Αρχική Δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου με τον τίτλο «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΛΙΜΑΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ, ΤΑΜΕΙΟ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»ΜΕΡΟΣ Α΄ ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΛΙΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Άρθρο 1 ΣκοπόςΣχόλιο του χρήστη ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ | 23 Μαρτίου 2026, 09:07




Με απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εισήχθη στις 7 Μαρτίου, ημέρα Σάββατο, σε διαβούλευση το Σχέδιο Νόμου με τον τίτλο «Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, Ταμείο εκσυγχρονισμού και άλλες διατάξεις». Δεδομένου του ασφυκτικού περιθωρίου των 15 ημερών, αλλά και της σοβαρότητας του ζητήματος το οποίο ρυθμίζει ζητήματα ιδιαίτερης αναπτυξιακής και κοινωνικής βαρύτητας, καταθέτω για ενημέρωσή σας και λήψη απόφασης τις παρακάτω εκτιμήσεις, διότι η εξέλιξη της θεσμοθέτησης του Κλιματικού Ταμείου και του Ταμείου Εκσυγχρονισμού που το συνοδεύει, θα επηρεάσει καταλυτικά τις παρεμβάσεις κοινωνικής δικαιοσύνης σε σχέση με την αντιμετώπιση της κλιματική ευαλωτότητας και ενεργειακής ένδειας των πολιτών. Στην ενημέρωση των συντακτών της 19ης Μαρτίου ο Κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Μαρινάκης ανακοίνωσε επίσης ότι η κυβέρνηση υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόταση για αξιοποίηση πόρων ύψους 5,3 δισ. ευρώ από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο. Οι 25 παρεμβάσεις που περιλαμβάνονται στο σχέδιο στοχεύουν στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, την κοινωνική στέγαση και τις βιώσιμες μεταφορές, με έμφαση στα ευάλωτα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις. Μεταξύ των δράσεων περιλαμβάνονται προγράμματα «Εξοικονομώ» για 62.000 κατοικίες και 10.000 μικρές επιχειρήσεις, εγκατάσταση 280.000 αντλιών θερμότητας και ηλιακών θερμοσιφώνων, καθώς και ανέγερση 2.350 κατοικιών για ευάλωτα νοικοκυριά. Στις εξαγγελθείσες δράσεις δεν προβλέπεται ρητή, διακριτή ή ποσοτικά προσδιορισμένη εστίαση στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της πατρίδας μας καθώς και ρητή παρέμβαση εκσυγχρονισμού των δημόσιων μεταφορών στα περιφερειακά αστικά κέντρα. Δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά για προτεραιοποίηση επενδύσεων και παρεμβάσεων σε περιφέρειες όπου καταγράφονται ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά ενεργειακής ένδειας κατοίκων και επιχειρήσεων και όπου σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT για το έτος 2024, το 24% των κατοίκων αδυνατεί να έχει ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα ενώ δαπανά 14% του εισοδήματος για ενέργεια. Με δεδομένο ότι το υψηλότατο και ανερχόμενο λόγω των γεωπολιτικών αναταραχών, ενεργειακό κόστος ασκεί ήδη ασφυκτική πίεση όχι μόνο στα ευάλωτα νοικοκυριά αλλά και στη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, τους ΟΤΑ και τις ΔΕΥΑ καθώς και σε κλάδους κρίσιμους για την τοπική οικονομία, όπως η φιλοξενία και η εστίαση, καθίσταται επιτακτική η σωστή στάθμιση, χωρική και κοινωνική επικέντρωση των παρεμβάσεων. Οι εξελίξεις όλων των τελευταίων ετών, παρά την όποια δημόσια στήριξη ενεργειακού εκσυγχρονισμού προς τα νοικοκυριά τις επιχειρήσεις και τους Δήμους, αν δεν αντιμετωπιστούν στοχευμένα και αποτελεσματικά, κινδυνεύουν να παγιώσουν την ήδη έντονη άνιση γεωγραφική κατανομή υποδομών, επενδύσεων και ευκαιριών στη χώρα και το αναπτυξιακό και εισοδηματικό χάσμα, με αποτέλεσμα οι ασθενέστερες περιφέρειες να υποχωρούν περαιτέρω συγκριτικά με την υπόλοιπη χώρα και την ΕΕ στους ενεργειακούς και αναπτυξιακούς δείκτες. Παρά τις περί του αντιθέτου επιδιώξεις, εν τοις πράγμασι, με κυρίως «οριζόντια» μέτρα και επιδοτήσεις, παγιώνεται η αναπτυξιακή και χωρική ανισότητα καθώς και ο κίνδυνος δημιουργίας «δύο ταχυτήτων» πολιτών και επιχειρήσεων. Παράλληλα, αποδυναμώνεται η προοπτική προσέλκυσης δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Όταν το ενεργειακό κόστος παραμένει δυσανάλογα υψηλό και η πρόσβαση σε ανταγωνιστικές ενεργειακές υποδομές περιορισμένη, μειώνεται η ελκυστικότητα της περιοχής για παραγωγικές δραστηριότητες και επιβαρύνονται περαιτέρω τόσο η κατοικία όσο και η επιχειρηματική λειτουργία. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερο κόστος παραγωγής, ασθενέστερη ανταγωνιστικότητα και ταυτόχρονα μεγαλύτερη περιβαλλοντική επιβάρυνση. Όμως, από την εξέλιξη του ενωσιακού πλαισίου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη οφείλουν πλέον όχι απλώς να λαμβάνουν οριζόντια μέτρα στήριξης, αλλά να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να αντιμετωπίζουν στοχευμένα τις χωρικές και κοινωνικές μορφές ευαλωτότητας, ιδίως μέσω διαρθρωτικών επενδύσεων ενεργειακής απόδοσης και ειδικής μέριμνας για ευάλωτα νοικοκυριά και λιγότερο προνομιούχες περιοχές. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν προκύπτει ότι οι περιφέρειες με έντονη ενεργειακή ένδεια έχουν έως σήμερα συμπεριληφθεί με συστηματικό και διακριτό τρόπο σε ειδικό πλέγμα ενεργειακών παρεμβάσεων αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας. Αντιθέτως, η περιφέρεια φαίνεται να έχει υπαχθεί κυρίως στα ίδια οριζόντια εθνικά μέτρα που εφαρμόστηκαν σε όλη τη χώρα, όπως γενικά προγράμματα επιδότησης, σχήματα ενίσχυσης νοικοκυριών και vouchers ή προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, χωρίς να τεκμηριώνεται αντίστοιχη περιφερειακά στοχευμένη επενδυτική στρατηγική. Εφόσον ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/955 εφαρμόζεται άμεσα και δεν απαιτεί μεταφορά, ο εθνικός νομοθέτης δεν διαθέτει απεριόριστη ευχέρεια να ανασχηματίζει το κανονιστικό του περιεχόμενο κατά τρόπο που να αποστερεί από ουσιαστικό περιεχόμενο τις αρχές στις οποίες αυτός ερείδεται. Η προτεινόμενη συγκρότηση αμιγώς κεντρικής οργανωτικής δομής, χωρίς ρητή θεσμική κατοχύρωση της συμμετοχής τοπικών και περιφερειακών αρχών και χωρίς δεσμευτική πρόβλεψη για ορεινές, απομακρυσμένες και λοιπές μειονεκτικές περιοχές, δεν συνιστά πιστή εξειδίκευση αλλά ουσιώδη υποχώρηση από το πνεύμα, τη λογική και την πρακτική αρχιτεκτονική του Κανονισμού. Η οργανωμένη Πολιτεία και η Τοπική Αυτοδιοίκηση της χώρας, οφείλουν να αναγνωρίσουν τη σημασία του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου ως νέου ευρωπαϊκού εργαλείου για τον μετριασμό των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της πράσινης μετάβασης, ιδίως για τα ευάλωτα νοικοκυριά, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους ευάλωτους χρήστες μεταφορών. Ωστόσο, το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου εμφανίζει σοβαρές θεσμικές, χωρικές και λειτουργικές αδυναμίες, οι οποίες περιορίζουν την ικανότητά του να υπηρετήσει τον σκοπό αυτό με όρους εδαφικής δικαιοσύνης και πολυεπίπεδης διακυβέρνησης . Τόσο το κείμενο του Κοινωνικού και Κλιματικού Σχεδίου όσο και η Ανάλυση Συνεπειών της ρύθμισης αναγνωρίζουν ρητά ότι το νέο καθεστώς εφαρμογής του ΣΕΔΕ2 στα κτίρια και στις οδικές μεταφορές μπορεί να εντείνει την ενεργειακή φτώχεια και τη φτώχεια στον τομέα των μεταφορών, αν δεν υπάρξουν έγκαιρα και καλά σχεδιασμένα αντισταθμιστικά μέτρα. Το βασικότερο πρόβλημα του σχεδίου νόμου είναι ότι αντιμετωπίζει το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο πρωτίστως ως αντικείμενο κεντρικής διοικητικής οργάνωσης, χωρίς να ενσωματώνει με επαρκή σαφήνεια κριτήρια χωρικής και κοινωνικής διαφοροποίησης, ενώ δεν διασφαλίζει ουσιαστικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και δεν θεμελιώνει επαρκές και αποτελεσματικό σύστημα πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. Η τελική θεσμική διατύπωση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη συγκρότηση κεντρικής υπηρεσίας ενώ ειδικά η διάσταση της εδαφικής συνοχής παραμένει κανονιστικά αδύναμη. Η ίδια η αιτιολογική λογική της ρύθμισης περιγράφει ως αντικείμενο της νομοθετικής πρωτοβουλίας τη δημιουργία οργανωτικού πλαισίου και δομής διακυβέρνησης για την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων, όμως η τελική θεσμική διατύπωση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη συγκρότηση κεντρικής υπηρεσίας στην Αθήνα. Η παρατήρηση αυτή είναι ακόμη σοβαρότερη αν ληφθεί υπόψη ότι το ίδιο το κείμενο διαβούλευσης του Κοινωνικού και Κλιματικού Σχεδίου διακηρύσσει ως στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής. Η αρχή αυτή δεν μπορεί να μείνει σε επίπεδο γενικής διακήρυξης, αλλά οφείλει να ενσωματωθεί στον πυρήνα του νομοθετικού κειμένου, τόσο ως ρητή κατεύθυνση σκοπού όσο και ως δεσμευτική αρχή του σχεδιασμού, της κατανομής πόρων, υλοποίησης, παρακολούθησης και λογοδοσίας. Ιδιαίτερο κενό του σχεδίου νόμου αποτελεί η απουσία ρητής πρόβλεψης για ορεινές, απομακρυσμένες, ημιαστικές και λοιπές μειονεκτικές περιοχές, παρά το γεγονός ότι αυτές εμφανίζουν αυξημένες μορφές ενεργειακής και μεταφορικής ευαλωτότητας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΕ και των διεθνών οργανισμών. Ιδίως στον τομέα των μεταφορών, τα διαθέσιμα στοιχεία που έχουν τεθεί ήδη στη δημοσιότητα επιβεβαιώνουν ότι ο σχεδιασμός είναι εν πολλοίς συγκεντρωτικός. Από την ενημέρωση των συντακτών στην οποία προέβη η Κυβέρνηση στις 19 Μαρτίου, προκύπτει ότι η ενίσχυση του στόλου αστικών λεωφορείων με 129 εκατ. ευρώ και 210 ηλεκτρικά λεωφορεία θα αφορά μόνο την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ η ενίσχυση για αντικατάσταση ταξί με ηλεκτρικά ύψους 68 εκατ. ευρώ αφορά επίσης μόνο τα δύο μητροπολιτικά κέντρα. Για 18 ημιαστικές και αγροτικές περιοχές στις οποίες προβλέπεται ενίσχυση μεταφορών κατά παραγγελία με 44 εκατ. ευρώ, ωστόσο δεν αποσαφηνίζεται ούτε ποιες είναι οι περιοχές αυτές ούτε ποια κριτήρια προτεραιοποίησης εφαρμόζονται ούτε εάν λαμβάνεται ειδική μέριμνα για την ορεινότητα. Αυτό σημαίνει ότι η χωρική δικαιοσύνη, η οποία θα έπρεπε να είναι οργανικό στοιχείο του Ταμείου, στην νομοθετική πράξη παραμένει ασαφής και μη προσδιορισμένη. Για τους λόγους αυτούς, η ΤΑ οφείλει να παρέμβει ζητώντας το νομοσχέδιο να αναθεωρηθεί σε κρίσιμα σημεία και να συμπληρωθεί με ρητές διατάξεις που να κατοχυρώνουν την εδαφική συνοχή, τη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τη διαφάνεια στην κατανομή πόρων, την ειδική μέριμνα για ορεινές και μειονεκτικές περιοχές και την ενίσχυση της διοικητικής δυνατότητας των Δήμων να λειτουργήσουν ως φορείς σχεδιασμού και υλοποίησης δράσεων. Προτάσεις αναθεώρησης κατ’ άρθρο του Σχεδίου Νόμου Άρθρο 1 Στο άρθρο 1, το οποίο ορίζει τον σκοπό του Μέρους Α΄, παρατηρείται ότι η διατύπωση του άρθρου είναι ορθή ως προς τη γενική αναφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη, την κλιματική ουδετερότητα, τη μείωση εκπομπών, την ενεργειακή απόδοση και την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά παραμένει ελλιπής ως προς την κοινωνική και χωρική διάσταση της μετάβασης. Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο δεν είναι απλώς χρηματοδοτικός βραχίονας της πράσινης μετάβασης, είναι μηχανισμός δίκαιης μετάβασης ο οποίος οφείλει να έχει σαφές κοινωνικό και εδαφικό πρόσημο. Επομένως, το άρθρο 1 πρέπει να ενσωματώσει ρητά ότι σκοπός του νόμου είναι και η μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων που συνδέονται με τη μετάβαση. Προτείνεται η ακόλουθη συμπλήρωση στο τέλος του άρθρου 1: «Σκοπός του παρόντος είναι, ιδίως, η κοινωνικά δίκαιη και εδαφικά ισόρροπη εφαρμογή των ανωτέρω στόχων, με ειδική μέριμνα για τα ευάλωτα νοικοκυριά, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, τους ευάλωτους χρήστες μεταφορών, καθώς και για τις ορεινές, μειονεκτικές, νησιωτικές και λοιπές περιοχές που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ενεργειακού και μεταφορικού αποκλεισμού.» Η προσθήκη αυτή δεν είναι διακοσμητική. Αποτελεί ουσιαστική νομοθετική διόρθωση, διότι μετατρέπει μια γενική πράσινη επιδίωξη σε σαφή υποχρέωση κοινωνικής και χωρικής δικαιοσύνης. Παράλληλα, συνδέει το γράμμα του νόμου με την ίδια τη δημόσια αιτιολόγηση του ΚΚΣ, όπου γίνεται αναφορά στην περιφερειακή συνοχή. Άρθρο 2 Η προτεινόμενη διάταξη ορίζει ότι αντικείμενο είναι η σύσταση και λειτουργία οργανωτικής δομής για την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου και του Ταμείου Εκσυγχρονισμού. Η διατύπωση αυτή, όπως εξηγείται και στην Ανάλυση Συνεπειών, προσανατολίζεται κυρίως στη δημιουργία κατάλληλου οργανωτικού πλαισίου. Όμως η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων δεν μπορεί να εξαντλείται στον διοικητικό χειρισμό τους. Χρειάζεται να αποτυπωθεί ρητά ότι το αντικείμενο του νόμου περιλαμβάνει και την οργάνωση ενός πολυεπίπεδου συστήματος εφαρμογής, με συμμετοχή των επιπέδων διακυβέρνησης που βρίσκονται εγγύτερα στους πληττόμενους πολίτες και επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό προτείνεται το άρθρο 2 να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η σύσταση και λειτουργία οργανωτικής δομής για την αποτελεσματική, κοινωνικά δίκαιη και χωρικά ισόρροπη αξιοποίηση των πόρων του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου και του Ταμείου Εκσυγχρονισμού, η οποία περιλαμβάνει τον σχεδιασμό, την οργάνωση, τον συντονισμό, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του συστήματος διοίκησης και διαχείρισης του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, με πρόβλεψη για τη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τη συνεκτίμηση των περιφερειακών και τοπικών ιδιαιτεροτήτων.» Η αναφορά στη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν εισάγει κάποια ξένη προς τον νόμο λογική, αλλά ανταποκρίνεται στην ανάγκη να υπάρχει σύνδεση μεταξύ κοινωνικών στόχων και εφαρμογής στο έδαφος. Η ΠΕΔ Δυτικής Ελλαδας έχει υπογραμμίσει επανειλημμένα ότι ο βασικός κίνδυνος πολλών νομοθετημάτων είναι να επιβαρύνουν τους Δήμους με ευθύνες χωρίς μέσα, χωρίς τεχνική υποστήριξη και χωρίς χρηματοδότηση. Ακριβώς αυτή η αρνητική εξέλιξη πρέπει να προληφθεί και στο παρόν νομοσχέδιο. Άρθρο 3 Ως προς το άρθρο 3 με το οποίο συστήνεται η Ειδική Υπηρεσία Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου και Ταμείου Εκσυγχρονισμού στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η ΤΑ οφείλει να αναγνωρίσει την ανάγκη ύπαρξης κεντρικού συντονιστικού φορέα. Ωστόσο θα πρέπει να αναθεωρηθεί η μονοκεντρική και πλήρως υπουργοκεντρική θεώρηση της δομής. Το γεγονός ότι η υπηρεσία συστήνεται ως αυτοτελής υπηρεσία στο Υπουργείο και σύμφωνα με τα συνοδευτικά κείμενα, θα λειτουργεί στην Αθήνα, χωρίς καμία ρητή πρόβλεψη για θεσμική συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης ή για ρητές περιφερειακές δομές ή διαδικασίες εφαρμογής, δημιουργεί τον κίνδυνο να αναπαραχθεί ένα γνωστό αδύναμο και αναποτελεσματικό σχήμα λήψης αποφάσεων αποκομμένο από τις άνισες χωρικές πραγματικότητες της χώρας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προστεθεί νέα παράγραφος στο άρθρο 3 με την εξής διατύπωση: «Στην Ειδική Υπηρεσία Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου και Ταμείου Εκσυγχρονισμού προβλέπεται θεσμικός μηχανισμός διαβούλευσης και συνεργασίας με την Τοπική Αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού, ιδίως μέσω της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, για θέματα σχεδιασμού, εξειδίκευσης, περιφερειακής κατανομής και παρακολούθησης των δράσεων.» Η πρόταση αυτή είναι μετριοπαθής και απόλυτα λειτουργική. Δεν αφαιρεί αρμοδιότητες από το κράτος, αλλά ενισχύει τη νομιμοποίηση, την ποιότητα πληροφόρησης και την εφαρμοσιμότητα του σχεδιασμού. Άρθρο 4 Το άρθρο 4 καθορίζει τη διάρθρωση της Ειδικής Υπηρεσίας. Εκεί παρατηρείται ότι η διάρθρωση εξαντλείται στη Συντονιστική Αρχή ΚΚΤ, στη Διεύθυνση Συντονισμού Ταμείου Εκσυγχρονισμού, στη Μονάδα Διοικητικής Υποστήριξης και στο Αυτοτελές Τμήμα Νομικής Υποστήριξης. Δεν προβλέπεται κανένας μηχανισμός εδαφικής εφαρμογής, καμία περιφερειακή ή διαδημοτική διασύνδεση, κανένα σχήμα τεχνικής υποστήριξης προς τους ασθενέστερους Δήμους. Εφόσον το ΚΚΤ προορίζεται να αντιμετωπίσει άνισες επιπτώσεις στον κτιριακό τομέα και στις μεταφορές, η διοικητική αρχιτεκτονική δεν μπορεί να είναι απολύτως άτοπη. Προτείνεται συνεπώς να προστεθεί στο άρθρο 4 εδάφιο ως εξής: «Στη διάρθρωση της Ειδικής Υπηρεσίας δύναται να προβλέπονται μηχανισμοί περιφερειακής και τοπικής διασύνδεσης, καθώς και δομές τεχνικής υποστήριξης για την εξειδίκευση και παρακολούθηση των δράσεων του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου σε επίπεδο Περιφερειών και Δήμων, ιδίως σε ορεινές, μειονεκτικές και απομακρυσμένες περιοχές.» Άρθρο 5 Στο Άρθρο 5, όπου συστήνει τη Συντονιστική Αρχή Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, βρίσκεται ίσως η κρισιμότερη αδυναμία του σχεδίου νόμου. Ενώ η διάταξη προβλέπει μια ειδική υπηρεσία επιπέδου διεύθυνσης, υπαγόμενη στον αρμόδιο Υπουργό, η οποία θα αποτελεί το κέντρο διαχείρισης των πόρων και των παρεμβάσεων, εντούτοις νομοσχέδιο δεν εισάγει καμία εγγύηση ότι η Συντονιστική Αρχή θα λειτουργεί σε καθεστώς διαφάνειας, ουσιαστικής διαβούλευσης και θεσμικής συνδιαμόρφωσης με την Αυτοδιοίκηση. Δεν αρκεί μια αόριστη αναφορά στο εισαγωγικό σημείωμα του ΚΚΣ περί διαβούλευσης με Δήμους και εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Χρειάζεται ρητή και λειτουργική θεσμική πρόβλεψη στο νομοθετικό κείμενο. Προτείνεται, συνεπώς, να προστεθεί παράγραφος στο άρθρο 5 με την ακόλουθη διατύπωση: «Η Συντονιστική Αρχή Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου ασκεί τις αρμοδιότητές της κατά τρόπο συμβατό με τις αρχές της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, της επικουρικότητας και της εδαφικής συνοχής και συνεργάζεται υποχρεωτικά με τους εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού για την εξειδίκευση των μέτρων, τη διαμόρφωση κριτηρίων χωρικής προτεραιοποίησης, την παρακολούθηση της εφαρμογής και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του Σχεδίου.» Εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, μπορεί να προστεθεί και ειδικό εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού συγκροτείται Συμβουλευτική Επιτροπή Κοινωνικής και Εδαφικής Δικαιοσύνης του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, με συμμετοχή εκπροσώπων της ΚΕΔΕ, των ΠΕΔ, της ΕΝΠΕ, κοινωνικών φορέων και επιστημονικών ιδρυμάτων.» Άρθρο 11 Ως προς το άρθρο 11, το οποίο αφορά τη στελέχωση της Ειδικής Υπηρεσίας, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι ελλιπής, καθώς προσεγγίζει το ζήτημα αποκλειστικά από την πλευρά του κεντρικού διοικητικού φορέα και όχι από την πλευρά της εφαρμοστικής ικανότητας του συστήματος στο σύνολό του. Σε πολλές περιπτώσεις, έχει ήδη αναδειχθεί για παράδειγμα σε προηγούμενες παρεμβάσεις των ΠΕΔ και της ΚΕΔΕ, ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ποια υπηρεσία έχει τυπικά την ευθύνη, αλλά ποιος διαθέτει ανθρώπους, τεχνική γνώση, δεδομένα, δυνατότητα προετοιμασίας πράξεων και διοικητική αντοχή για να υλοποιήσει εγκαίρως και ορθά τις δράσεις. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προστεθεί στο άρθρο 11 νέα παράγραφος με την εξής διατύπωση: «Στο πλαίσιο στελέχωσης και λειτουργίας της Ειδικής Υπηρεσίας προβλέπεται και μηχανισμός τεχνικής υποστήριξης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την προετοιμασία, ωρίμανση, εφαρμογή και παρακολούθηση δράσεων του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, με προτεραιότητα στους μικρούς, ορεινούς, μειονεκτικούς και διοικητικά υποστελεχωμένους Δήμους.» Η συγκεκριμένη πρόβλεψη είναι απολύτως αναγκαία, διότι αλλιώς το Ταμείο κινδυνεύει να ωφελήσει κυρίως όσους διαθέτουν ήδη διοικητική επάρκεια και προσβασιμότητα στα κεντρικά κανάλια λήψης αποφάσεων. Άρθρα 13-14-15 Ως προς τα άρθρα 13, 14 και 15, που αφορούν τη λογιστική αρχή, την αρχή ελέγχου και τη χρήση ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος αναγνωρίζοντας πλήρως την ανάγκη ισχυρών μηχανισμών λογιστικού και δημοσιονομικού ελέγχου, το σχέδιο νόμου επενδύει πολύ περισσότερο στη λογική του διοικητικού ελέγχου αλλά όχι ισοβαρώς στη λογική της μέτρησης πραγματικών κοινωνικών και χωρικών αποτελεσμάτων. Η νομοθεσία πρέπει να διασφαλίζει όχι μόνο ότι τα χρήματα θα δαπανηθούν ορθά, αλλά και ότι θα επιτύχουν τον σκοπό τους με τρόπο δίκαιο και ισόρροπο. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προστεθεί στο άρθρο 15 παράγραφος ως εξής: «Το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου υποστηρίζει την καταγραφή, επεξεργασία και δημοσιοποίηση στοιχείων ανά περιφέρεια, δήμο, κατηγορία ωφελουμένων και είδος παρέμβασης, ώστε να καθίσταται δυνατή η παρακολούθηση δεικτών ενεργειακής φτώχειας, μεταφορικής ευαλωτότητας, προσβασιμότητας, περιφερειακής ανισότητας και εδαφικής συνοχής.» Η πρόβλεψη αυτή θα ενίσχυε τη λογοδοσία και θα απέτρεπε μια πρακτική συνολικών αριθμητικών ανακοινώσεων χωρίς χωρική ανάλυση και χωρίς έλεγχο αναλογικότητας. Άρθρα 17 -19 Στα άρθρα 17 έως 19, που αφορούν τον συντονισμό των υπηρεσιών υλοποίησης του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα, η ΤΑ θα πρέπει να ζητήσει ρητή πρόβλεψη για ενεργό συμμετοχή των Δήμων ως δυνητικών δικαιούχων ή συμπραττόντων φορέων. Το υφιστάμενο σχήμα, όπως διατυπώνεται, στηρίζεται κυρίως σε κεντρικές υπηρεσίες και σε φορείς τύπου ΜΟΔ ΑΕ, χωρίς να ανοίγει καθαρό πεδίο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως φορέα άσκησης στοχευμένων πολιτικών. Αυτό είναι προβληματικό, διότι ο Δήμος είναι ο κατεξοχήν φορέας που θα πρέπει να γνωρίζει ποια νοικοκυριά είναι ενεργειακά ευάλωτα, ποιες γειτονιές έχουν μεγαλύτερη ανάγκη παρεμβάσεων, πού υπάρχουν προβλήματα μετακίνησης, ποια τοπικά δίκτυα συγκοινωνίας είναι ελλειμματικά και ποιες κοινωνικές ομάδες αποκλείονται στην πράξη. Προτείνεται, λοιπόν, να προστεθεί ρύθμιση μεταξύ των άρθρων 17 έως 19 ή ως αυτοτελές νέο άρθρο με την ακόλουθη διατύπωση: «Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού δύνανται να ορίζονται ως δικαιούχοι ή φορείς υλοποίησης δράσεων του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, ιδίως σε παρεμβάσεις κοινωνικής κατοικίας, τοπικής βιώσιμης κινητικότητας, προσβάσιμων και κατά παραγγελία μεταφορών, ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων τοπικής κοινωνικής χρήσης και υποστήριξης ευάλωτων νοικοκυριών, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που καθορίζονται από τη Συντονιστική Αρχή Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου.» Ρήτρα ορεινότητας και στόχευσης παρεμβάσεων σε περιοχές αυξημένης ενεργειακής ένδειας Πέραν των επιμέρους άρθρων, η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει επίσης να επισημάνει ότι απαιτείται προσθήκη ρητής αναφοράς στην ορεινότητα και τις μειονεκτικές περιοχές. Η μέχρι τώρα εξειδίκευση του σχεδιασμού δεν καταδεικνύει σαφή εστίαση σε περιοχές όπου το κόστος θέρμανσης, η ενεργειακή ανασφάλεια, η εξάρτηση από το ιδιωτικό όχημα, η απουσία εναλλακτικών δημόσιων μεταφορών και η μεγάλη απόσταση από βασικές υπηρεσίες πολλαπλασιάζουν την ευαλωτότητα. Η Δυτική Ελλάδα, όπως και άλλες περιφέρειες με έντονα ορεινά και ημιορεινά χαρακτηριστικά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τις μητροπολιτικές συγκεντρώσεις. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν προκύπτει ότι η Δυτική Ελλάδα έχει έως σήμερα συμπεριληφθεί με συστηματικό, διακριτό και περιφερειακά προσδιορισμένο τρόπο σε ειδικό πλέγμα παρεμβάσεων αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας. Αντιθέτως, η Περιφέρεια φαίνεται να έχει υπαχθεί κυρίως στα ίδια οριζόντια εθνικά μέτρα που εφαρμόστηκαν στο σύνολο της χώρας, χωρίς τεκμηριωμένη χωρική προτεραιοποίηση και χωρίς διακριτό περιφερειακό επενδυτικό αποτύπωμα. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η προσθήκη νέου άρθρου ή νέας παραγράφου στο άρθρο 5 με την εξής διατύπωση: «Κατά την εξειδίκευση, επιλογή, χωρική κατανομή και αξιολόγηση των δράσεων του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου εφαρμόζεται ρήτρα ορεινότητας, νησιωτικότητας και μειονεκτικότητας, με σκοπό την προτεραιοποίηση περιοχών που εμφανίζουν αυξημένο κόστος πρόσβασης σε ενέργεια, θέρμανση, μεταφορές και βασικές υπηρεσίες.» Η ρήτρα αυτή είναι απολύτως λογική και αναγκαία, εφόσον το Ταμείο προορίζεται να μετριάσει δυσανάλογες κοινωνικές επιβαρύνσεις και όχι να αναπαράξει υφιστάμενες χωρικές ανισότητες. Βιώσιμη Κινητικότητα στα περιφερειακά αστικά κέντρα Αντίστοιχα, σε σχέση με τις δράσεις μεταφορών που προκύπτουν από το Κοινωνικό και Κλιματικό Σχέδιο, είναι απαραίτητο να υπάρξει και ειδική νομοθετική ή κανονιστική κατοχύρωση ότι οι παρεμβάσεις δεν θα συγκεντρωθούν μόνο στα δύο μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα. Το ΚΚΣ αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης της κινητικότητας και της κοινωνικής ένταξης ευάλωτων ατόμων και ομάδων, ακόμη και σε πεδία όπως η προσβάσιμη μεταφορά ατόμων με αναπηρία και η ανάπτυξη πράσινων logistics. Αυτή η λογική πρέπει να επεκταθεί και στον περιφερειακό χώρο. Χωρίς ανάλογη πρόβλεψη, η μεταφορική ευαλωτότητα θα ερμηνευθεί στενά και αποσπασματικά ενώ στην πράξη πλήττει βαθιά τα μη μητροπολιτικά τμήματα της χώρας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η εξής διατύπωση, είτε στο νομοσχέδιο είτε ως κατευθυντήρια αρχή: «Κατά τον σχεδιασμό και την εξειδίκευση των δράσεων του τομέα μεταφορών εξασφαλίζεται υποχρεωτικά η συμμετοχή περιφερειακών αστικών κέντρων, ημιαστικών, αγροτικών, ορεινών και απομακρυσμένων περιοχών, με ειδικά κριτήρια για τις περιοχές που εμφανίζουν περιορισμένη διαθεσιμότητα δημόσιων ή συλλογικών μέσων μεταφοράς.» Συμπέρασμα Το παρόν σχέδιο νόμου, αν και επικαλείται εκτενή διαβούλευση που ξεκίνησε εν μέσω θέρους, τον Ιούλιο-Αύγουστο του 2024, δεν αποδεικνύει επαρκώς στο τελικό θεσμικό του σώμα ότι οι απόψεις της Αυτοδιοίκησης ενσωματώθηκαν ουσιαστικά στον σχεδιασμό. Σε προηγούμενες παρεμβάσεις έχει εύστοχα επισημανθεί ότι η διαδικτυακή διαβούλευση μικρής διάρκειας έχει περιορισμένη διείσδυση και κοινωνική χρησιμότητα όταν πρόκειται για σύνθετα νομοθετήματα που απαιτούν ουσιαστική προπαρασκευή, διάλογο και επιστημονική τεκμηρίωση. Η παρατήρηση αυτή ισχύει απολύτως και εδώ δεδομένου ότι το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού δεν είναι μια τυπική διοικητική μεταβολή, αλλά μείζον εργαλείο κοινωνικής προστασίας, ενεργειακής μετάβασης και εδαφικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, δεν αρκεί να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση ένα προσχέδιο χωρίς σαφές, δεσμευτικό αποτύπωμα της συμμετοχής της Αυτοδιοίκησης, των περιφερειακών φορέων και των τοπικών κοινωνιών. Κατά συνέπεια, να ληφθεί υπόψη στη διαμόρφωση της συνολικής θέσης της Τοπικής Αυτοδοίκησης η ανάγκη το ΣΝ να τροποποιηθεί ουσιωδώς πριν την οριστικοποίησή του, ώστε να αποκτήσει πραγματικό κοινωνικό, χωρικό και αυτοδιοικητικό πρόσημο. Η χώρα δεν χρειάζεται και δεν αντέχει ένα ακόμη κεντρικά διαχειριζόμενο «ταμείο-κουμπαρά» της κεντρικής κυβέρνησης με αδύναμη περιφερειακή διάσταση και εδαφική εστίαση, δηλαδή με τις γνωστές αδυναμίες του μοντέλου του ΤΑΑ, αλλά ένα ουσιαστικό πολυεπίπεδο εργαλείο δίκαιης μετάβασης, ικανό να επιφέρει αποτελέσματα στις κοινωνικές ομάδες και στους τόπους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Εάν αυτό δεν κατοχυρωθεί ρητά στο παρόν σχέδιο νόμου, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, παρά τις αγαθές προθέσεις και διακηρύξεις του, να λειτουργήσει συγκεντρωτικά και άνισα, ως κεντρικά ελεγχόμενο χρηματοδοτικό σχήμα, αποκομμένο από τις πραγματικές χωρικές και κοινωνικές ανισότητες που ο ίδιος ο Κανονισμός επιδιώκει να αντιμετωπίσει. Επομένως η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να ζητήσει την ενσωμάτωση των αναγκαίων τροποποιήσεων και ιδίως την προσθήκη σαφών διατάξεων για την εδαφική συνοχή, ρήτρα ορεινότητας και μειονεκτικότητας, τη θεσμική συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τη δυνατότητα των Δήμων να λειτουργούν ως φορείς υλοποίησης, καθώς και τη χωρικά αναλυτική παρακολούθηση των αποτελεσμάτων του Ταμείου.