Αρχική Mέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών...ΜΕΡΟΣ Α΄ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ, ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΟΦΕΙΛΕΣ ΣΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ (Άρθρα 12-14)Σχόλιο του χρήστη ΣΤΑΜΑΤΗΣ | 3 Ιουνίου 2026, 15:30




Η προτεινόμενη προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 27 του ν. 4738/2020 προκαλεί σοβαρό προβληματισμό, διότι μετατρέπει τη σύμβαση αναδιάρθρωσης του εξωδικαστικού μηχανισμού σε αυτοτελή εκτελεστό τίτλο για το σύνολο των απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς και επιτρέπει την έκδοση απογράφου με βάση την κατάθεση της σύμβασης από καταλαμβανόμενο πιστωτή. Με τον τρόπο αυτό, μία διαδικασία που αρχικά θεσπίστηκε ως μηχανισμός ρύθμισης και αποτροπής της αναγκαστικής εκτέλεσης κινδυνεύει να μετατραπεί, μετά την απώλεια της ρύθμισης, σε μηχανισμό επιτάχυνσης της εκτέλεσης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή δικονομικό αλλα και ζήτημα ισορροπίας του εξωδικαστικού μηχανισμού: ο οφειλέτης προσέρχεται σε μια διαδικασία ρύθμισης με την προσδοκία αποφυγής αναγκαστικών μέτρων, αλλά η ίδια σύμβαση μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί ως βάση άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης. Η ρύθμιση δημιουργεί επίσης σημαντικό κίνδυνο μεταφοράς του ουσιαστικού ελέγχου σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή αφού έχει ήδη αρχίσει η αναγκαστική εκτέλεση. Η αναφορά ότι κατά της εκτέλεσης επιτρέπονται τα ένδικα βοηθήματα της κείμενης νομοθεσίας δεν αίρει τον προβληματισμό, διότι η δικαστική προστασία εμφανίζεται κυρίως εκ των υστέρων, όταν ο οφειλέτης βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με επιταγή, κατάσχεση ή άλλες πράξεις εκτέλεσης. Ιδίως σε περιπτώσεις πολλών πιστωτών, εγγυητών, συνοφειλετών, μεταβιβασμένων απαιτήσεων και απαιτήσεων υπό διαχείριση, η άμεση εκτελεστότητα της σύμβασης αναδιάρθρωσης μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές πρακτικές αμφισβητήσεις ως προς το ποιος εκτελεί, για ποιο ποσό, με ποια βάση και έναντι ποιων προσώπων. Οι αμφισβητήσεις αυτές δεν πρέπει να ανακύπτουν για πρώτη φορά στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η προτεινόμενη διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, μεταβάλλει ουσιωδώς τη λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού και ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για οφειλέτες που σκέφτονται να ενταχθούν σε ρύθμιση. Αν η σύμβαση αναδιάρθρωσης καταστεί, σε περίπτωση αθέτησης, άμεσο εργαλείο εκτέλεσης υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων, ο μηχανισμός χάνει μέρος του συναινετικού και εξυγιαντικού του χαρακτήρα και αποκτά χαρακτηριστικά προεκτελεστικής δέσμευσης του οφειλέτη. Για τους λόγους αυτούς, η προτεινόμενη παρ. 3 πρέπει να επανεξεταστεί, διότι δημιουργεί κίνδυνο υπέρμετρης επιτάχυνσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, επιβαρύνει δυσανάλογα τον οφειλέτη με την ανάγκη εκ των υστέρων άμυνας και μεταβάλλει τον εξωδικαστικό μηχανισμό από εργαλείο ρύθμισης οφειλών σε δυνητικό μηχανισμό ταχείας εκτέλεσης υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων. Περαιτέρω, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική λειτουργία της αγοράς μετά την υπογραφή συμβάσεων αναδιάρθρωσης μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Στην πράξη, μετά την αποδοχή της ρύθμισης, πολλοί οφειλέτες δεν λαμβάνουν εγκαίρως σαφές και πλήρες δοσολόγιο, δεν ενημερώνονται με ενιαίο και κατανοητό τρόπο για τον ακριβή τρόπο πληρωμής, τον αρμόδιο φορέα είσπραξης, τον κωδικό πληρωμής, την καταχώριση των καταβολών τους ή την ακριβή ημερομηνία από την οποία μία καθυστέρηση θεωρείται κρίσιμη για την απώλεια της ρύθμισης. Η αδιαφάνεια αυτή είναι ήδη σοβαρό πρόβλημα· με την προτεινόμενη διάταξη όμως αποκτά πολλαπλάσια βαρύτητα, διότι η ίδια η σύμβαση μπορεί να οδηγήσει απευθείας σε εκτέλεση. Η ρύθμιση ενισχύει υπέρμετρα τη θέση των χρηματοδοτικών φορέων και των εταιρειών διαχείρισης, σε ένα πεδίο όπου ο οφειλέτης βρίσκεται ήδη σε ουσιωδώς ασθενέστερη πληροφοριακή και διαπραγματευτική θέση. Όταν ο οφειλέτης δεν έχει σαφή εικόνα για το εάν οι πληρωμές του έχουν ορθά καταχωρισθεί, για το ποιο υπόλοιπο εμφανίζεται ως ληξιπρόθεσμο ή για το πώς υπολογίζεται η φερόμενη καθυστέρηση, η άμεση μετατροπή της σύμβασης σε εκτελεστό τίτλο δημιουργεί εύλογο κίνδυνο καταχρηστικής ή τουλάχιστον δυσανάλογης ενεργοποίησης αναγκαστικών μέτρων. Ήδη επισημαίνεται ότι, μετά την απώλεια της ρύθμισης, το χρέος επανέρχεται στο προ της σύμβασης ύψος, αφαιρουμένων των καταβολών, και καθίσταται άμεσα απαιτητό, ενώ οι πιστωτές θα μπορούν να κινηθούν άμεσα για απόγραφο και εκτέλεση. Επίσης, έχει ήδη αναδειχθεί ως πρακτικός κίνδυνος η ύπαρξη λαθών στον υπολογισμό της οφειλής, η προσθήκη καταχρηστικών τόκων ή η μη ορθή αφαίρεση ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί από τον οφειλέτη. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προτεινόμενη διάταξη κινδυνεύει να μετατρέψει τον εξωδικαστικό μηχανισμό από εργαλείο ρύθμισης και αποσυμφόρησης σε εργαλείο αιφνιδιαστικής πίεσης. Ο οφειλέτης, αντί να έχει απέναντί του μία διαφανή και λειτουργική διαδικασία παρακολούθησης της ρύθμισης, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με επιταγή προς εκτέλεση, κατάσχεση ή πλειστηριασμό, χωρίς να έχει προηγουμένως κατανοήσει πώς προέκυψε η απώλεια της ρύθμισης ή πώς υπολογίσθηκε το ποσό που εκτελείται. Για τον λόγο αυτό, η διάταξη, όπως προτείνεται, δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο καταχρηστικής αξιοποίησης από χρηματοδοτικούς φορείς και servicers, ιδίως σε περιβάλλον ελλιπούς ενημέρωσης, αδιαφανούς παρακολούθησης πληρωμών και συχνών πρακτικών δυσλειτουργιών μετά την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Η μεταφορά όλων αυτών των αμφισβητήσεων στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης επιβαρύνει δυσανάλογα τον οφειλέτη και υπονομεύει τον ίδιο τον σκοπό του εξωδικαστικού μηχανισμού.