.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέας παραγράφου: «Για έργα εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης, ιδίως σε περιοχές με ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, έντονη κοινωνική προσκόλληση, παραγωγική πολυλειτουργικότητα ή πολιτισμική σημασία, η αρμόδια αρχή εξετάζει ειδικά τη συμβατότητα του έργου με τον χαρακτήρα, τη φέρουσα ικανότητα και τους στόχους ποιότητας του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.» Και προσθήκη στο τελευταίο μέρος του άρθρου: «Η εξαίρεση των δικαστικών προσφυγών από τον υπολογισμό της διάρκειας δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση εξέτασης των αιτίων κοινωνικής και χωρικής σύγκρουσης που συνδέονται με την εγκατάσταση του έργου.» Άρθρο 14 Η θέσπιση σαφέστερης προθεσμίας για την Οριστική Προσφορά Σύνδεσης απαντά σε υπαρκτό ζήτημα διοικητικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η σύνδεση αποτελεί κρίσιμο βήμα στην ενεργοποίηση ενός έργου, δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται ως ουδέτερο τεχνικό στάδιο, πλήρως αποσυνδεδεμένο από τη συνολική καταλληλότητα του έργου. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 5 ν. 4951/2022 του εξής εδαφίου: «Η χορήγηση της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης δεν υποκαθιστά τον έλεγχο χωρικής και τοπιακής συμβατότητας του έργου και των συνοδών έργων σύνδεσης, όπου αυτός απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία.» Άρθρο 15 Το άρθρο 15 είναι ιδιαίτερα προβληματικό, επειδή εισάγει ένα εξαιρετικά συμπιεσμένο χρονικό πλαίσιο ενενήντα ημερών για όλη τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Με τον τρόπο αυτό, η αδειοδότηση προσεγγίζεται ως σχεδόν αυτοματοποιημένη διοικητική αλληλουχία, σαν να πρόκειται για εγγενώς χωρικά ουδέτερα έργα. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει δεκτό άκριτα. Το τοπίο δεν απειλείται μόνο από αιολικά έργα· απειλείται από κάθε μορφή μαζικής και χωρικά άκαμπτης ενεργειακής εγκατάστασης που επιβάλλει νέα οπτική, λειτουργική και κοινωνική γεωμετρία στον χώρο. Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να σέβεται την ποικιλομορφία, τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του και να θεμελιώνεται σε βασικές αρχές ορθολογικού χωρικού σχεδιασμού και δημόσιας διαβούλευσης . Μια διαδικασία ενενήντα ημερών, χωρίς πρόβλεψη για ειδική χωρική και τοπιακή κρίση, κινδυνεύει να λειτουργήσει αδιακρίτως. Το πρόβλημα εντείνεται επειδή το άρθρο αφορά σταθμούς της περ. ιστ) της παρ. 1 του άρθρου 33, δηλαδή εξαιρούμενα έργα, για τα οποία ο νομοθέτης φαίνεται να θεωρεί ότι η μικρότερη τυπική βαρύτητα συνεπάγεται και μειωμένη ανάγκη ουσιαστικής αξιολόγησης. Όμως ούτε το μικρό μέγεθος ούτε η τεχνολογία από μόνα τους αρκούν ως τεκμήριο χωρικής αβλαβούς ένταξης. Η καταλληλότητα εξαρτάται από τη σχέση του έργου με την κλίμακα, τις χρήσεις, τις αξίες και τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου τοπίου (Pavlis, 2025). Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η αναδιατύπωση της νέας παρ. 8 του άρθρου 33 ως εξής: «8. Ειδικά για φωτοβολταϊκούς σταθμούς της περ. ιστ) της παρ. 1, η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης δύναται να επιταχύνεται, εφόσον δεν προκύπτουν ουσιώδεις περιβαλλοντικές, χωρικές ή τοπιακές επιπτώσεις και εφόσον τα έργα εγκαθίστανται σε τεχνητές ή ήδη έντονα ανθρωπογενώς μετασχηματισμένες επιφάνειες ή σε χώρους των οποίων η καταλληλότητα έχει προηγουμένως τεκμηριωθεί. Στις λοιπές περιπτώσεις εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.» Εναλλακτικά, αν διατηρηθεί το 90ήμερο, να προστεθεί τουλάχιστον: «Η προθεσμία της παρούσας δεν εφαρμόζεται όταν το έργο χωροθετείται σε περιοχή με ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, σε περιοχή με ισχυρή παραγωγική, πολιτισμική ή κοινωνική λειτουργία ή όταν απαιτείται ειδική τεκμηρίωση χωρικής και τοπιακής συμβατότητας.» Άρθρο 16 Δεν εντοπίζεται μείζον εννοιολογικό πρόβλημα. Παρ’ όλα αυτά, η οριζόντια ταχεία χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης για όλους τους εξαιρούμενους σταθμούς ≤150 kW ενδέχεται να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι τέτοια έργα είναι πάντοτε χωρικά ή τοπιακά αμελητέα. Εφόσον το νομοσχέδιο οικοδομεί γενικά μια λογική επιτάχυνσης, καλό είναι να παραμείνει σαφές ότι ούτε η χαμηλή ισχύς αναιρεί αυτομάτως την ανάγκη εξέτασης των τοπικών συνθηκών. Η παρατήρηση αυτή είναι χρήσιμη ακριβώς για να μη χαθεί η αρχή της site-specific αξιολόγησης. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 4951/2022 του εξής εδαφίου: «Η ανωτέρω προθεσμία δεν θίγει την υποχρέωση ελέγχου της συμβατότητας του σταθμού με τυχόν ισχύοντες χωρικούς, περιβαλλοντικούς και τοπιακούς περιορισμούς της περιοχής εγκατάστασης.» Άρθρο 17 Το άρθρο 17 είναι ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα διοικητικής συμπίεσης, καθώς μειώνει την αρχική απόκριση του Διαχειριστή σε πέντε ημέρες και επιπλέον προβλέπει ότι η συνολική διαδικασία αδειοδότησης των γνωστοποιούμενων σταθμών, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα ημέρες. Εδώ η διοίκηση προσεγγίζει πλέον ορισμένες κατηγορίες έργων σχεδόν ως αντικείμενα αυτόματης διεκπεραίωσης. Όμως ακόμη και η απλούστευση πρέπει να έχει όρια, επειδή η χωρική και τοπιακή σημασία ενός έργου δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάγεται σε γνωστοποίηση. Oι κοινωνικές αντιδράσεις και οι συγκρούσεις γύρω από τα έργα ΑΠΕ συνδέονται με την κλίμακα, την τοπιακή φέρουσα ικανότητα, τις χρήσεις, τη δημόσια συμμετοχή και τη σημασία του τόπου για τις τοπικές κοινωνίες (Pavlis, 2025). Μια διαδικασία τριάντα ημερών είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνδυαστεί με ουσιαστική κρίση σε τέτοιες περιπτώσεις. Ακόμη πιο προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι, αν ο Διαχειριστής δεν απαντήσει εντός πέντε ημερών μετά την ολοκλήρωση των έργων σύνδεσης, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προχωρήσει ο ίδιος στη σύνδεση του σταθμού στην εσωτερική ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει το πνεύμα αυτοματισμού και μετατοπίζει περαιτέρω το βάρος από τη διοικητική ευθύνη στην de facto ενεργοποίηση του έργου. Aυτό δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα γιατί κάθε τέτοιος θεσμικός αυτοματισμός μειώνει το περιθώριο ουσιαστικού ελέγχου της χωρικής συμβατότητας. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η αναδιατύπωση της νέας παρ. 8 του άρθρου 38 ως εξής: «8. Η διαδικασία αδειοδότησης για τους γνωστοποιούμενους σταθμούς δύναται να επιταχύνεται και να μην υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα (30) ημέρες, μόνον εφόσον πρόκειται για έργα περιορισμένης χωρικής όχλησης, για τα οποία δεν προκύπτουν ουσιώδεις περιβαλλοντικές, χωρικές ή τοπιακές επιπτώσεις και δεν απαιτείται ειδική αξιολόγηση συμβατότητας με τον τοπιακό χαρακτήρα της περιοχής.» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση του εδαφίου περί μη απόκρισης του Διαχειριστή ως εξής: «Σε περίπτωση μη απόκρισης του αρμόδιου Διαχειριστή εντός της ως άνω προθεσμίας, ο ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει την αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος από ανώτερο αρμόδιο όργανο ή από την Υπηρεσία Μίας Στάσης· η μη απόκριση δεν τεκμαίρει αυτοδικαίως δυνατότητα σύνδεσης χωρίς προηγούμενο έλεγχο τήρησης των προβλεπόμενων όρων.» Η τροποποίηση αυτή είναι σημαντική, γιατί αναστέλλει τον αυτοματισμό χωρίς να αναιρεί την ανάγκη διοικητικής ταχύτητας. Άρθρο 18 Η ριζική ανανέωση μπορεί πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις, να συνιστά εύλογη προτεραιότητα έναντι νέων έργων, ιδίως όταν δεν επεκτείνει ουσιωδώς το αποτύπωμα του σταθμού. Ωστόσο, το άρθρο όπως διατυπώνεται αντιμετωπίζει τη ριζική ανανέωση κυρίως ως διαδικαστικό και τεχνικό ζήτημα, με έμφαση στην προτεραιοποίηση, στις συντομευμένες προθεσμίες και στη γρήγορη έκδοση νέων προσφορών, αδειών και συμβάσεων. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η «ριζική ανανέωση» δεν είναι πάντοτε χωρικά αμελητέα. Αντίθετα, μπορεί να συνεπάγεται σημαντική μεταβολή ως προς τον όγκο, το ύψος, τα τεχνικά χαρακτηριστικά, την ορατότητα, τη σχέση με την κλίμακα του τοπίου και τις σωρευτικές επιπτώσεις. Aυτά δεν μπορούν να υποβαθμίζονται σε δευτερεύον ζήτημα, επειδή η τοπιακή συμβατότητα δεν εξαρτάται μόνο από το αν το έργο είναι «παλαιό» ή «υφιστάμενο». Το πρόβλημα οξύνεται από το κριτήριο της προτεραιότητας όταν η αύξηση της μέγιστης ισχύος δεν υπερβαίνει το 15% και δεν προκύπτει μεγαλύτερη επιβάρυνση του δικτύου. Αυτή η θεώρηση είναι αποκλειστικά ενεργειακο-τεχνική. Όμως μια αύξηση ισχύος, μια αντικατάσταση εξοπλισμού ή μια μεταβολή τεχνικών χαρακτηριστικών μπορεί να έχει δυσανάλογες τοπιακές συνέπειες ακόμη κι αν το δίκτυο δεν επιβαρύνεται σημαντικότερα. Η κρίσιμη παράμετρος δεν είναι μόνο το grid burden αλλά η μεταβολή στη σχέση του έργου με το τοπίο. Oι αξιολογήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη γεωγραφία, το ιστορικό πλαίσιο, τις τοπικές χρήσεις γης και τις κοινωνικές διαστάσεις. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παρ. 4 του άρθρου 42 ως εξής: «4Α. Η προτεραιότητα εξέτασης αιτήσεων ριζικής ανανέωσης δεν εφαρμόζεται αυτομάτως όταν από τα νέα τεχνικά χαρακτηριστικά του σταθμού προκύπτει ενδεχόμενη ουσιώδης μεταβολή της οπτικής παρουσίας, της σχέσης κλίμακας έργου–τοπίου, της σωρευτικής επίδρασης ή του τοπιακού χαρακτήρα της περιοχής εγκατάστασης. Στις περιπτώσεις αυτές διενεργείται ειδικός έλεγχος τοπιακής συμβατότητα, βάσει των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων» Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της παρ. 4 ως εξής: «Η αίτηση για χορήγηση νέας Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης εξετάζεται κατά προτεραιότητα από τον αρμόδιο Διαχειριστή έναντι λοιπών αιτήσεων, εφόσον δεν προκύπτει: α) αύξηση της μέγιστης ισχύος παραγωγής μεγαλύτερη από δεκαπέντε τοις εκατό (15%), β) επιβάρυνση του δικτύου σε βαθμό μεγαλύτερο από τα αρχικά τεχνικά χαρακτηριστικά, και γ) ουσιώδης μεταβολή της χωρικής, οπτικής ή τοπιακής επίδρασης του σταθμού.» Και προσθήκη νέας παραγράφου πριν από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 42: «Για σταθμούς που προβαίνουν σε ριζική ανανέωση εξετάζεται, όπου απαιτείται, η συμβατότητα των νέων χαρακτηριστικών του έργου με τον χαρακτήρα, τη φέρουσα ικανότητα και τις κοινωνικές και αναπτυξιακές λειτουργίες του τοπίου της περιοχής εγκατάστασης.» Συνολική παρατήρηση το Κεφάλαιο Δ Το Κεφάλαιο Δ΄ γενικεύει εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης την ίδια λογική που έχει ήδη εγκαθιδρυθεί εντός αυτών: ταχύτερες διαδικασίες, στενότερα διοικητικά χρονοδιαγράμματα, προτεραιοποίηση, απλούστευση και σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν αυτοματοποιημένη αδειοδοτική ροή. Από άποψη ενεργειακής διοίκησης, αυτό μπορεί να παρουσιαστεί ως εξορθολογισμός. Από την άλλη, όμως, το βασικό πρόβλημα παραμένει ότι η νομοθεσία επιταχύνει διαδικασίες χωρίς να εισάγει ισοβαρώς μηχανισμούς χωρικής/ τοπιακής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο βλέπει το τοπίο ως κοινό πόρο, ως πεδίο αντιληπτό από τον λαό και ως αντικείμενο προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού, με συμμετοχή των πολιτών και διατύπωση στόχων ποιότητας. Άρθρο 22 Το άρθρο 22 παρουσιάζει μια χαρακτηριστική μονομέρεια: αντιμετωπίζει την «προέλευση» αποκλειστικά ως ζήτημα ενεργειακής ιχνηλασιμότητας και εμπορικής απόδειξης, όχι και ως ζήτημα χωρικής και τοπιακής ενσωμάτωσης της ενέργειας. Με άλλα λόγια, η ενέργεια αποκτά πιστοποιημένη προέλευση, αλλά όχι χωρική λογοδοσία ως προς τις συνθήκες παραγωγής της. Όμως η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι απλώς αλλαγή καυσίμου ή τεχνολογίας, αλλά κοινωνικο-χωρικός μετασχηματισμός με συνέπειες για την ταυτότητα, τον χαρακτήρα και τις βιωματικές ποιότητες και αξίες του τοπίου. Τα ενεργειακά έργα δεν πρέπει να αξιολογούνται μόνο με όρους παραγωγής και αγοράς, αλλά και με όρους βιωσιμότητας, δημόσιας διαβούλευσης και ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι θεσπίζει ένα σύστημα πιστοποίησης το οποίο μπορεί εύκολα να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποϋλοποίησης της ενεργειακής προέλευσης: ο τελικός καταναλωτής πληροφορείται το «πράσινο» χαρακτηριστικό της ενέργειας, χωρίς το θεσμικό πλαίσιο να απαιτεί αντίστοιχη πληροφόρηση για τη χωρική, κοινωνική ή τοπιακή συνθήκη υπό την οποία αυτή παράχθηκε. Έτσι, η εγγύηση προέλευσης κινδυνεύει να γίνει εργαλείο αγοράς αποσυνδεδεμένο από το πραγματικό εδαφικό (territorial) και τοπιακό αποτύπωμα της παραγωγής. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη, στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 15 ν. 3468/2006, εδαφίου ως εξής: «Η χρήση των Εγγυήσεων Προέλευσης δεν απαλλάσσει τους παραγωγούς, τους προμηθευτές και τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωση διασφάλισης ότι η παραγωγή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές διενεργείται κατά τρόπο συμβατό με τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης και της προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.» Και προσθήκη στην παρ. 3 του άρθρου 15 του εξής εδαφίου: «Η πληροφόρηση προς τους τελικούς καταναλωτές για την προέλευση της ενέργειας μπορεί να συνοδεύεται, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κώδικα του Φορέα Έκδοσης, από συνοπτικά στοιχεία σχετικά με το είδος της εγκατάστασης παραγωγής και τη βασική χωρική κατηγορία του τόπου εγκατάστασής της.» Άρθρο 23 Το άρθρο 23 βελτιώνει τεχνικά το περιεχόμενο και τη διαδικασία έκδοσης των εγγυήσεων προέλευσης, ιδίως ως προς τα χρονικά διαστήματα, τις κατηγορίες ενέργειας, τα μητρώα και τις μετρήσεις. Όμως παραμένει πλήρως εγκλωβισμένο σε μια λογική τεχνικής πιστοποίησης χωρίς χωρικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην εγγύηση αφορούν πηγή, περίοδο παραγωγής, ισχύ, ενίσχυση και στοιχεία σταθμού, αλλά δεν υπάρχει καμία πρόνοια, έστω προαιρετική ή συνοπτική, για το αν η ενέργεια προέρχεται από εγκατάσταση χωρικά/ τοπιακά συμβατή, από έργο ενταγμένο σε Περιοχή Επιτάχυνσης, από έργο που έτυχε λειτουργικής ή επενδυτικής ενίσχυσης χωρίς κοινωνική ανταποδοτικότητα ή από σταθμό εγκατεστημένο σε τοπίο ιδιαίτερης ευαισθησίας. Έτσι, το ενεργειακό προϊόν αποκτά υψηλή λογιστική διαφάνεια αλλά μηδενική τοπιακή διαφάνεια. Η αξιολόγηση των ενεργειακών έργων πρέπει να περιλαμβάνει τη γεωγραφία, το ιστορικό πλαίσιο, τις τοπικές χρήσεις γης, την κοινωνική αποδοχή και να λαμβάνει υπόψη τον τοπιακό χαρακτήρα και τη φέρουσα ικανότητα του τοπίου. Όταν η νομοθεσία χτίζει ένα εξελιγμένο καθεστώς μητρώων και πιστοποιήσεων χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για την κοινωνικο-χωρική ορατότητα αυτών των έργων, ενισχύει τη μετατροπή της ενεργειακής μετάβασης σε τεχνικό-αγοραίο σύστημα αποκομμένο από τους τόπους παραγωγής. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη νέας περίπτωσης στην παρ. 1 του άρθρου 17 ν. 3468/2006 ως εξής: «ζ) όπου είναι διαθέσιμο και τεχνικά εφικτό, συνοπτική αναφορά στο καθεστώς χωρικής εγκατάστασης του σταθμού, ιδίως εάν ο σταθμός βρίσκεται εντός ή εκτός Περιοχής Επιτάχυνσης, καθώς και εάν υπόκειται σε ειδικούς όρους περιβαλλοντικής ή τοπιακής προστασίας.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέου εδαφίου μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 5: «Ο Φορέας Έκδοσης δύναται να δημοσιεύει, σε συγκεντρωτική μορφή, στοιχεία για τη χωρική κατανομή των εγκαταστάσεων που συνδέονται με εγγυήσεις προέλευσης, ώστε να ενισχύεται η διαφάνεια ως προς τη γεωγραφική και χωρική διάσταση της παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας.» Άρθρο 24 Η εισαγωγή ειδικού πλαισίου για πιλοτικά έργα καινοτόμων τεχνολογιών μπορεί να είναι θεμιτή. Όμως η εξουσιοδότηση προς τη Ρ.Α.Α.Ε.Υ. να ρυθμίζει κριτήρια επιλογής και πλαίσιο αδειοδότησης περιορίζεται κυρίως σε ζητήματα εθνικής άμυνας, ασφάλειας, δημόσιας υγείας και συμβατότητας με το Ειδικό Χωροταξικό για ΑΠΕ. Αυτό είναι ανεπαρκές. Τα πιλοτικά έργα, ακριβώς επειδή εισάγουν νέες τεχνολογίες, νέες μορφές χωρικής παρουσίας και συχνά νέες αβεβαιότητες, οφείλουν να εξετάζονται όχι μόνο ως πειραματικές ενεργειακές εφαρμογές αλλά και ως εν δυνάμει νέες μορφές μετασχηματισμού τοπίου. Η απουσία ρητής αναφοράς στην τοπιακή συμβατότητα και στη δημόσια διαβούλευση είναι εδώ ακόμη πιο προβληματική, επειδή το «πιλοτικό» μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε δίαυλο παράκαμψης αυστηρότερων κριτηρίων, ακριβώς λόγω του καινοτομικού χαρακτήρα του έργου. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η αναδιατύπωση της περ. β) της νέας παρ. 4 του άρθρου 18Β ως εξής: «β) το πλαίσιο αδειοδότησης των εν λόγω έργων, χωρίς να θίγονται η εθνική άμυνα και ασφάλεια, η δημόσια υγεία και ασφάλεια, το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), καθώς και οι αρχές της προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.» Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέας περ. στ): «στ) ειδικά κριτήρια αξιολόγησης της χωρικής, περιβαλλοντικής, κοινωνικής και τοπιακής συμβατότητας των πιλοτικών έργων, καθώς και διαδικασία έγκαιρης ενημέρωσης και διαβούλευσης με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.» Άρθρο 25 Το άρθρο 25 είναι κατά βάση νομοτεχνική και λειτουργική επέκταση των αρμοδιοτήτων του Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. ως προς τον υπολογισμό μειγμάτων και τον έλεγχο της χρήσης εγγυήσεων προέλευσης. Δεν υπάρχει εδώ μείζον θεωρητικό πρόβλημα από μόνο του. Ωστόσο, στο μέτρο που ο φορέας αποκτά ενισχυμένο ρόλο στον προσδιορισμό του «υπολειπόμενου μείγματος» και στην παρακολούθηση του τρόπου με τον οποίο αποδίδεται στους καταναλωτές η προέλευση της ενέργειας, θα ήταν εύλογο να συνδεθεί αυτή η αρμοδιότητα και με μια πιο διευρυμένη λογική διαφάνειας. Εφόσον το νομοσχέδιο χτίζει έναν ολοένα πιο λεπτομερή μηχανισμό ενεργειακής λογιστικής, καό θα ήταν να μην αποκόπτεται πλήρως αυτή η λογιστική από τη χωρική και τοπιακή ορατότητα της παραγωγής. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της περ. στ) της παρ. 2 του άρθρου 118 ν. 4001/2011 του εξής εδαφίου: «Ο Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. δύναται να δημοσιεύει σε ετήσια βάση συγκεντρωτικά στοιχεία σχετικά με τη γεωγραφική και κατηγορική κατανομή των εγκαταστάσεων που συνδέονται με εγγυήσεις προέλευσης, προς ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς και της ενημέρωσης των καταναλωτών.» Άρθρο 26 Το άρθρο 26 κινείται στη σωστή κατεύθυνση ως προς την αναγνώριση της ανάγκης αξιολόγησης κανονιστικών και διοικητικών φραγμών για τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις ενέργειας. Όμως είναι ελλιπές ως προς τα κριτήρια της αξιολόγησης. Η διάταξη μιλά για κανονιστικούς και διοικητικούς φραγμούς, αλλά δεν εντάσσει στην αξιολόγηση τις χωρικές, κοινωνικές και τοπιακές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν υγιώς και δίκαια οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις. Οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις δεν είναι ουδέτερες. Μπορούν να λειτουργήσουν είτε ως μέσο σταθεροποίησης μιας κοινωνικά και χωρικά ισορροπημένης μετάβασης είτε ως μηχανισμός περαιτέρω ενίσχυσης ενεργειακών επενδύσεων αποσυνδεδεμένων από το τοπικό συμφέρον. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου 2ΣΤ ως εξής: «Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να προωθήσει τη σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων ενέργειας από Α.Π.Ε., αξιολογεί τους κανονιστικούς, διοικητικούς, χωρικούς και κοινωνικούς φραγμούς, στηριζόμενο σε μελέτες ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, καθώς και σε μελέτες των εποπτευόμενων φορέων του. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει ιδίως την επίδραση των εν λόγω συμβάσεων στην ανάπτυξη αποκεντρωμένων έργων, στην κοινωνική αποδοχή, στη στήριξη τοπικών και κοινοτικών σχημάτων ενέργειας και στη συμβατότητα της ενεργειακής ανάπτυξης με τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης και της πολιτικής τοπίου. Τα μέτρα και οι πολιτικές που προκύπτουν από την αξιολόγηση συμπεριλαμβάνονται στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα και στις ενοποιημένες εθνικές εκθέσεις προόδου.» Άρθρο 27 Το άρθρο 27 είναι συνολικά θετικό ως προς την αποκέντρωση, την ευελιξία και τη συμμετοχή μικρών ή κινητών συστημάτων στην αγορά. Μπορεί να ιδωθεί ως βήμα προς μια λιγότερο συγκεντρωτική ενεργειακή αρχιτεκτονική, πιο συμβατή με μικρότερης κλίμακας, αποκεντρωμένες και δυνητικά πιο τοπιακά ενσωματώσιμες μορφές ενεργειακής μετάβασης. Εκεί όπου χρειάζεται προσοχή είναι στο ότι το άρθρο βλέπει την ευελιξία κυρίως ως ζήτημα δικτύου, αγοράς και τεχνικής βελτιστοποίησης. Θα ήταν θεσμικά χρησιμότερο να αναδειχθεί και ο χωρικός-αναπτυξιακός ρόλος αυτών των μικρών και κινητών συστημάτων: δηλαδή ότι μπορούν να λειτουργήσουν και ως εναλλακτική σε επεκτάσεις δικτύων και σε χωρικά βαριές υποδομές, συμβάλλοντας σε ενεργειακή μετάβαση μικρότερου τοπιακού αποτυπώματος. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη στην παρ. 2 του άρθρου 15 ν. 4001/2011, μετά τη φράση περί έξυπνων δικτύων, των λέξεων: «καθώς και η προώθηση αποκεντρωμένων ενεργειακών λύσεων μικρής κλίμακας που δύνανται να μειώνουν την ανάγκη για εκτεταμένες χωρικές και δικτυακές επεμβάσεις». Προτείνεται επίσης η προσθήκη στην περ. (ι) της παρ. 2 του άρθρου 127 ν. 4001/2011 του εξής εδαφίου: «Κατά την εξέταση εναλλακτικών λύσεων ανάπτυξης του δικτύου, λαμβάνεται υπόψη και η δυνατότητα περιορισμού των χωρικών/ τοπιακών επιπτώσεων μέσω της αξιοποίησης αποκεντρωμένης παραγωγής, αποθήκευσης, απόκρισης ζήτησης και μικρών ή κινητών συστημάτων.» Η ίδια λογική μπορεί να προστεθεί και στην αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 131Β. Άρθρο 28 Οι Διαχειριστές καλούνται να δημοσιεύουν στοιχεία για μερίδια παραγωγής, εκπομπές, ένταση εκπομπών, προβλέψεις, απόκριση ζήτησης και παραγωγή από αυτοκαταναλωτές και κοινότητες. Ωστόσο, και εδώ επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: υψηλή διαφάνεια των ροών, μηδενική σχεδόν διαφάνεια των χωρικών και τοπιακών συνθηκών παραγωγής. Θα ήταν πολύ πιο συνεκτικό ένα σύστημα δημοσιοποίησης που να επιτρέπει όχι μόνο να γνωρίζουμε «πόση» πράσινη ενέργεια παράγεται, αλλά και «πώς» και «πού» αυτή εντάσσεται στον χώρο. Η γεωγραφία της ενεργειακής μετάβασης έχει τεράστια σημασία, ακριβώς επειδή διαφορετικές χωρικές μορφές παραγωγής έχουν διαφορετικές συνέπειες για το τοπίο, την τοπική οικονομία και την κοινωνική νομιμοποίηση. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 1 του νέου άρθρου 2ΓΑ του εξής εδαφίου: «Στον βαθμό που αυτό είναι τεχνικά εφικτό και χωρίς να θίγονται ζητήματα ασφάλειας και προστασίας δεδομένων, οι Διαχειριστές δημοσιεύουν και συγκεντρωτικά στοιχεία για τη γεωγραφική κατανομή της παραγωγής από Α.Π.Ε. ανά βασική κατηγορία χώρου και εγκατάστασης, ώστε να ενισχύεται η διαφάνεια ως προς τη χωρική διάσταση της ενεργειακής μετάβασης.» Και προσθήκη στην παρ. 2: «Η απόφαση της Ρ.Α.Α.Ε.Υ. δύναται να προβλέπει και μορφότυπα παρουσίασης δεδομένων κατάλληλους για την αποτύπωση βασικών χωρικών χαρακτηριστικών της παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας.» Άρθρο 29 Το άρθρο 29 κινείται στην ίδια κατεύθυνση με το άρθρο 27 και, συνολικά, δεν παρουσιάζει σοβαρό πρόβλημα· αντιθέτως, ενισχύει τη δυνατότητα συμμετοχής μικρών και κινητών συστημάτων στην αγορά εξισορρόπησης. Αυτή η κατεύθυνση είναι δυνητικά θετική, επειδή συμβάλλει σε πιο ευέλικτα και αποκεντρωμένα σχήματα διαχείρισης ενέργειας, άρα και σε δυνατότητες περιορισμού της πίεσης για μεγάλες, χωρικά επιθετικές υποδομές. Ωστόσο, όπως και στο άρθρο 27, λείπει μια στοιχειώδης αναγνώριση ότι η διεύρυνση της συμμετοχής αυτών των πόρων μπορεί να υπηρετήσει όχι μόνο τη λειτουργική ασφάλεια και την αγορά, αλλά και έναν πιο ισορροπημένο χωρικό μετασχηματισμό της ενεργειακής μετάβασης. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της περ. κα) της παρ. 2 του άρθρου 17 ν. 4425/2016 του εξής: «Κατά τον καθορισμό των τεχνικών απαιτήσεων και των κανόνων συμμετοχής, λαμβάνεται υπόψη και η συμβολή των μικρών ή κινητών ηλεκτρικών συστημάτων στη μείωση της ανάγκης για εκτεταμένες νέες ενεργειακές υποδομές και στη στήριξη αποκεντρωμένων μορφών ενεργειακής μετάβασης.» Άρθρο 30 Το άρθρο 30 είναι κατά βάση τεχνικό και, σε μεγάλο βαθμό, θετικό ως προς την πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο σε δεδομένα μπαταριών, την έξυπνη επαναφόρτιση και την αμφίδρομη επαναφόρτιση. Τέτοιες ρυθμίσεις μπορούν να υποστηρίξουν ένα πιο αποκεντρωμένο και έξυπνο ενεργειακό μοντέλο, με δυνητικά μικρότερη εξάρτηση από μεγάλες χωρικές επεμβάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η διάταξη περιορίζεται πλήρως στη διαλειτουργικότητα, στην πρόσβαση και στα δεδομένα, χωρίς να συνδέει αυτή την τεχνολογική εξέλιξη με έναν ευρύτερο στρατηγικό στόχο περιορισμού του χωρικού/ τοπιακού αποτυπώματος της μετάβασης. Θα είχε αξία να αναδειχθεί ότι η αξιοποίηση έξυπνης φόρτισης, οικιακής αποθήκευσης και αμφίδρομης λειτουργίας δεν είναι μόνο τεχνολογική βελτίωση, αλλά μέρος ενός διαφορετικού υποδείγματος ενεργειακής οργάνωσης, λιγότερο συγκεντρωτικού και δυνητικά περισσότερο συμβατού με τη διαφοροποίηση και τη φέρουσα ικανότητα των τοπίων. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 3 του νέου άρθρου 20Α ν. 4710/2020 του εξής εδαφίου: «Η προώθηση των λειτουργιών έξυπνης και αμφίδρομης επαναφόρτισης εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό αποκεντρωμένων και ευέλικτων ενεργειακών συστημάτων, με σκοπό τη μείωση της ανάγκης για χωρικά εκτεταμένες ενεργειακές υποδομές και την υποστήριξη μιας ενεργειακής μετάβασης συμβατής με τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης.» Συνολική παρατήρηση για το Κεφάλαιο ΣΤ: Το Κεφάλαιο ΣΤ΄ είναι σαφώς λιγότερο προβληματικό από τα κεφάλαια που αφορούν άμεσα την επιτάχυνση της χωροθέτησης και της αδειοδότησης. Κινείται κυρίως στο πεδίο της αγοράς, της ιχνηλασιμότητας, της διαφάνειας, της ευελιξίας και της τεχνολογικής προσαρμογής. Παρ’ όλα αυτά, ακριβώς εκεί αναδεικνύεται ένα ευρύτερο έλλειμμα του νομοσχεδίου: ακόμη και όταν οικοδομεί προηγμένους μηχανισμούς διαχείρισης, δεδομένων, εγγυήσεων και συμμετοχής μικρών πόρων, το κάνει σχεδόν αποκλειστικά με όρους αγοράς, λειτουργίας συστήματος και διοικητικής αποτελεσματικότητας, όχι με όρους χωρικής και τοπιακής επίγνωσης. Αυτό είναι σημαντικό γιατί η ενεργειακή μετάβαση δεν κρίνεται μόνο στο επίπεδο του τιμολογίου, της εξισορρόπησης ή της ιχνηλασιμότητας, αλλά και στο επίπεδο του πώς οι ενεργειακές υποδομές και οι νέες τεχνολογίες αναδιοργανώνουν σχέσεις ανθρώπων, τόπων και τοπίων. Άρθρο 98 Το άρθρο 98 κινείται σε μια κατεύθυνση συστηματοποίησης των κατηγοριών προστασίας και των επιτρεπόμενων χρήσεων, όμως παραμένει ισχυρά εγκλωβισμένο σε μια στενά βιοφυσική και «λειτουργιστική» αντίληψη του προστατευόμενου χώρου. Παρότι γίνεται μνεία σε «πολιτισμικές αξίες» μόνο στη ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, το τοπίο δεν ενσωματώνεται ως διακριτή παράμετρος προστασίας, αξιολόγησης και ρύθμισης σε όλο το εύρος του άρθρου. Έτσι, το κανονιστικό σχήμα υποβαθμίζει τη συμβολική, αισθητηριακή, ιστορική και βιωματική διάσταση των προστατευόμενων περιοχών και αντιμετωπίζει τον χώρο κυρίως ως φορέα οικοτόπων, ειδών και χρήσεων. Αυτό είναι κρίσιμο έλλειμμα, διότι σε πολλές περιοχές Natura το προστατευτέο διακύβευμα δεν εξαντλείται στην οικολογική ακεραιότητα, αλλά αφορά και τη φυσιογνωμία, τη σχέση ανθρώπου–χώρου, την ιστορικότητα των χρήσεων, την αναγνωρισιμότητα του τόπου και τη συνοχή του τοπίου, λαμβάνοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010). Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Να προστεθεί, στην αρχή του άρθρου 19, μετά το πρώτο εδάφιο της περ. α), νέο εδάφιο ως εξής: «Κατά τον χαρακτηρισμό, την οριοθέτηση, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των προστατευόμενων περιοχών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, και η αξία του τοπίου ως βιωμένης, αντιληπτής, ιστορικά και πολιτισμικά διαμορφωμένης χωρικής ολότητας, συμπεριλαμβανομένων της αισθητικής, συμβολικής, κοινωνικής και της ευρύτερης πολιτισμικής του σημασίας.» 1. Ορισμός «Περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας» Η διατύπωση της παρ. α) εστιάζει αποκλειστικά στην παρουσία τύπων οικοτόπων και ειδών. Η επιλογή αυτή είναι νομικά κατανοητή ως προς τη λογική του Natura 2000, αλλά κανονιστικά ανεπαρκής για μια σύγχρονη προσέγγιση προστασίας, διότι αποσυνδέει το προστατευτέο αντικείμενο από τη μορφή και την εμπειρία του τόπου. Σε πολλά τοπία υψηλής οικολογικής αξίας, η βιοποικιλότητα είναι αδιαχώριστη από τη μακρά ιστορική διαμόρφωση του αγροτικού και ορεινού τοπίου. Αν το άρθρο παραμείνει μόνο στη γλώσσα των «τύπων οικοτόπων και ειδών», χάνει τη δυνατότητα να προστατεύσει τον χαρακτήρα του τόπου ως σύνθεση φύσης, ιστορίας και κοινωνικής πρακτικής, όπως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010). Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Στην περ. α) της αρχής του άρθρου 19, μετά τις λέξεις: «που χρήζουν προστασίας και διατήρησης» να προστεθούν οι λέξεις: «, καθώς και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τοπίου που αποτυπώνουν τη χωρική συνοχή, τη φυσιογνωμία, την ιστορική εξέλιξη και τη σχέση φύσης και ανθρώπινης παρουσίας». 2. Ονοματοδοσία και συγκρότηση ευρύτερων περιοχών Η πρόβλεψη ότι περισσότερες περιοχές μπορούν να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας είναι θετική, αλλά η διατύπωση παραμένει διοικητική και φυσιοκεντρική. Δεν αναγνωρίζει ρητά ότι πολλές προστατευόμενες ενότητες συγκροτούνται ως ενιαία τοπιακά συστήματα, με κοινή μορφολογία, κοινή αναγνωρισιμότητα και ενιαία εμπειρία χώρου. Χωρίς αυτή τη ρητή πρόβλεψη, η ενοποίηση μπορεί να παραμείνει τεχνική και όχι ουσιαστική. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Στην περ. β), μετά τις λέξεις: «βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους» να προστεθούν οι λέξεις: «ή/και βάσει της τοπιακής τους ενότητας, της κοινής φυσιογνωμίας τους και της ιστορικά διαμορφωμένης σχέσης μεταξύ φυσικών και ανθρωπογενών στοιχείων». 3. Κατηγορία «Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί» Η συγκεκριμένη διατύπωση υιοθετεί μια στενά φυσιοκεντρική προσέγγιση, η οποία υποβαθμίζει το τοπίο σε «λειτουργικό τμήμα της φύσης» ή σε άθροισμα μεμονωμένων φυσικών στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό, το τοπίο αποσυνδέεται από τον κατεξοχήν σχεσιακό και υβριδικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε αντικείμενο τεχνικής ταξινόμησης και διαχείρισης. Η εκτενής απαρίθμηση φυσικών σχηματισμών ενισχύει αυτή την αποσπασματοποίηση, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την ολότητα, τη δομή και τη σημασία του τοπίου προς επιμέρους «σημεία» οικολογικής αξίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), το τοπίο ορίζεται ως «περιοχή, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών ή/και ανθρώπινων παραγόντων» (άρθρ. 1α), δηλαδή ως προϊόν αλληλεπίδρασης φυσικών και ανθρώπινων παραγόντων, αλλά και ως πεδίο εμπειρίας, αντίληψης και αξιακής απόδοσης . Στο υπό εξέταση σχέδιο νόμου απουσιάζει πλήρως αυτή η διάσταση, καθώς δεν αναγνωρίζονται ούτε οι κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες του τοπίου, ούτε ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση και αξιολόγησή του. Παράλληλα, η έμφαση σε οικολογικά, γεωλογικά και γεωμορφολογικά κριτήρια συγκροτεί ένα περιορισμένο πλαίσιο αποτίμησης, που αγνοεί την αισθητική, συμβολική και την ευρύτερη πολιτισμική διάσταση του τοπίου, όπως αυτή αναδεικνύεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ως θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητας, ποιότητας ζωής και της συλλογικής ευημερίας . Επιπλέον, η ένταξη των προστατευόμενων σχηματισμών σε ζώνες κλιμακούμενης προστασίας, αν και θεσμικά αναμενόμενη, δεν θεμελιώνεται σε μια ολοκληρωμένη τοπιακή προσέγγιση (π.χ. μέσω στόχων ποιότητας τοπίου ή συμμετοχικών διαδικασιών), αλλά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια διοικητική λογική χωρικής ρύθμισης. Συνολικά, η παράγραφος δεν συγκροτεί μια συνεκτική πολιτική τοπίου, αλλά αναπαράγει ένα τεχνοκρατικό σχήμα διαχείρισης φυσικών στοιχείων, στο οποίο το τοπίο αποδυναμώνεται ως εμπειρία, σχέση και φορέας νοήματος. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Η φράση: «Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της…» να αντικατασταθεί ως εξής: «Ως προστατευόμενα τοπία χαρακτηρίζονται περιοχές με ιδιαίτερη οικολογική, αισθητική, ιστορική, πολιτισμική, κοινωνική ή γεωμορφολογική αξία, των οποίων η φυσιογνωμία προκύπτει από τη διαχρονική αλληλεπίδραση φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και συγκροτεί αναγνωρίσιμη, βιωμένη και συμβολικά φορτισμένη χωρική ενότητα. Ως προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται μεμονωμένα στοιχεία ή δημιουργήματα της φύσης σημειακού ή περιοχικού χαρακτήρα, τα οποία έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική, γεωμορφολογική ή αισθητική αξία.» 4. Απουσία ρητής τοπιακής διάστασης στις ζώνες προστασίας Το μεγαλύτερο δομικό πρόβλημα του άρθρου είναι ότι οι τέσσερις ζώνες προστασίας οργανώνονται αποκλειστικά γύρω από την ένταση της οικολογικής προστασίας. Δεν προβλέπεται ότι η οριοθέτηση, οι χρήσεις και τα μέτρα πρέπει να συναρτώνται και με τη διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της οπτικής ακεραιότητας, της εμπειρίας του τόπου και της πολιτισμικής συνέχειας. Έτσι, ακόμη και αν προστατεύεται τυπικά ένα οικοσύστημα, μπορεί να νομιμοποιούνται παρεμβάσεις που αλλοιώνουν δραστικά τον χαρακτήρα και τη βιωμένη εικόνα του χώρου. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Να προστεθεί, μετά τη φράση: «μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω» νέο εδάφιο ως εξής: «Κατά τον καθορισμό των ζωνών αυτών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, η διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της οπτικής ακεραιότητας, των ιστορικών ιχνών και της βιωματικής ποιότητας του τόπου.» 5. Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης Η ζώνη απόλυτης προστασίας ορίζεται μεν αυστηρά, αλλά η διατύπωση για τις επιτρεπόμενες χρήσεις παραπέμπει γενικά στις κατηγορίες του π.δ. 59/2018. Αυτό δημιουργεί μια υπερβολικά πολεοδομική και τυπολογική λογική ρύθμισης σε μια κατηγορία που θα έπρεπε να διέπεται από την αρχή της ελάχιστης δυνατής επέμβασης. Λείπει επίσης σαφής αναφορά στην αποφυγή αλλοίωσης της αισθητηριακής και τοπιακής ακεραιότητας. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Στο τέλος της περιγραφής της ζώνης απόλυτης προστασίας της φύσης να προστεθεί εδάφιο: «Στις ζώνες αυτές αποκλείονται επεμβάσεις ή χρήσεις που, έστω και αν δεν συνεπάγονται άμεση οικολογική βλάβη, αλλοιώνουν τη μορφή, τη σιωπή, την οπτική ακεραιότητα και τις βιωματικές ποιότητες του προστατευόμενου τοπίου.» 6. Ζώνη προστασίας της φύσης Η υφιστάμενη διατύπωση αναφέρεται στην προστασία της «φυσικής κατάστασης, σύνθεσης ή εξέλιξης» του περιβάλλοντος. Πρόκειται για σημαντική αλλά ελλιπή φόρμουλα, διότι η έννοια της ουσιώδους μεταβολής θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τη μεταβολή της τοπιακής φυσιογνωμίας, ιδίως σε περιοχές όπου το τοπίο αποτελεί αναπόσπαστη διάσταση του προστατευτέου αντικειμένου. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Στο εδάφιο: «Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του.» να προστεθούν, μετά τη λέξη «εξέλιξή του», οι λέξεις: «, καθώς και την τοπιακή φυσιογνωμία, την αισθητική συνοχή και τη βιωμένη σχέση ανθρώπου και τόπου». 7. Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών Η ζώνη αυτή οργανώνεται γύρω από την έννοια του «βαθμού διατήρησης» των προστατευτέων αντικειμένων. Ωστόσο, στις περισσότερες ελληνικές περιοχές Natura, η κατάσταση διατήρησης οικοτόπων και ειδών συνδέεται συχνά με ιστορικές χρήσεις γης, αγροτικές πρακτικές, αναβαθμίδες, μονοπάτια, μωσαϊκά καλλιέργειας και ημιφυσικής βλάστησης. Αν η διαχείριση δεν αναγνωρίσει αυτή τη σχέση, κινδυνεύει να αποσυνδέσει την προστασία της φύσης από το πολιτισμικό τοπίο που την έχει συνδιαμορφώσει. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Στο πρώτο εδάφιο της περ. γ), μετά τις λέξεις: «που αυτές φιλοξενούν» να προστεθούν οι λέξεις: «, καθώς και των τοπιακών δομών και ιστορικών χρήσεων γης που συνδέονται λειτουργικά με αυτά». 8. Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων Εδώ υπάρχει η μόνη ρητή αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όμως η θέση της είναι περιοριστική και προβληματική. Δηλαδή, οι πολιτισμικές αξίες δεν αναγνωρίζονται ως στοιχείο του προστατευτέου χώρου συνολικά, αλλά μόνο ως κάτι που μπορεί να «συνυπάρχει» σε μια ηπιότερη ζώνη. Αυτό υποβαθμίζει το τοπίο σε δευτερεύον παράγοντα και το εξορίζει ουσιαστικά από τις αυστηρότερες κατηγορίες προστασίας. Η διατύπωση θα έπρεπε να αναγνωρίζει ότι οι πολιτισμικές και τοπιακές αξίες διαπερνούν το σύνολο της προστατευόμενης περιοχής. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Η φράση: «στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες» να αντικατασταθεί ως εξής: «στις οποίες το προστατευτέο αντικείμενο συνδέεται με τοπιακές, ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φυσιογνωμίας και της διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής». 9. Δυνατότητα πολεοδόμησης έως 20% σε όμορα τμήματα ζώνης βιώσιμης διαχείρισης Η δυνατότητα καθορισμού οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση σε τμήματα ζωνών βιώσιμης διαχείρισης, ακόμη και υπό προϋποθέσεις, εισάγει μια έντονα αναπτυξιακή λογική μέσα σε προστατευόμενο κανονιστικό πλαίσιο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι και βαθιά τοπιακό: η επέκταση σχεδίου πόλεως ή οικισμού μπορεί να αλλοιώσει μη αναστρέψιμα τα όρια οικισμού-υπαίθρου, την κλίμακα του χώρου, τη μορφολογική συνέχεια, τη θέαση, την αναγνωρισιμότητα και τη συνολική φυσιογνωμία της προστατευόμενης περιοχής. Το κριτήριο του 20% είναι υπερβολικά αδρό και ποσοτικό· δεν αποτιμά το ποιόν και τη θέση της επέμβασης μέσα στο τοπίο. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Η υποπερ. δδ) να αντικατασταθεί ως εξής: «δδ) η έκταση προς πολεοδόμηση τεκμηριώνεται ως απολύτως αναγκαία, περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο μέτρο και δεν επιτρέπεται να επιφέρει ουσιώδη αλλοίωση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της θέασης, της αναγνωρισιμότητας και της σχέσης οικισμού και υπαίθρου της οικείας προστατευόμενης περιοχής. Η σχετική τεκμηρίωση περιλαμβάνει υποχρεωτικώς ειδική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων.» Και να διαγραφεί η φράση: «η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) της συνολικής έκτασης της ζώνης». 10. Ειδικά καθεστώτα και απεικόνιση σε σχέδια χρήσεων γης Η πρόβλεψη ότι στις ζώνες μπορεί να περιλαμβάνονται περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα είναι ορθή, αλλά η διατύπωση παραμένει απλή καταγραφή επικάλυψης καθεστώτων. Δεν προβλέπει υποχρέωση ενοποιημένης ανάγνωσης του χώρου. Έτσι, αρχαιολογικός χώρος, δάσος, βιότοπος και προστατευόμενο τοπίο μπορεί να εμφανίζονται ως παράλληλα επίπεδα χωρίς ουσιαστική σύνθεση. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Μετά τη φράση: «και απεικονίζονται στα, κατά περίπτωση, σχέδια χρήσεων γης» να προστεθεί: «, με τρόπο που να αποτυπώνει και να αξιολογεί τη μεταξύ τους λειτουργική, ιστορική και τοπιακή συνάφεια, ώστε η ρύθμιση των χρήσεων να διασφαλίζει ενιαία προστασία του χαρακτήρα του τόπου.» 11. Επιτρεπόμενες δραστηριότητες στο σύνολο των ζωνών Η οριζόντια πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες επιτρέπονται δραστηριότητες όπως πεζοπορία, ορειβασία, αναρρίχηση, ιππασία, σπηλαιοπεριήγηση κ.λπ. είναι υπερβολικά γενική. Παρουσιάζει τις δραστηριότητες αυτές ως κατ’ αρχήν ουδέτερες, ενώ στην πράξη η έντασή τους, η χωρική συγκέντρωση, οι συνοδευτικές υποδομές και η εποχική πίεση μπορεί να επιφέρουν σοβαρή τοπιακή και οικολογική υποβάθμιση. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν επιτρέπονται, αλλά πού, πώς, σε ποια κλίμακα και με ποια φέρουσα ικανότητα. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Στην περ. ε), μετά την απαρίθμηση των δραστηριοτήτων, να προστεθεί εδάφιο: «Οι δραστηριότητες αυτές επιτρέπονται μόνον εφόσον ασκούνται κατά τρόπο συμβατό με τη φέρουσα ικανότητα, την οικολογική ακεραιότητα, την τοπιακή συνοχή και τη βιωματική ποιότητα της οικείας περιοχής, χωρίς την εγκατάσταση ή πρόκληση συνοδευτικών υποδομών ή παρεμβάσεων που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του τόπου.» 12. Κριτήριο «ακεραιότητας της περιοχής» Στο τέλος του άρθρου, η δυνατότητα προσωρινών ή μόνιμων περιορισμών συνδέεται με την «ακεραιότητα της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες». Η διατύπωση αυτή είναι πολύ στενή. Η ακεραιότητα μιας προστατευόμενης περιοχής δεν είναι μόνο οικολογική αλλά και τοπιακή, ιδίως όταν μιλάμε για τόπους με ισχυρή μορφολογική, ιστορική και πολιτισμική ενότητα. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Η φράση: «για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες» να αντικατασταθεί ως εξής: «για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες, τη τοπιακή συνοχή, τη φυσιογνωμία και τη συνολική ποιότητα του προστατευόμενου χώρου». Συνοπτική αποτίμηση: Το βασικό πρόβλημα του άρθρου 98 είναι ότι, ενώ φαίνεται να οργανώνει με πληρότητα τις κατηγορίες προστασίας, στην πραγματικότητα δεν ενσωματώνει ουσιαστικά το τοπίο ως αυτοτελή άξονα περιβαλλοντικής προστασίας και χωρικής ρύθμισης. Το τοπίο εμφανίζεται αποσπασματικά, κυρίως ως ειδική κατηγορία ή ως δευτερεύουσα αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όχι όμως ως διαπεραστική αρχή που πρέπει να κατευθύνει τον χαρακτηρισμό, τη ζωνοποίηση, τις επιτρεπόμενες χρήσεις και την ερμηνεία της ακεραιότητας. Έτσι, το άρθρο παραμένει εγκλωβισμένο σε μια διοικητική και βιοφυσική λογική, χωρίς να συλλαμβάνει τις προστατευόμενες περιοχές ως βιωμένους, ιστορικά παραγόμενους και πολιτισμικά νοηματοδοτημένους τόπους. Αν, όμως, υιοθετηθούν οι προτεινόμενες αλλαγές (υπάρχουν σχετικά σχόλια σε όλο το σχέδιο νόμου), αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της καλής εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο στην Ελλάδα. Μια τέτοια κατεύθυνση είχε, έστω μερικώς, επιχειρηθεί με την εισαγωγή των Ενοτήτων Τοπίου στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της περιόδου 2014–2016, χωρίς όμως να ακολουθηθεί στη συνέχεια από άλλη αξιόλογη, συστηματική ή επιχειρησιακή δράση. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα αναθεώρηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ευκαιρία επανενεργοποίησης της τοπιακής διάστασης της περιβαλλοντικής πολιτικής και του χωρικού σχεδιασμού, όχι περιθωριακά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της προστασίας και διαχείρισης των περιοχών Natura 2000. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ Οργανωτικά και υπηρεσιακά θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εποπτευόμενων φορέων αυτού και Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (άρθρα 102-108) Άρθρο 104 Η ίδρυση ειδικής διοικητικής μονάδας για τη διαχείριση του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης είναι καταρχήν εύλογη και υπηρετεί τη διοικητική συγκρότηση του Υπουργείου. Ωστόσο, η ρύθμιση έχει έντονα συγκεντρωτικό και επιταχυμένο χαρακτήρα, ιδίως ως προς τη στελέχωση, καθώς προβλέπει κατ’ εξαίρεση μετατάξεις και αποσπάσεις χωρίς γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων. Αυτό μπορεί να δικαιολογείται με όρους λειτουργικής ανάγκης, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει εγγυήσεις διαφάνειας, αξιοκρατίας και θεσμικής ισορροπίας. Επιπλέον, η επιλογή πολύ συγκεκριμένων κλάδων για θέσεις ευθύνης ίσως αποδειχθεί υπερβολικά περιοριστική για μια μονάδα με έντονο διαχειριστικό, ελεγκτικό και αναπτυξιακό αντικείμενο, που θα μπορούσε να απαιτεί και άλλες ειδικότητες, όπως οι Γεωγράφοι. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Να προστεθεί μετά το εδάφιο για τις μετατάξεις το εξής: «Η επιλογή του προσωπικού γίνεται κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, με ειδική αιτιολόγηση ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των επιλεγέντων και με τήρηση κριτηρίων διαφάνειας, αξιοκρατίας και λειτουργικής καταλληλότητας.» Και να αναδιατυπωθεί το εδάφιο για τους προϊσταμένους ως εξής: «Στην Αυτοτελή Διεύθυνση Διαχείρισης Τ.Π.Α., καθώς και στα Τμήματα που την απαρτίζουν, προΐστανται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ συναφών κλάδων και ειδικοτήτων, ιδίως ΠΕ Γεωτεχνικών ειδικότητας Γεωλόγων, ΠΕ Γεωγράφων, ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού ειδικότητας Διοικητικού-Οικονομικού, ΠΕ Μηχανικών ειδικότητας Πολιτικών Μηχανικών και Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών.» Άρθρο 105 Η ρύθμιση επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα πραγματικό διοικητικό κενό συνέχειας, όμως το κάνει με τρόπο που αναπαράγει το πρόβλημα της παρατεταμένης προσωρινότητας. Η παράταση για ακόμη είκοσι τέσσερις μήνες, με δυνατότητα νέας παράτασης και με ρητή εξαίρεση από βασικές εγγυήσεις του π.δ. 164/2004, δείχνει ότι το κράτος εξακολουθεί να στηρίζεται σε διαδοχικές συμβάσεις για ανάγκες που είναι στην πράξη διαρκείς. Μια τέτοια πρακτική δεν λύνει δομικά το πρόβλημα στελέχωσης του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., αλλά το μεταθέτει χρονικά, με επιβάρυνση τόσο της υπηρεσιακής σταθερότητας όσο και της ασφάλειας των εργαζομένων. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Να προστεθεί στο τέλος του άρθρου το εξής: «Εντός του χρόνου της παράτασης, ο Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. οφείλει να κινήσει τις αναγκαίες διαδικασίες για την οριστική και σταθερή κάλυψη των αντίστοιχων αναγκών, σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης.» Άρθρο 107 Η προσθήκη των λέξεων «διαχειρίζεται, διατηρεί, αυξάνει ή» διευρύνει εμφανώς την ευχέρεια του Δημοσίου ως προς τη μετοχική του παρουσία στον ΑΔΜΗΕ. Ωστόσο, η διατύπωση είναι υπερβολικά ανοιχτή και δεν συνοδεύεται από σαφές πλαίσιο αρχών, σκοπών ή ορίων δημόσιου ελέγχου. Δεδομένου ότι πρόκειται για διαχειριστή κρίσιμης ενεργειακής υποδομής, η ευχέρεια αυτή δεν θα έπρεπε να εμφανίζεται ως απλή δυνατότητα εταιρικής διαχείρισης, αλλά να συνδέεται ρητά με το δημόσιο συμφέρον, την ασφάλεια εφοδιασμού, τη θεσμική ανεξαρτησία του διαχειριστή και τη συμμόρφωση προς το ενωσιακό πλαίσιο ιδιοκτησιακού διαχωρισμού. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Να αναδιατυπωθεί το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 ως εξής: «Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να διαχειρίζεται, διατηρεί, αυξάνει ή περιορίζει την άμεση ή/και έμμεση συμμετοχή αυτού ή νομικών προσώπων που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ΑΔΜΗΕ Α.Ε., αποκλειστικά με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, την ασφάλεια εφοδιασμού, τη διασφάλιση του στρατηγικού χαρακτήρα των δικτύων μεταφοράς και τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο περί ιδιοκτησιακού διαχωρισμού.» Δρ. Ευάγγελος Παυλής Επίκουρος Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης Μέλος ΔΣ Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας – Υπεύθυνος για θέματα Εκπαίδευσης