• Σχόλιο του χρήστη 'ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΕΥΔΑΠ' | 14 Απριλίου 2026, 00:08

    Παρέμβαση στη δημόσια διαβούλευση Κεφάλαιο Γ΄ – Ρυθμίσεις για τις εταιρείες ύδρευσης και αποχέτευσης Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις συνιστούν ουσιώδη μετατόπιση από ένα σύστημα εγγυημένης αντικειμενικότητας σε ένα μοντέλο αυξημένης διακριτικής ευχέρειας των διοικήσεων. Η μετατόπιση αυτή δεν συνοδεύεται από επαρκείς μηχανισμούς ουσιαστικού ελέγχου, γεγονός που δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τη διαφάνεια και την αξιοκρατία. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη για το ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό της Ε.ΥΔ.Α.Π. Η δυνατότητα κεφαλαιοποίησής του, με ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση, μεταβάλλει τον χαρακτήρα ενός συσσωρευμένου αποθέματος δημόσιας περιουσίας, μετατρέποντάς το σε εργαλείο χρηματοοικονομικής αξιοποίησης. Η ρύθμιση αυτή, ιδίως σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις, εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς την κατεύθυνση αξιοποίησης των οικονομικών πόρων της εταιρείας και τη σχέση τους με τον δημόσιο χαρακτήρα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ιδίως ως προς το άρθρο 70, η πρόβλεψη ειδικού συστήματος προσλήψεων, κατά παρέκκλιση του ν. 4765/2021, οδηγεί στην αποδυνάμωση του ενιαίου πλαισίου επιλογής προσωπικού στο Δημόσιο. Η δυνατότητα καθορισμού των κριτηρίων από τις ίδιες τις εταιρείες, σε συνδυασμό με τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί σε συνεντεύξεις και ποιοτικά χαρακτηριστικά, δημιουργεί πεδίο για υποκειμενικές αξιολογήσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν ουσιαστικά. Η πρόβλεψη για εμπλοκή εξωτερικών συμβούλων στην αξιολόγηση των υποψηφίων εντείνει το πρόβλημα. Δημιουργείται ένα ενδιάμεσο στάδιο προεπιλογής, εκτός σαφούς θεσμικού ελέγχου, στο οποίο μπορεί να διαμορφώνεται το αποτέλεσμα της διαδικασίας χωρίς διαφάνεια και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής αμφισβήτησης. Παράλληλα, ο ρόλος του Α.Σ.Ε.Π. περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας, χωρίς δυνατότητα ελέγχου της ουσίας των κριτηρίων ή της εφαρμογής τους. Η πρόβλεψη σιωπηρής σύμφωνης γνώμης σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αποδυναμώνει περαιτέρω τον ρόλο αυτό. Στην πράξη, το Α.Σ.Ε.Π. καλείται να ελέγξει τη διαδικασία μόνο ως προς τα τυπικά της στοιχεία, χωρίς να μπορεί να αποτρέψει «έξυπνα» διαμορφωμένα, πλην όμως φωτογραφικά, κριτήρια. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί η πρόβλεψη για την αναγνώριση της αποκτηθείσας εμπειρίας από προσωπικό που ήδη απασχολείται επί σειρά ετών στις εταιρείες μέσω συμβάσεων με τρίτους. Η εμπειρία αυτή, όταν είναι συναφής με το αντικείμενο των θέσεων, θα μπορούσε να λαμβάνεται υπόψη με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, ενισχύοντας την αξιοκρατική αποτίμηση της πραγματικής επαγγελματικής γνώσης, χωρίς να θίγεται η αρχή της ισότητας. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις, αν και δεν θεσμοθετούν ευθέως πελατειακές πρακτικές, δημιουργούν το θεσμικό περιβάλλον εντός του οποίου αυτές μπορούν να αναπτυχθούν, μέσω της διεύρυνσης της διακριτικής ευχέρειας και της αποδυνάμωσης των ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου. Περαιτέρω, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εγείρουν ζητήματα ως προς τη συμβατότητά τους με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας στη στελέχωση φορέων που παρέχουν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Ιδίως, η αποδυνάμωση του ενιαίου συστήματος προσλήψεων και του ουσιαστικού ελέγχου του Α.Σ.Ε.Π. ενισχύει τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης σε βαθμό που ενδέχεται να πλήττει τις ανωτέρω αρχές. Ταυτόχρονα, οι ρυθμίσεις θα πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα της πάγιας νομολογίας της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 1906/2014, 190/2022 και 191/2022), σύμφωνα με την οποία οι υπηρεσίες ύδρευσης συνδέονται άμεσα με την προστασία της δημόσιας υγείας και αποτελούν αγαθό ζωτικής σημασίας, το οποίο τελεί υπό αυξημένη συνταγματική προστασία και πρέπει να παρέχεται υπό καθεστώς ουσιαστικού ελέγχου του Δημοσίου. Υπό το πρίσμα αυτό, η εισαγωγή μηχανισμών που ενισχύουν τη χρηματοοικονομική αξιοποίηση πόρων, όπως το ειδικό αποθεματικό, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση εγγυήσεων διαφάνειας και αντικειμενικότητας στη στελέχωση των εταιρειών, δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητα των διατάξεων με τις ανωτέρω συνταγματικές αρχές και τη σχετική νομολογία. Προτεινόμενες τροποποιήσεις Ενίσχυση του ρόλου του Α.Σ.Ε.Π. Ο έλεγχος να μην περιορίζεται στη νομιμότητα, αλλά να περιλαμβάνει και τη δυνατότητα αξιολόγησης της καταλληλότητας των κριτηρίων επιλογής. Κατάργηση της σιωπηρής σύμφωνης γνώμης και αντικατάστασή της με ρητή έγκριση. Περιορισμός και ρύθμιση της συνέντευξης Καθορισμός ανώτατης βαρύτητας (π.χ. έως 15–20% της συνολικής βαθμολογίας). Υποχρεωτική τήρηση πρακτικών και αιτιολόγηση βαθμολόγησης. Ρύθμιση της εμπλοκής εξωτερικών συμβούλων Ρητός καθορισμός του ρόλου τους ως υποστηρικτικού και όχι αποφασιστικού. Υποχρέωση δημοσιοποίησης της μεθοδολογίας αξιολόγησης. Απαγόρευση προεπιλογής χωρίς πλήρη αιτιολόγηση. Θέσπιση αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων Περιορισμός αόριστων εννοιών («ικανότητα», «καταλληλότητα») χωρίς σαφή δείκτες. Υποχρεωτική μοριοδότηση με σαφή και ελέγξιμα στοιχεία. Αναγνώριση επαγγελματικής εμπειρίας Πρόβλεψη αντικειμενικής αποτίμησης της συναφούς εμπειρίας προσωπικού που ήδη απασχολείται στις εταιρείες μέσω τρίτων, με τρόπο που να ενισχύει την αξιοκρατία και όχι να την υποκαθιστά. Διασφάλιση δημόσιου χαρακτήρα οικονομικών πόρων Επανεξέταση της ρύθμισης για το ειδικό αποθεματικό, με γνώμονα τη διατήρηση του χαρακτήρα του ως στοιχείου δημόσιας περιουσίας. Ενίσχυση διαφάνειας Δημοσιοποίηση όλων των σταδίων αξιολόγησης. Πρόσβαση των υποψηφίων σε πλήρη αιτιολόγηση της βαθμολογίας τους. Καταληκτική επισήμανση Η ανάγκη ευελιξίας στη λειτουργία των εταιρειών δεν μπορεί να οδηγεί σε υποχώρηση των εγγυήσεων αξιοκρατίας και διαφάνειας. Ιδίως σε φορείς κοινής ωφέλειας, η εμπιστοσύνη των πολιτών και των εργαζομένων στις διαδικασίες επιλογής προσωπικού αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση εύρυθμης λειτουργίας. Οι προτεινόμενες διατάξεις, στην παρούσα μορφή τους, μετατοπίζουν το βάρος από την αντικειμενικότητα στη διακριτική ευχέρεια. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ουσιαστική αναθεώρησή τους.