Αρχική Διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας - Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 2023 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872...ΜΕΡΟΣ Ε’ ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Άρθρα 57-96)Σχόλιο του χρήστη Ευελιξία = Υποκρισία | 9 Απριλίου 2026, 15:48




Άρθρο 70: η «ευελιξία» χωρίς κανονιστική και ψηφιακή ετοιμότητα δεν είναι αξιοκρατία Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις των άρθρων 67 και 70 πρέπει να ανασταλούν και να επανεξεταστούν. Δεν αμφισβητείται ότι ο νομοθέτης μπορεί τυπικά να ρυθμίσει ζητήματα ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ και μέσω νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Εκείνο όμως που δεν προκύπτει με επάρκεια από το δημόσια διαθέσιμο υλικό είναι η ειδική, αναλυτική και πειστική αιτιολόγηση γιατί τόσο σοβαρές παρεκκλίσεις από το γενικό σύστημα προσλήψεων υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής εισάγονται εδώ ως «λοιπές διατάξεις», αντί να τεθούν σε αυτοτελές, ειδικά αιτιολογημένο κανονιστικό πλαίσιο. Το κύριο πρόβλημα δεν είναι μόνο θεσμικό ή συνταγματικό· είναι και βαθύτατα λειτουργικό. Η ΕΥΔΑΠ δεν μπορεί να εμφανίζεται θεσμικά ώριμη να αναλάβει μόνη της τον πυρήνα μιας διαδικασίας που επί τρεις δεκαετίες ασκείται υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, όταν δεν προκύπτει ότι διαθέτει αποδεδειγμένα ολοκληρωμένο, λειτουργικά ώριμο και σαφώς μνημονευόμενο κανονιστικό πλαίσιο για την υπηρεσιακή και εξωτερική αλληλογραφία, την ηλεκτρονική πρωτοκόλληση, τη διαχείριση αιτήσεων, φακέλων, ενστάσεων και προσφυγών αντίστοιχου όγκου. Το ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη από το 2003 διαμορφώσει ενιαίο πλαίσιο για ηλεκτρονικό πρωτόκολλο, ηλεκτρονική διακίνηση και ηλεκτρονική αρχειοθέτηση εγγράφων, αποδεικνύοντας ότι τέτοιες διαδικασίες απαιτούν πραγματική διοικητική υποδομή, τεχνολογία, σαφείς ευθύνες και ενιαίο οργανωτικό κανόνα. Η αντίφαση εδώ είναι πρόδηλη. Από τη μια πλευρά, η ΕΥΔΑΠ φαίνεται να αντλεί ή να αντιγράφει πρότυπα οργάνωσης και επικοινωνίας της δημόσιας διοίκησης, δηλαδή ενιαίο πρωτόκολλο, ενιαία διοικητική αλληλογραφία, ηλεκτρονική ιχνηλασιμότητα και οργανωμένη ροή εγγράφων. Από την άλλη πλευρά, στο ακριβώς κρισιμότερο σημείο, δηλαδή στις προσλήψεις, επιδιώκει να εξαιρεθεί από το θεσμικό πρότυπο της δημόσιας διοίκησης που εγγυάται αντικειμενικότητα και εξωτερικό έλεγχο. Ακόμη και η δημόσια εικόνα των διαθέσιμων καναλιών επικοινωνίας της εταιρείας, όπου εξακολουθούν να εμφανίζονται αναφορές σε fax, αποτελεί συμπληρωματική ένδειξη διοικητικής αναχρονίας, η οποία δύσκολα συμβιβάζεται με την αξίωση ότι η εταιρεία είναι έτοιμη να διαχειριστεί εσωτερικά, με ασφάλεια δικαίου, τόσο σύνθετο όγκο προσλήψεων, πινάκων, ενστάσεων και προσφυγών. Το ίδιο το άρθρο 70 ορίζει ότι οι ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ δύνανται να προσλαμβάνουν προσωπικό αορίστου χρόνου «σύμφωνα με την πολιτική προσλήψεων», η οποία εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιό τους, κατόπιν έγκρισης της Ρ.Α.Α.Ε.Υ., και ότι τα κρίσιμα στοιχεία της προκήρυξης καθορίζονται κατά παρέκκλιση του ν. 4765/2021 και κάθε άλλης διάταξης. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Αν η ίδια η προτεινόμενη διάταξη στηρίζεται στην ύπαρξη και λειτουργία «πολιτικής προσλήψεων», τότε εύλογα γεννάται το ερώτημα: ποια ακριβώς είναι αυτή η πολιτική, πώς συνδέεται με το ισχύον εσωτερικό κανονιστικό πλαίσιο της εταιρείας και γιατί το σχέδιο νόμου δεν μνημονεύει καθαρά την ήδη υφιστάμενη εσωτερική κανονιστική αρχιτεκτονική που υποτίθεται ότι θα στηρίξει την παρέκκλιση από το ΑΣΕΠ; Το ερώτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν ήδη από το 2021, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, η αρμόδια διεύθυνση της εταιρείας είχε ως αποστολή να εισηγείται στρατηγικό σχεδιασμό προσέλκυσης και αξιολόγησης ανθρώπινου δυναμικού και ειδικότερα κανονισμό διαδικασιών πρόσκλησης και επιλογής προσωπικού. Αν λοιπόν υπήρχε ήδη εσωτερική κανονιστική λογική για το πεδίο αυτό, γιατί οι προσλήψεις συνέχισαν επί χρόνια να υλοποιούνται μέσω ΑΣΕΠ; Και εφόσον η επικαιροποίηση του κανονιστικού πλαισίου του 2026, στο κρίσιμο αυτό σημείο, παραμένει ουσιωδώς στην ίδια λογική, τι είναι αυτό που άλλαξε σήμερα τόσο ριζικά ώστε να εμφανίζεται ξαφνικά δυνατή η έξοδος από τον ουσιαστικό έλεγχο του ΑΣΕΠ; Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η θεσμική υποκρισία της ρύθμισης. Η ΕΥΔΑΠ επί χρόνια δεν κινήθηκε εκτός ΑΣΕΠ, όχι επειδή δήθεν «επέλεγε» από αρχή αξιοκρατίας να ακολουθεί τη διαδρομή αυτή, αλλά επειδή το γενικό θεσμικό και συνταγματικό πλαίσιο προσλήψεων στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν της επέτρεπε να ενεργεί μονομερώς. Το ΑΣΕΠ δεν είναι ένα αρκτικόλεξο “για να υπάρχει”. Είναι το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, ο θεσμός που έχει συγκροτηθεί ακριβώς για να εγγυάται διαφάνεια, αντικειμενικότητα και αξιοκρατία, και ο οποίος διαθέτει ήδη ώριμη λειτουργική υποδομή: μητρώο υποψηφίου, ηλεκτρονική αίτηση, αποτελέσματα, ηλεκτρονική υποβολή ενστάσεων και συνολική διοικητική εμπειρία δεκαετιών. Επομένως, η υπαγωγή στην κρίση του ΑΣΕΠ δεν ήταν και δεν είναι προϊόν ευχέρειας της εταιρείας, αλλά προϊόν γενικού κανόνα δικαίου. Η προτεινόμενη «έξοδος» από αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλό βήμα οργανωτικής αυτονομίας της ίδιας της εταιρείας. Το επιχείρημα περί ανάγκης ταχύτητας και ευελιξίας αυτοαναιρείται και από την ίδια τη διοικητική πρακτική της ΕΥΔΑΠ. Η ίδια η εταιρεία, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, είχε ήδη εγκρίνει την πρόσληψη 1.215 εργαζομένων διαφόρων ειδικοτήτων με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η χρονική σύμπτωση ανάμεσα στην έγκριση ενός τόσο μεγάλου αριθμού θέσεων και στην προωθούμενη εξαίρεση από τον ουσιαστικό έλεγχο του ΑΣΕΠ δημιουργεί εύλογες και σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη σκοπιμότητα και τη χρονική στόχευση της ρύθμισης. Η ίδια δε η ΕΥΔΑΠ, με την απόφαση Δ.Σ. 20690/05.08.2020, είχε ζητήσει την πρόσληψη 145 ατόμων από πίνακες επιλαχόντων των προκηρύξεων 1Κ/2018 και 4Κ/2018 του ΑΣΕΠ. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι, όταν η εταιρεία ήθελε να καλύψει ανάγκες στελέχωσης, κατέφυγε τελικά στον έτοιμο, γνωστό και εξωτερικά ελεγχόμενο μηχανισμό του ΑΣΕΠ. Δεν είναι συνεπώς θεσμικά πειστικό να υποστηρίζεται σήμερα ότι το ΑΣΕΠ είναι τάχα εμπόδιο, όταν επί σειρά ετών η ίδια η εταιρεία αξιοποιούσε ή επιχειρούσε να αξιοποιήσει τις διαδικασίες του. Και αν η εταιρεία μπορούσε να αναμένει επί χρόνια την έκδοση αποτελεσμάτων, την κίνηση πινάκων και την ενεργοποίηση επιλαχόντων του ΑΣΕΠ, δεν μπορεί σήμερα να υποστηρίζει πειστικά ότι δεν μπορεί να αναμένει ούτε εύλογο χρόνο για την ουσιαστική συμμετοχή της ίδιας ανεξάρτητης αρχής στο στάδιο των ενστάσεων. Ιδίως δε η παράγραφος 4 του άρθρου 70 αποκαλύπτει τον προσχηματικό χαρακτήρα της επίκλησης του ΑΣΕΠ. Για τη γνώμη επί της προκήρυξης προβλέπονται δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, ενώ για την υπόδειξη μέλους του ΑΣΕΠ στην επιτροπή ενστάσεων απλώς δέκα (10) ημέρες, και αν το ΑΣΕΠ δεν υποδείξει μέλος εντός αυτής της προθεσμίας, το μέλος το ορίζει η ίδια η εταιρεία. Η διατύπωση αυτή δεν είναι ουδέτερη τεχνική λεπτομέρεια. Ενδεικτικά, όταν στην ημερολογιακή αυτή προθεσμία μεσολαβούν Σαββατοκύριακα και επίσημες αργίες, ο πραγματικός διαθέσιμος εργάσιμος χρόνος της ανεξάρτητης αρχής συρρικνώνεται δραστικά. Έτσι, ο ρόλος του ΑΣΕΠ μετατρέπεται από ουσιαστική εγγύηση σε ασφυκτικά συμπιεσμένη διαδικαστική παρέμβαση, η οποία στο κρισιμότερο στάδιο, δηλαδή στην ένσταση, μπορεί να λήξει με την πλήρη υποκατάστασή του από επιλογή της ίδιας της εταιρείας. Αυτό δεν είναι «ευέλικτο ΑΣΕΠ». Είναι ΑΣΕΠ υπό πίεση και τελικά προς υποκατάσταση. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η κατάσταση των ήδη απασχολούμενων μέσω εργολαβιών. Από τα σχόλια της ίδιας της δημόσιας διαβούλευσης προκύπτει ότι πολλοί εργολαβικοί εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται στην ΕΥΔΑΠ επί σειρά ετών και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, θεωρούν ότι εμπαίζονται, καθώς ενώ επί μακρόν καλλιεργείται η προσδοκία ότι θα υπάρξει μοριοδότηση της συναφούς προϋπηρεσίας τους ή κάποια μεταβατική μέριμνα, το κείμενο της ρύθμισης δεν κατοχυρώνει ρητά και δεσμευτικά ούτε τη μοριοδότηση ούτε την εργασιακή τους συνέχεια. Αντίθετα, η αίσθηση που αποτυπώνεται στα σχόλια είναι ότι το εργολαβικό προσωπικό παραμένει σε παρατεταμένη επισφάλεια, με ανανεώσεις ή διακοπές συμβάσεων που δεν επιτρέπουν στοιχειώδη προγραμματισμό ζωής και εργασίας, ενώ ταυτόχρονα ο αριθμός των μόνιμων εργαζομένων μειώνεται και η εξάρτηση από εργολαβικές λύσεις διευρύνεται. Εάν πράγματι υπάρχει ανάγκη κάλυψης μόνιμων και διαρκών αναγκών, η μόνη θεσμικά καθαρή και νόμιμη οδός είναι η άμεση αποστολή προκήρυξης στο ΑΣΕΠ με το ισχύον πλαίσιο, όχι η αναμονή μιας «ευέλικτης» εξαίρεσης, η οποία ούτε εγγυάται ταχύτερο αποτέλεσμα ούτε διασφαλίζει ότι οι ήδη εργαζόμενοι που αξίζουν θα συμμετάσχουν επί ίσοις όροις σε πραγματικά αξιοκρατική διαδικασία. Συνοψίζοντας, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν απαντά σε ένα υπαρκτό και αποδεδειγμένα επεξεργασμένο κανονιστικό πρόβλημα. Αντίθετα, επιχειρεί να μετατρέψει σε «λύση» την αποδυνάμωση του μοναδικού εξωτερικού θεσμικού εγγυητή των προσλήψεων, χωρίς να έχει προηγηθεί η απόδειξη ότι η ίδια η εταιρεία διαθέτει το κανονιστικό, οργανωτικό και ψηφιακό επίπεδο ωριμότητας που απαιτείται για μια τέτοια μεταβολή. Πριν από κάθε συζήτηση για «ευελιξία», απαιτείται πρώτα διοικητική ωριμότητα, σαφές κανονιστικό πλαίσιο αλληλογραφίας και πραγματική ψηφιακή υποδομή. Διαφορετικά, η απομάκρυνση από το ΑΣΕΠ δεν είναι εκσυγχρονισμός, αλλά απορρύθμιση με προσχήματα.